Έντυπη Έκδοση

Μια ιστορική μορφολογία της εξουσίας

Max Weber

Οικονομία και κοινωνία-5: Κοινωνιολογία της εξουσίας

εισαγ.-μτφρ.-επιμ.: Θανάσης Γκιούρας

εκδ. Σαββάλας, σ. 592, 34, 70 ευρώ

Ο Θανάσης Γκιούρας, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, συνεχίζει με επιτυχία το κοπιώδες έργο που έχει ξεκινήσει εδώ και μία πενταετία: τη μετάφραση και τον σχολιασμό του θεμελιώδους σώματος κειμένων -πολλά εκ των οποίων ημιτελή- που στα Απαντα του Μαξ Βέμπερ καταχωρίζονται υπό τον τίτλο «Οικονομία και Κοινωνία». Τον χρόνο που πέρασε εκδόθηκε αισίως ο πέμπτος τόμος, με τίτλο Κοινωνιολογία της εξουσίας, και μένει ακόμα ένας για να ολοκληρωθεί το εγχείρημα. Χάρη σε αυτό, ο έλληνας αναγνώστης έχει ήδη στα χέρια του την εκτενέστερη, και οπωσδήποτε την πιο επιτυχημένη, μετάφραση από το συνολικό έργο τού μεγάλου κοινωνιολόγου, ο οποίος προτιμούσε ν' αποκαλεί τον εαυτό του ιστορικό (της κοινωνίας).

Ενα ζήτημα που ανακινεί πάντα η περίπτωση Μαξ Βέμπερ είναι ότι επανειλημμένως θέλησαν να τον παρουσιάσουν ως αντίπαλο δέος του Μαρξ στην κοινωνική επιστήμη. Η σύγκριση είναι κατ' αρχάς ατυχής, διότι τα παραδείγματα είναι ασύμμετρα: ο Μαρξ ανήκει σε μια μεγάλη φιλοσοφική παράδοση, συνέχεια του γερμανικού ιδεαλισμού, στην οποία οι θετικές-περιγραφικές αναλύσεις εξαρτώνται δεσμευτικά από μείζονες αξιακές προκείμενες, στο επίπεδο των οποίων ολοκληρώνεται κάθε άξιο του ονόματός του θεωρητικό εγχείρημα· ο Βέμπερ απεναντίας, προερχόμενος από το πνευματικό περιβάλλον του νεοκαντισμού, όπου το γνωσιοθεωρητικό πεδίο έχει αποκοπεί από τις ηθικοπρακτικές του αφετηρίες και έχει καταλήξει απλή «επιστημολογία» (μια μορφή δηλαδή φιλοσοφικού θετικισμού), ασκεί μία «αξιακώς ελεύθερη», δηλαδή εμπειρική-περιγραφική επιστήμη, η οποία εκ φύσεως δεν μπορεί να συστήσει ίσου βάρους θεωρητική πρόταση. Οι οπωσδήποτε σπουδαίες σε αυτό το επίπεδο αναλύσεις του, λοιπόν, μπορούν μόνο να χρησιμοποιηθούν ως στοιχεία εμπλουτισμού ή και επιμέρους διόρθωσης ορισμένων εκτιμήσεων της μαρξιστικής θεωρίας χωρίς καθόλου να θίγουν τις πρακτικές της αξιώσεις. Πέραν αυτού, μένει ακόμα να εκτιμήσει κάποιος τον βαθμό σύγκλισης των δύο θεωρητικών εφόσον ξεπεράσει (δηλαδή: μεταφράσει κατάλληλα) ορισμένες παραπλανητικές διαφορές ορολογίας και ύφους. Αυτή φαίνεται να είναι και η ερμηνευτική οπτική, μάλιστα, του Θανάση Γκιούρα, όπως υποβάλλεται στο εκτενές εισαγωγικό του γραπτό.

Στο βαρύνον αυτό κείμενό του ο μεταφραστής και επιμελητής σχεδιάζει τον χάρτη των συσχετισμών και των αποκλίσεων της σκέψης του Βέμπερ προς την προγενέστερη ιστορία του πολιτικού στοχασμού. Επισημαίνει την απομάκρυνσή του από τις ουσιολογικές (αρετολογικές) προκείμενες της πολιτικής σκέψης των Ελλήνων (κυρίως του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη), υπέρ μιας περιγραφικής-τυπολογικής προσέγγισης η οποία θέτει μία σειρά ιδιαζόντως νεωτερικών προβλημάτων: την αντιμετώπιση της εξουσίας υπό την οπτική του συσχετισμού μέσων και σκοπών και κατεξοχήν αναφορικά με το πρόβλημα της βίας. Από αυτή τη σκοπιά συγγενεύει περισότερο με τον Μακιαβέλι, αλλά και μεταγενέστερους θεωρητικούς που βρίσκονται στον αντίποδα των φυσικοδικαιικών αξιώσεων (προκρίνουν δηλαδή τη σχετικότητα, την πολυμορφία και το μη αναγώγιμο των εξουσιαστικών μορφωμάτων σε δεσμευτικές οικουμενικές αρχές), όπως ο Μοντεσκιέ και ο Χιουμ. Ανιχνεύει ωστόσο κρυφά νήματα συσχετισμού με αξιακές θεωρίες, όπως αυτή του Ρουσώ (που έθεσε αποφασιστικά το ζήτημα της νομιμοποίησης), του Καντ, του Φίχτε, του Χέγκελ (ιδίως η εγελιανή προβληματική του κυρίου-και-του-δούλου, όπως επανερμηνεύτηκε μέσω Νίτσε, εμμένει σαφώς στη βεμπεριανή σύλληψη της εξουσίας)· ακόμα και με τον Μαρξ εντοπίζει ένα ορισμένο κοινό έδαφος, στην αποκαθήλωση του κράτους ως ενσαρκώσεως της κοινωνικής γενικότητας υπεράνω, υποτίθεται, ειδικών συμφερόντων... Ιστορικό κατώφλι της βεμπεριανής αντίληψης, πάντως, θεωρεί φιλελεύθερους θεωρητικούς, όπως ο Τζον Στιούαρτ Μιλ και ο Αλέξις ντε Τοκβίλ, ενώ διερευνά τις σχέσεις του με το περιβάλλον της γερμανικής κοινωνιολογίας - τον Tonnies, τον Burkhardt, τον Simmel...

Η έννοια της εξουσίας* είναι θεμελιώδης στο έργο του Βέμπερ επειδή, όπως προκύπτει, γίνεται αντιληπτή ως το κατεξοχήν συγκροτητικό στοιχείο τής κοινωνικής σχέσης (το οποίο διαχωρίζεται προσεκτικά από το περιεχομενικό συστατικό της «αλληλεγγύης» μεταξύ των δρώντων, που ενδέχεται να υφίσταται ή να μην υφίσταται...). Η ανάπτυξή της είναι εκείνη που μορφοποιεί το συλλογικό πράττειν και το προσανατολίζει μονοσήμαντα προς έναν καθορισμένο «στόχο». Πρέπει ωστόσο να διακρίνεται από την απλή «δύναμη» (Macht), διότι αν λάβει τέτοιο εύρος, προειδοποιεί ο Βέμπερ, θα έπαυε να είναι μια επιστημονικά χρήσιμη κατηγορία. Πρόκειται λοιπόν για μια έννοια που έχει πεδίο τιμών αποκλειστικά στην πολιτική σφαίρα, συνυποθέτει ως εκ τούτου τη διάσταση της νομιμοποίησης. Στην πραγματικότητα, για τον Βέμπερ, το μυστήριο της εξουσίας δεν έγκειτο τόσο στη βία που αυτονόητα εμπεριέχει, όσο στη νομιμοποίησή της - την πράξη αποδοχής, δηλαδή, εκ μέρους των εξουσιαζομένων. Οπως δείχνουν οι αναλύσεις που ακολουθούν, εκείνο που διαφοροποιεί τους ποικίλους τύπους εξουσίας είναι ακριβώς οι μορφές και διαδικασίες νομιμοποίησής τους.

Τα κείμενα που περιλαμβάνονται στον παρόντα τόμο έχουν γραφτεί μεταξύ 1910-14 και αντιπροσωπεύουν μια προγενέστερη επεξεργασία του θέματος, η οποία επρόκειτο να λάβει την τελική της μορφή στους «Τύπους της εξουσίας» που ο Βέμπερ έγραψε το 1919-20 (και βρίσκονται στο Οικονομία και κοινωνία 1, τρίτο κεφάλαιο, της ελληνικής έκδοσης). Διαβάζοντας εκ του παραλλήλου αυτές τις πραγματεύσεις μπορεί να δει κάποιος καθαρά την πορεία της σκέψης του, τα στάδια της διαμόρφωσής της και τη βαθμιαία ωρίμανση μιας προβληματικής η οποία επρόκειτο ν' αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο του έργου του. Τα οκτώ εκτενή δοκίμια του βιβλίου ασχολούνται με την εννοιολόγηση της εξουσίας, με την παράθεση δομικών και ιστορικών στοιχείων αναφορικά με τη γραφειοκρατική εξουσία, τον πατρογονισμό και τον φεουδαλισμό, το χάρισμα και τις μεταμορφώσεις του, την πειθαρχία ως συστατικό στοιχείο της εξουσίας, τις σχέσεις κράτους και ιεροκρατίας και τις διαδικασίες «εκδημοκρατισμού» στη νεωτερικότητα. Πρόκειται όχι μόνο για μια συστηματική χαρτογράφηση του ιδιάζοντος κοινωνιολογικού πεδίου της εξουσίας, αλλά και για την ανάδειξη των σχέσεών του με άλλα αντίστοιχα, όπως το θρησκευτικό, το δικαιικό και το οικονομικό. Αν η πάγια μεθοδολογική αρχή του Μαξ Βέμπερ, η σύσταση «ιδεατών τύπων» αυστηρώς περιγραφικού χαρακτήρα, μπορεί να γεννά σε πολλούς μια υποψία φορμαλισμού, η δύναμή του βρίσκεται ακριβώς στον σχεδιασμό των δυνατών μεταβάσεων αλλά και στην κατάδειξη του λεπτού αλληλοσυσχετισμού μεταξύ των τύποις διακριτών πεδίων. Ενα από το διορατικότερα σημεία του έργου του, ας πούμε, είναι η διαπλοκή των εξουσιαστικών μορφωμάτων με τις οικονομικές πρακτικές. Παρατηρεί: «Οπως και σε άλλες μορφές δύναμης, έτσι ιδιαίτερα και στην εξουσία, ο αποκλειστικός ή έστω συνηθισμένος σκοπός των φορέων της δεν είναι [...] η επιδίωξη καθαρά οικονομικών συμφερόντων μέσω αυτής, φέρ' ειπείν συγκεκριμένα: η πλουσιοπάροχη προμήθευσή τους με οικονομικά αγαθά. Σίγουρα όμως, η διάθεση επί οικονομικών αγαθών, δηλαδή η οικονομική δύναμη, αποτελεί μια συχνή, και συχνά εμπρόθετη και προγραμματισμένη συνέπεια της εξουσίας και, εξίσου συχνά, ένα από τα σημαντικότερα μέσα της» (σελ. 4)· ή ακόμη πιο ειδικά, αλλού: «Η οικονομία, ως μια διατεταγμένη και διαρκής διαδικασία πράξεων που αποσκοπούν στην προγραμματισμένη μέριμνα για την απόκτηση υλικών αγαθών, είναι η ιδιαίτερη πατρίδα της πατριαρχικής δομής τής εξουσίας, η οποία, με τον αυξανόμενο εξορθολογισμό της σε "επιχείρηση", καθίσταται μια γραφειοκρατική δομή εξουσίας» (σελ. 260).

Η κλασική τυπολογία της εξουσίας του Βέμπερ, όπως αποτυπώνεται στο κείμενο του 1919-20, διακρίνει τρεις βασικούς τύπους: παραδοσιακή, χαρισματική, ορθολογική. Στη λεγόμενη «ορθολογική» (κατά το μέσον, και όχι αναγκαίως κατά τον σκοπό) αντιστοιχεί η γραφειοκρατική μορφή εξουσίας, χαρακτηριστική της ύστερης νεωτερικότητας, για τον Βέμπερ. Η «παραδοσιακή» είναι αυτή που εδώ αναλύεται σε δύο τύπους, τον πατρογονικό και τον φεουδαλικό. Η έκταση και η εξαντλητική λεπτομερειακότητα της πραγμάτευσης των φεουδαλικών σχέσεων στον παρόντα τόμο -δυσανάλογες προς το σύνολο του έργου- είναι ένα ζήτημα άξιο παρατήρησης, στο οποίο αφιερώνει λίγα κατατοπιστικά σχόλια ο μεταφραστής και επιμελητής (σελ. ρκη'-ρκθ'). Ο όρος «ιεροκρατία» υποδηλώνει την ανάληψη διοικητικών εξουσιών από ένα ιερατείο (Εκκλησία) και πρέπει να διακρίνεται από το «χάρισμα», όπως διακρίνεται ο διαπεπιστευμένος ιερέας από τον εκστατικό προφήτη: υπάρχει μια εσωτερική δυναμική στην ιεροκρατία που ωθεί μάλλον προς τον γραφειοκρατικό της μετασχηματισμό. Μια εξαιρετικής βαθύτητας παρατήρηση, τέλος, που αξίζει διαρκώς να επισημαίνεται, είναι ότι ο εξορθολογισμός-εκγραφειοκρατισμός των σύγχρονων εξουσιών επ' ουδενί πρέπει να ταυτίζεται με τη δημοκρατικότητα (όπως επιπόλαια το εκλαμβάνουν σήμερα οι περισσότερες συμβατικές κοινωνιολογίες). Αφορά την απρόσωπη και νομικά θεσμοποιημένη άρθρωση των μέσων και των μηχανισμών της εξουσίας, από τη μία πλευρά, και την εξίσωση του νομικοκοινωνικού status των υπηκόων στη βάση της, από την άλλη· δεν σημαίνει καθόλου τον κοινωνικό έλεγχο της εξουσίας, ενώ η διαφορά ισχύος μεταξύ του εξουσιαστικού μηχανισμού και των υπαγομένων στη δικαιοδοσία του μπορεί να είναι πολύ πιο βαθιά από οιαδήποτε ιστορικά προηγούμενη μορφή εξουσίας. Η φαινομενικώς ουδέτερη αυτή επισήμανση υποκρύπτει όλο το κριτικό δυναμικό που λανθάνει στη σκέψη του Βέμπερ: στην πραγματικότητα, για όποιον είναι σε θέση να συναγάγει τις έσχατες συνέπειες, εξισώνει τις σημερινές θωρακισμένες «δημοκρατίες» με τα λεγόμενα ολοκληρωτικά συστήματα - την κατεξοχήν πολιτική μορφή της κεφαλαιοκρατικής νεωτερικότητας.

Το δεύτερο εκ των δύο Παραρτημάτων που έχουν προσαρτηθεί στον τόμο -«Μια διάλεξη του Max Weber για τα προβλήματα της κοινωνιολογίας του κράτους»- είναι μία σχετικώς άγνωστη ομιλία του στη Βιέννη το 1917, όπως αναπαράγεται σε άρθρο της Neue Freie Presse. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που παρουσιάζει έγκειται στο ότι, δίπλα στις τρεις κλασικές μορφές νομιμοποίησης της εξουσίας (παραδοσιακή-χαρισματική-γραφειοκρατική), ο Βέμπερ προσθέτει εδώ μία τέταρτη: την επαναστατική. Ιδιαίτερο φορέα της θεωρεί το κοινωνιολογικό μόρφωμα της πόλεως της Δύσης, ενώ η ιδιάζουσα νομιμότητά της αντλείται, θεωρητικά τουλάχιστον, από τη βούληση των εξουσιαζομένων. Το ερώτημα που μένει να θέσει κανείς, αφού δυστυχώς ο Βέμπερ δεν αναπτύσσει περαιτέρω αυτή την ιδέα, είναι: μήπως εδώ ελλοχεύει, εν σπέρματι έστω, μια περιεχομενική έννοια δημοκρατίας, η οποία ματαίως αναζητείται στον γραφειοκρατικό ορθολογισμό του νεωτερικού κράτους;

* Ο όρος που χρησιμοποιεί ο Μαξ Βέμπερ είναι Herrschaft. Ο μεταφραστής τον αποδίδει ως «εξουσία», υποστηρίζοντας ότι η λέξη «κυριαρχία» αντιστοιχεί στη γαλλικής προελεύσεως souverainete, η οποία συνδέεται με τις φυσικοδικαιικές ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, σε αντίθεση με τον γερμανικό όρο, που φέρει σαφή τα ίχνη τής μεσαιωνικής του προέλευσης. Ο κυρίαρχος όμως, με την τεχνική έννοια του όρου, επονομάζεται «κύριος» (Herr).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Κατ' επίφασιν αστυνομικό
Αινιγματικές ζωγραφιές και θελκτικές υπάρξεις
Από τη Γερμανία στην Αγγλία με ενδιάμεσο σταθμό την Κίνα
Ραδιουργίες επί αλφαβήτου
Η προσωπική μας «σπηλιά»
Ψηφίδες σε θεατρικούς δημόσιους βίους με πόθους αετού
Ο Ιμάνουελ Καντ και το πρόβλημα των δύο κόσμων
Η διαπλανητική ρευστότητα μέσα από μια πολιτική αλληγορία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Κατ' επίφασιν αστυνομικό
Μια ιστορική μορφολογία της εξουσίας
Αινιγματικές ζωγραφιές και θελκτικές υπάρξεις
Από τη Γερμανία στην Αγγλία με ενδιάμεσο σταθμό την Κίνα
Ραδιουργίες επί αλφαβήτου
Η προσωπική μας «σπηλιά»
Ψηφίδες σε θεατρικούς δημόσιους βίους με πόθους αετού
Ο Ιμάνουελ Καντ και το πρόβλημα των δύο κόσμων
Η διαπλανητική ρευστότητα μέσα από μια πολιτική αλληγορία
Δύο κριτικές για το ίδιο βιβλίο
Ο ένδοξος βυζαντινισμός μας
Η Νέα Ρώμη και η πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία
Κώστας Βουκελάτος
Ο ιχνευτής της σκέψης, του πολέμου και του ήθους
Συνέντευξη: Σόνια Θεοδωρίδου
Στην μπρελική ακινησία του βελγικού τοπίου
Παιδικό βιβλίο
Ο Ροβήρος, η μαθήτρια, το δειλό λιοντάρι στις λεύκες
Από τις 4:00 στις 6:00
Ιατρική περίθαλψη ...στη μουσική
Ο τραγουδιστής των λουλουδιών
Άλλες ειδήσεις
Με τον ποιητικό τρόπο του Δημήτρη Ποταμίτη - Εφτά χρόνια μετά
Το είδωλο στον καθρέφτη
Περιοδικά ανά το Πανελλήνιο