Έντυπη Έκδοση

ΔΥΟ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΒΙΒΛΙΟ

Ο ένδοξος βυζαντινισμός μας

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ

Γιατί το Βυζάντιο

εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σ. 287, 20,50 ευρώ

Η ακροτελεύτια παράγραφος του βιβλίου (σ. 255): «Καθήκον των μελετητών της πρώτης ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας να αποκαταστήσουν την αξία των βυζαντινών κατορθωμάτων, πολιτικών και πολιτισμικών, στη θέση που τους ανήκει και τους πρέπει. Αυτό και μόνο αποτελεί απλή απόδοση ιστορικής δικαιοσύνης», αποκαλύπτει το βασικό κίνητρο της καθηγήτριας Ελ. Γλύκατζη-Αρβελέρ για τη συγγραφή του βιβλίου «Γιατί το Βυζάντιο». Το νόημα της παραγράφου αυτής γίνεται κατανοητό, αν στραφούμε στο παρελθόν, όταν οι ιστορικοί που ασχολούνταν με το Βυζάντιο συνήθως όχι μόνο δεν θεωρούσαν «καθήκον» την «αποκατάσταση» αυτή, αλλά, αντιθέτως, εμφάνιζαν το Βυζάντιο ως περίοδο κατάπτωσης και σκοταδισμού. Βέβαια, όπως γράφει και ο Β. Κατσαρός, «Οι απόψεις του Βολταίρου και του Γίββωνος, που αδικούσαν στο σύνολό του τον βυζαντινό πολιτισμό ως έκφραση των σκοτεινών διαθέσεων του ελληνικού Μεσαίωνα, έχουν ήδη προ πολλού ανατραπεί». Στην ανατροπή αυτή συνέβαλε σημαντικά και η γνωστή ως «Σχολή του Παρισιού» των βυζαντινολόγων του κύκλου τού σημαντικότατου Paul Lemerle, της οποίας ιδιαίτερα δραστήριο μέλος υπήρξε η κ. Ελ. Γλύκατζη-Αρβελέρ, η οποία, μετά την αποχώρησή του, τον διαδέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά στην ηγεσία του κύκλου αυτού, στο κορύφωμα μιας λαμπρής επιστημονικής σταδιοδρομίας στον δύσβατο διεθνή χώρο, που από ορισμένες απόψεις κρίνεται μοναδική.

Με το βιβλίο «Γιατί το Βυζάντιο», όπως αναφέρει η συγγραφέας στον σύντομο (σσ. 9-11) Πρόλογό της (όπου εκθέτει τη σκοποθεσία, την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης συγγραφής, τη μεθοδολογία της και το σκεπτικό της επιλογής των επιμέρους θεμάτων που συναρθρώνουν το βιβλίο αυτό), προσπαθεί να επιτελέσει ό,τι θεωρεί καθήκον της: «Να βάλω, κατά το δυνατόν, έστω εκ του πλαγίου και λάθρα σχεδόν, το Βυζάντιο στη θέση που τα επιτεύγματά του μας υπαγορεύουν: να πω συνοπτικά, εννοώ αυτά που το αναδεικνύουν ως την πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία και που εξηγούν όχι μόνο το πολιτιστικό μεγαλείο (και αυτό ανεπαρκώς ακόμη γνωστό), αλλά και την ασυνήθη για παγκόσμια δύναμη (όπως ήταν κάποτε το Βυζάντιο) μακροβιότητά του» (σ. 10). Ταυτόχρονα επιτρέπει στον αναγνώστη να αντιληφθεί ότι, υποστηρίζοντας την ιδιαίτερη σημασία του Βυζαντίου για την ιστορία και τον πολιτισμό, η κ. Αρβελέρ συνηγορεί και Pro domo sua· συγκεκριμένα, θεωρεί ότι η κατάδειξη του ενδιαφέροντος που παρουσιάζει η κρατική οντότητα που σήμερα αποκαλούμε «Βυζάντιο» αποτελεί δικαίωση του μόχθου που αφιέρωσε στη μελέτη των προβλημάτων του επιστημονικού τομέα που από τα πρώτα βήματα της σταδιοδρομίας της επέλεξε και εξακολουθεί δημιουργικά να υπηρετεί και που καρπό -όχι τελευταίο ελπίζουμε- του μόχθου αυτού αποτελεί το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα.

Για να επιτευχθεί με τον προσφορότερο τρόπο η σκοποθεσία της συγγραφής, η κ. Αρβελέρ επέλεξε μία, κατά το δυνατόν, σφαιρική σύνθεση, ένα καλά μελετημένο παζλ· τα κομμάτια τα οποία το συναποτελούν είναι τα πέντε «μέρη» του βιβλίου, άνισης έκτασης, αφού αυτή εξαρτάται από το περιεχόμενο και από το, κατά τη συγγραφέα, ενδιαφέρον που παρουσιάζει το καθένα από αυτά. Η επιλογή των θεμάτων, τα οποία πραγματεύεται η συγγραφέας, έγινε με κριτήριο την ιστορική πραγματικότητα μακράς διαρκείας, που μπορεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα που έθεσε ο τίτλος του βιβλίου. Το καθένα τους έχει γραφεί κατά τρόπο που ο αναγνώστης μπορεί να το διαβάσει «ανεξάρτητα απ' το άλλο κείμενο»· βέβαια η δομή αυτή έχει, όπως σημειώνεται στο τέλος του Προλόγου, τη συνέπεια να εμφανίζονται κάποιες επικαλύψεις και επαναλήψεις γεγονότων και χαρακτηρισμών (σ. 11), καμιά φορά και σημαντικής έκτασης, αλλά επιτρέπει στη συγγραφέα να κατευθύνει τους προβολείς της μόνο στα στοιχεία εκείνα που αποδεικνύουν πειστικότερα τις θέσεις που επιδίωξε να υποστηρίξει (βλ. π.χ. σσ. 18-82, 50-92).

Το πρώτο από τα πέντε «μέρη» του βιβλίου: «Ιστορική επισκόπηση» (σσ. 15-76) αποτελείται, όπως και όλα τα άλλα μέρη, από επιμέρους κεφάλαια, και συγκεκριμένα: Α. Ιδρυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (σσ. 15-24), όπου, αφού σχολιαστούν οι όροι «Βυζάντιο» και «Ρωμανία» (η χρήση του ενός ή του άλλου προδίδει τα αντιπαρατασσόμενα «στρατόπεδα» των βυζαντινολόγων), γίνεται λόγος για την ουσιαστική ταύτιση της βυζαντινής αυτοκρατορίας με την πρωτεύουσά της, την Κωνσταντινούπολη. Δίνονται ο ορισμός και τα χαρακτηριστικά του Βυζαντίου, προσδιορίζονται οι ιστορικές αρχές και τα γεωγραφικά όριά του (με προβολή των περιοχών που αποτέλεσαν τον κατεξοχήν ζωτικό χώρο της αυτοκρατορίας: τη Μικρά Ασία, τη Θράκη και τη Μακεδονία). Β. Σταθμοί της ιστορίας του Βυζαντίου (σσ. 25-53). Προλογικά γίνεται λόγος για τους δύο πόλους της «βυζαντινής ιδεολογίας», τον χριστιανισμό και τη ρωμαϊκή ιδέα (σ. 25), που της έδωσε «σάρκα και οστά» ο Ιουστινιανός· υποστηρίζεται ότι δεν πρέπει να μιλάμε για «μεσαίωνα» στο Βυζάντιο (με εξαίρεση την εποχή από τον 7ο ώς τα μέσα του 9ου αιώνα, σ. 28, αφού προηγήθηκε η οργάνωση των «θεμάτων» με στρατιωτικο-γεωγραφικά κριτήρια και η επικράτηση της ελληνικής γλώσσας με τον Ηράκλειο, σ. 30). Οι σταθμοί της ιστορίας του Βυζαντίου οριοθετούνται σε συσχετισμό με τις εχθρικές δυνάμεις, εκείνες που κατά περιόδους το απειλούν: αρχικά το Ισλάμ, που θα το διαδεχθούν οι Τούρκοι, στην Ανατολή, και η ανερχόμενη φεουδαρχία στη Δύση.

Γ. Η αυτοκρατορία της Νίκαιας και η Μεγάλη Ιδέα (σσ. 55-66). Το κεφάλαιο αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αλλά και προδίδει την προνομιακή θέση που κράτησαν στο συγγραφικό έργο της κ. Αρβελέρ τα όσα αφορούν το ισχυρότερο βυζαντινογενές κρατικό μόρφωμα που προέκυψε από την άλωση της Κωνσταντινούπολης και την κατάλυση της Αυτοκρατορίας από τους Σταυροφόρους (1204 μ.Χ.). Η αυτοκρατορία της Νίκαιας ως λόγο ύπαρξής της προέβαλλε την ανακατάληψη της Πόλης και την ανασύσταση της Αυτοκρατορίας, όπως προδίδει το σλόγκαν «Του χρόνου στην Κωνσταντινούπολη» (σ. 57). Εδώ ανακαλύπτει η συγγραφέας την αρχή ιδεολογημάτων, όπως α) αυτά που δηλώνονται με τα αντιθετικά ζεύγη: Ορθοδοξία - Βυζάντιο από τη μια, Σταυροφορίες - Δυτικοί από την άλλη· β) τη Μεγάλη Ιδέα (σ. 65) και την απαρχή τής επεξεργασίας της εθνικής συνείδησης, όπως και της δημιουργίας των δύο αντίθετων ρευμάτων: από τη μια, εκείνο των ανατολικών καταβολών στο «γένος» (= εθνική κοινότητα, σ. 63) και από την άλλη, τον Διαφωτισμό και το αρχαιοελληνικό κλασικιστικό δίδαγμα, που συνιστούν τη «σχιζοφενική σχεδόν διαμάχη της νεοελληνικής ψυχής ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, "που" δεν λέει να τερματιστεί» (σ. 66). Σημαντική είναι και η επισήμανση (σσ. 63-64) της δημιουργίας μιας ευρύτερης συσπείρωσης των ορθόδοξων Βυζαντινών με τους «ομοδόξους» τους που βρίσκονται πέρα από τα σύνορα του Βυζαντίου.

Δ. Από τον έναν Κωνσταντίνο στον άλλο (σσ. 67-76). Εδώ βέβαια η κ. Αρβελέρ πραγματεύεται τη συνολική διαδρομή του Βυζαντίου, με αφετηρία την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης από τον Κωνσταντίνο τον Μέγα και κατάληξη την άλωσή της με τον θάνατο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Από το μεγαλείο του Βυζαντίου (σσ. 68-69), την αναμέτρηση του Βυζαντίου με τη Ρώμη (σσ. 69-70), στα θρηνητικά «ανακλήματα» για την πτώση, που αποδόθηκε στα «αμαρτήματα του γένους», και στις παρηγορητικές προφητείες για το μέλλον της δουλωμένης Ρωμιοσύνης. Στη σ. 75 γίνεται λόγος για τη σημασία της Αλωσης, τόσο για τον Ελληνισμό όσο και για την παγκόσμια ιστορία, και τα αποτελέσματα που είχε η μαζική φυγή λογίων του Βυζαντίου στη Δύση.

Το δεύτερο μέρος του παζλ τιτλοφορείται: «Περιοχές της Ρωμανίας» (σσ. 77-140), όπου αναλύονται οι σχέσεις του κέντρου - Κωνσταντινούπολης- με τις περιφερειακές περιοχές του Βυζαντίου. Στο πρώτο κεφάλαιο (Κωνσταντινούπολη και Μικρά Ασία, σσ. 79-95) περιγράφεται η Κωνσταντινούπολη ως το κέντρο της Αυτοκρατορίας και η Μικρά Ασία ως ο σημαντικότερος περιφερειακός ζωτικός χώρος της. Πολύ σημαντική είναι η διάκριση των Μικρασιατών υπηκόων του Βυζαντίου (σσ. 82-85), όπου η Αρβελέρ, σύμφωνα με τον Ρ. Lemerle, κάνει λόγο, α) γι' αυτούς που «υπέστησαν την ανατολική παράδοση» τόσο στις οικονομικές και κοινωνικές τους σχέσεις όσο και στον πολιτισμό και β) γι' αυτούς που «βρέθηκαν στη σφαίρα του αρχαιοελληνικού πληθυσμού και οικειώθηκαν τον τρόπο ζωής τού τότε ευρωπαϊκού κόσμου». Ιδιαίτερος λόγος γίνεται για τα δύο μείζονα αστικά κέντρα της Μικράς Ασίας, τη Νίκαια και τη Φιλαδέλφεια (σσ. 93κεξ.). Το δεύτερο κεφάλαιο (Μακεδονία και Θεσσαλονίκη, σσ. 92-122) αφιερώνεται στη δεύτερη -σύμφωνα πάντα με τη συγγραφέα- σε σημασία περιφερειακή περιοχή του Βυζαντίου. Οσο για τη Θεσσαλονίκη, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντιπαράθεσή της με την Αθήνα (σ. 98). Η Θεσσαλονίκη αναδεικνύεται η δεύτερη πόλη της Αυτοκρατορίας. Η κ. Αρβελέρ σημειώνει ότι δεν έχει εξακριβωθεί ακόμη ο χρόνος κατά τον οποίο η Θεσσαλονίκη αναδείχτηκε δεύτερη πόλη της Αυτοκρατορίας, το διοικητικό, στρατιωτικό και πολιτιστικό κέντρο της βυζαντινής Δύσης (μήτηρ των Εσπερίων), διαθέτοντας ως ενδοχώρα της τον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας, από τον οποίο ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μοναστική κοινότητα του Αθω (σ. 115). Το κεφάλαιο κλείνει με τη Θεσσαλονίκη την περίοδο της Τουρκοκρατίας (σσ. 120-121). Στο τρίτο κεφάλαιο (Μεσόγειος, σσ. 123-140) η θάλασσα που «επί αιώνες είχε μονοπωλήσει την παγκόσμια ιστορία» χαρακτηρίζεται ως «η καρδιά της βυζαντινής γης». Γίνονται αναφορές στη «βυζαντινή λίμνη» και τη σημασία της τόσο για την Αυτοκρατορία όσο και για την οικουμένη, για την οποία το Βυζάντιο εξασφάλισε αυτό που θα ονομάζαμε Pax byzantina. Ιδιαίτερος λόγος γίνεται για τις σχέσεις της Μεσογείου με την Κωνσταντινούπολη, όπως και για τη, μετά τον 7ο αιώνα, ενοχλητική για το Βυζάντιο παρουσία των Αράβων, των Νορμανδών και των Σταυροφόρων, αλλά και των μεγάλων ιταλικών ναυτικών πόλεων, και τέλος, για την πειρατεία (σ. 131), που όλα αυτά θα έχουν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της επιρροής του Βυζαντίου στη Μεσόγειο από το 1081-1082 (ναυτική συνθήκη Βυζαντίου - Βενετίας) και την εν συνεχεία ακατάσχετη περιθωριοποίησή του (σ. 135, όπου η κ. Αρβελέρ συμφωνεί με τις απόψεις του G. Ostrogorsky).

Ακολουθεί το τρίτο μέρος: «Κράτος και Εκκλησία» (σσ. 141-170, όπου αναλύονται οι αμοιβαίες σχέσεις τους). Στο πρώτο κεφάλαιο (Βασιλεύς και Βασιλεύουσα, σσ. 143-152) δίνεται ο ορισμός της αυτοκρατορίας (σ. 143), η οποία χαρακτηρίζεται: α) από την εγγενή με την ουσία της παγκοσμιότητα, που επίκεντρό της έχει την πόλη - κόσμο, την Κωνσταντινούπολη, και β) από το «θεοστήρικτο» του βυζαντινού κράτους (ο αυτοκράτορας αντιπρόσωπος επί της γης του Θεού). Οι σσ. 150-152 αφιερώνονται στον Χριστιανισμό, με την υπογράμμιση της σημασίας τής ανακήρυξής του ως επίσημης θρησκείας του κράτους. Ο Χριστιανισμός στη συνέχεια θα διεκδικήσει την οικουμενικότητα, την παγκοσμιότητα, με εγγυητή τους το πρόσωπο του αυτοκράτορα, που θεωρείται ιερό (σ. 152). Στο δεύτερο κεφάλαιο (Βασιλεία και Ιεροσύνη, σσ. 153-162) τονίζεται ο «διαιτητικός» ρόλος του αυτοκράτορα ανάμεσα στην εκκλησία, τον στρατό και τον διοικητικό μηχανισμό του κράτους. Εξετάζονται: α) οι σχέσεις αυτοκράτορα και πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, που χαρακτηρίζονται από την παραλληλότητα της εξουσίας και την αρμονική σύμπραξή τους, και β) η ταύτιση των όρων Ρωμαίος και Χριστιανός (σσ. 156-157). Στενά συνυφασμένη με την αξιοπιστία της αξίωσης του πατριάρχη να είναι ο μόνος Οικουμενικός και την άρνησή του ν' αποδεχθεί τα πρωτεία της Παλαιάς Ρώμης εμφανίζεται η πρωτεύουσα θέση της Κωνσταντινούπολης στα κοσμικά θέματα σε όλη την ιστορική περίοδο των Μέσων Χρόνων. Στο τρίτο κεφάλαιο (Ορθοδοξία, σσ. 163-170), αφού δοθεί ο ορισμός της Ορθοδοξίας, αυτή θα ταυτιστεί με τη δογματική άποψη του Βυζαντίου, που θα έχει καθοριστική επίπτωση στην κρατική ενότητα (σ. 164), η οποία διέτρεξε σοβαρή κρίση, κυρίως κατά την περίοδο της χριστολογικής, κατά τη συγγραφέα, διαμάχης (431-680/1 μ.Χ.). Συμφωνώντας με τον Ρ. Lemerle, η κ. Αρβελέρ εύστοχα θεωρεί την άλλη σημαντική θρησκευτική διαμάχη, την εικονομαχική έριδα, «ως έκφραση λειτουργικού και όχι δογματικού προβλήματος» και τη συνδέει με την αντίθεση των δυτικών περιοχών του Βυζαντίου με τις ανατολικές.

Στο τέταρτο μέρος: «Το Βυζάντιο και οι ξένοι» (σσ. 171-238), όπου αναλύονται οι σχέσεις του Βυζαντίου με τους πολυποίκιλους γείτονές του, ως φίλων, ως συμμάχων ή ως εχθρών, προτάσσεται το κεφάλαιο: Βυζαντινοί πολίτες και ξένοι υπήκοοι (σσ. 173-178). Υπογραμμίζεται η υπαγωγή πληθυσμών διαφορετικής καταγωγής και διαφορετικών παραδόσεων στο ενιαίο σύνολο: υπήκοοι του Βυζαντινού κράτους. Η συνυπαγωγή αυτή βασίστηκε στις ενοποιητικές δυνάμεις: ρωμαϊκή πολιτική κληρονομία - χριστιανική πίστη - πολιτιστική ελληνοφωνία. Αφού δοθεί ο ορισμός του «Ρωμαίου» (= του βυζαντινού πολίτη), δηλώνεται ότι η αντίθεση: Ελληνες ―βάρβαροι, που χαρακτήριζε την αρχαιότητα, αντικαταστάθηκε από το ζεύγος: Βυζαντινοί―αλλόθρησκοι, ενώ ιδιόμορφη πληθυσμιακή ομάδα αποτελούσαν οι κάθε προέλευσης μισθοφόροι (σσ. 174-176). Το δεύτερο κεφάλαιο: Ο γειτονικός κόσμος (σσ. 179-194) αναφέρεται στα «πολυαριθμότατα» έθνη που μονιμότερα ή πρόσκαιρα υπήρξαν γείτονες του Βυζαντίου. Γίνεται εδώ ιδιαίτερος λόγος για τον εκχριστιανισμό πολλών από τα έθνη αυτά (σ. 186), που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αυτού που ο D. Obolensky ονόμασε «Βυζαντινή κοινοπολιτεία», το τέλος της οποίας συμπίπτει -σύμφωνα με την κ. Αρβελέρ- χρονικά με τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Στο τρίτο κεφάλαιο: Λαοί του Ευξείνου (για τους οποίους δόθηκαν πληροφορίες ήδη στις σσ. 181-182) και Βυζάντιο (σσ. 195-212), αναπτύσσεται το μονιμότερο μέλημα του Βυζαντίου ο Εύξεινος Πόντος να παραμείνει λίμνη κλειστή της Αυτοκρατορίας (σ. 195). Γίνεται λόγος για τον εκχριστιανισμό των εθνών του (σ. 196) και αμέσως μετά μεταβαίνουμε στον εκχριστιανισμό των Σλάβων, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν ο Φώτιος και οι Κύριλλος και Μεθόδιος (σσ. 198-199). Από τη σ. 201 και εξής ο προβολέας στρέφεται στους Ρώσους και το σημαντικότατο γεγονός του εκχριστιανισμού τους. Στο τέταρτο κεφάλαιο: Βυζάντιο και Δύση (σσ. 213-237), αφού δοθεί ο ορισμός των εννοιών των αντιθετικών ζευγών: Δύση - Ευρώπη ― Βυζάντιο - Ανατολή, ακολουθεί η επισήμανση των πολιτιστικών διαφορών τους (σσ. 228κεξ.), η ιστορική ερμηνεία του μείζονος γεγονότος των Σταυροφοριών (σσ. 220κεξ.) και η φύση τους, που είχε ως αποτέλεσμα, όπως σημειώνει και ο Obolensky, το «αντιλατινικό μένος» του βυζαντινού λαού (σ. 227).

Το πέμπτο μέρος (σσ. 239-255) (αν και συνήθως ο Επίλογος του έργου δεν παρατίθεται ως «μέρος», αλλά, όπως και ο Πρόλογος, διακρίνεται από το κύριο σώμα του έργου) αποτελείται από δύο κεφάλαια: Το πρώτο επιγράφεται «Ιστορική ενοχή» (σσ. 211-248)· εδώ οι αλλεπάλληλες δοκιμασίες του Βυζαντίου (και κατεξοχήν οι τρεις αλώσεις της Θεσσαλονίκης και οι δύο της Κωνσταντινούπολης), «η δυσπραγία του γένους» αποδίδεται, με πειστική τεκμηρίωση από τα σχετικά κείμενα, στα «αμαρτήματα του γένους», που το μόνο που του απομένει είναι «ο Χριστός, ο παιδεύων» να γίνει και πάλι «ο ιώμενος». Το ακροτελεύτιο κεφάλαιο, «Το Μεταβυζάντιο» (σσ. 249-255) χαρακτηρίζεται από την επιμονή α) στη στήριξη της θέσης που οδήγησε την κ. Αρβελέρ στη συγγραφή του βιβλίου: ότι άδικοι είναι οι αρνητικοί χαρακτηρισμοί που συνοδεύουν τους όρους «Βυζάντιο» και «βυζαντινισμός» και β) στην προβολή των μόνιμων θετικών χαρακτηριστικών του, που καθιστούν την εμπειρία του θεμέλιο της περιόδου που ακολούθησε την πτώση του, τόσο για τον ελληνικό όσο και για τον ευρύτερο ευρωπαϊκό κόσμο. Απόηχος αυτών των διισταμένων αποτιμήσεων (αρνητικών από τους μεν, θετικών από τους δε) είναι το μετέωρο βήμα των σχέσεων των Νεοελλήνων με τη Δύση και την Ανατολή, ο βασικός προβληματισμός της νεοελληνικής ταυτότητας.

Ηδη από τη, δεοντολογικά, συνοπτική αυτή έκθεση των περιεχομένων του βιβλίου αναδεικνύεται, α) η επιτυχημένη επιλογή των διάφορων οπτικών γωνιών, από τις οποίες η κ. Αρβελέρ αντίκρισε το αντικείμενο της μελέτης της, ώστε η σφαιρική της σύνθεση να δικαιώσει εξαίρετα την προσπάθειά της να καταδείξει το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το Βυζάντιο ως αυτόνομη σημαντική ιστορική πραγματικότητα, και τη σημασία του για την ελληνική και παγκόσμια ιστορία και τον πολιτισμό· β) η αξία της παράθεσης πολύπλευρης, επιστημονικά ελεγμένης, πλούσιας και στέρεης ιστορικής γνώσης, που τεκμηριώνει τις επισημάνσεις και τις θέσεις της. Η γνώση αυτή μεταδίδεται στον αναγνώστη με αμεσότητα και σαφήνεια, παρά το πολύπλοκο ορισμένων πτυχών της ιστορικής αφήγησης - πράγμα ιδιαίτερα δύσκολο, όταν η συγγραφή προγραμματικά (όπως ρητά δηλώνεται στην πρώτη παράγραφο του Προλόγου) δεν δέχεται την αρωγή των «επεξηγηματικών σημειώσεων και βιβλιογραφικών αποδείξεων». Η συνειδητή αυτή παραίτηση σε σπάνιες μόνο περιπτώσεις φαίνεται να προκαλεί πρόβλημα κατανόησης από τον μη ειδικό, τον απλώς καλλιεργημένο αναγνώστη, όταν αναφέρονται πρόσωπα, τόποι, ιστορικά γεγονότα ελάχιστα γνωστά, έννοιες και πράγματα που η γνώση τους είναι κτήμα των βυζαντινολόγων (π.χ. σ. 234: Αβικέννας· σ., 32: Μαρκίωνες· σ. 206: Χρονικό του Αγίου Bertin· σ. 109: Αμαλφητίνοι· σ. 159: τουρμάρχης και βάνδον· σ. 192: Δρούγγοι· σ. 70 και 202: μαφόριο)· γ) πέρα από την εγκυρότητα της ιστορικής αφήγησης, στο επόμενο στάδιο, την ερμηνεία των γεγονότων και την κατάδειξη των αποτελεσμάτων τους, η κ. Αρβελέρ δείχνει σπάνια διεισδυτικότητα· δεν μένει στην επιφάνεια, προχωρεί στο βάθος του ιστορικού γίγνεσθαι και, συχνά με εντυπωσιακή πρωτοτυπία, διατυπώνει ενδιαφέρουσες απόψεις. Η μόνη επιφύλαξη σ' αυτό το επίπεδο της συγγραφής είναι οι περιπτώσεις όπου ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνεται η αιτία ενός σημαντικού γεγονότος, δεν διαφοροποιείται από εκείνον που συναντήσαμε στις περιπτώσεις που ακολουθήθηκε η αυστηρή επιστημονική δεοντολογία, ενώ όμως σ' αυτές πρόκειται για καταφυγή στις προσφιλείς στο ανώνυμο πλήθος μεταφυσικές ερμηνείες, όπως π.χ. γίνεται για τη «θαυμαστή επέμβαση της Παναγίας της Οδηγήτριας» στην πολιορκία της Πόλης από τους Αβαροσλάβους (σσ. 28-30), τη θαυματουργή, επίσης, εμβάπτιση του μαφορίου της Παναγίας το 860 μ.Χ. (σσ. 71-72 και 202), την προστασία της Θεσσαλονίκης από τον Αγιο Δημήτριο τον Μυροβλήτη (σ. 100).

Γενικά, την άνετη πρόσληψη του περιεχομένου της συγγραφής από τον αναγνώστη υπηρετούν αποτελεσματικά η σαφήνεια, η ακριβολογία και, συχνά, η ελκυστικότητα του γλωσσικού οργάνου της συγγραφέως. Θα λέγαμε όμως ότι ηχούν κάπως παράταιρα περιπτώσεις διαφοροποίησης από την κωδικοποιημένη μορφή της νεοελληνικής δημοτικής, όπως: α) νεολογισμοί, π.χ. αρχαιοελληνοσύνη (σ. 66)· υπεραγκώνισε (σ. 111)· της παγκοσμιαιωνιότητας (σ. 146)· ευανδρής (σ. 107)· β) ζεύγη λέξεων: ελληνοπρεπείς περιοχές (σ. 81)· περίοδοι χαλεπότητας (σ. 149)· θεμέλια διεκδίκηση (σ. 146)· γ) αναμνήσεις από την καθαρεύουσα: της γενουατικής νηός (σ. 63)· αντεπεξήλθε της απειλής (σ. 84)· φιλομαρτήμονος ποιμνίου (σ. 73)· της Πέλλης (σ. 102)· έμπλεος της ανακτορικής ιδεολογίας (σ. 59).

Επίσης ξαφνιάζει κάπως, κι ενδεχομένως δυσκολεύει την πρόσληψη του κειμένου του βιβλίου από το ευρύτερο κοινό, η προγραμματική επιλογή της κ. Αρβελέρ (βλ. σ. 10) να παραθέτει αμετάφραστα τα «βυζαντινά αποσπάσματα»: «Πιστεύω ότι η γλωσσική ελληνική συνέχεια που μας χαρακτηρίζει αρκεί για τη σωστή κατανόηση». Δεν είναι δεδομένο όμως ότι είναι άνετα κατανοητά γλωσσικά σύνολα, όπως: «νικητήρια, ει δε και εισιτήρια εορτάσομεν ης εκπεπτώκαμεν πόλεως» (σ. 55)· «οι πατρίκιοι τύπω χρηματίζειν των Αποστόλων» (σ. 147)· «οι νέοντες την πόλιν» (σ. 55)· «πάσα τω των ευσεβών χριστιανών μέρει κατάληπτο» (σ. 231)· «το γράμμασιν ιταλικάς γεγράφθαι τη ηδονή προστίθησι» (σ. 230), βλ. και σσ. 58, 59, 60 και 72. Μάλιστα η δυσκολία επαυξάνει με την επιλογή της γραφής των «βυζαντινών αποσπασμάτων» στο μονοτονικό.

Από εικαστική άποψη, οι εικόνες (όπως και οι χάρτες) που παρεμβάλλονται είναι προσεκτικά επιλεγμένες και δένονται οργανικά με το κείμενο, το οποίο υπηρετούν. Λιτές, ασπρόμαυρες, δεν αλλοιώνουν, όπως τελευταία συνηθίζεται, το επιστημονικό έργο σε album εντυπωσιασμού. Σημειώνουμε μόνον ότι το σημείωμα των σσ. 283- 287 «Λεζάντες εικόνων» δεν καλύπτει την εικόνα του εξωφύλλου (τι εικονίζει και από πού προέρχεται), όπως και τις εικόνες των σσ. 97, 113 και 241· επίσης δεν υπάρχει ούτε στο «σημείωμα» ούτε στον πίνακα περιεχομένων μνεία για το, εκτός σελιδοποίησης, τετρασέλιδο με έγχρωμες εικόνες του τέλους τού βιβλίου.

Ο λόγος, για τον οποίο θεωρήσαμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε κάποιες, ας τις ονομάσουμε αστοχίες της έκδοσης, στις οποίες μπορούν να προστεθούν και ορισμένες τυπογραφικές αβλεψίες, είναι ότι έργα τέτοιας σημασίας, που βαρύνονται με το όνομα τόσο σημαντικών συγγραφέων, πρέπει να υπηρετούνται με μεγαλύτερο σεβασμό και γενναιοδωρία από τους συντελεστές της έκδοσης· η επισήμανση αυτή αποσκοπεί στη βελτίωση των πραγμάτων σε μια, πιστεύουμε συντομότατη, επόμενη έκδοση του βιβλίου. Η γενικότερη θέση μας είναι ότι με το προγενέστερο έργο της, το ευρύτατα γνωστό: «Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας» (ελληνική έκδοση, Αθήνα 1977), η κ. Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ προβάλλει με πειστικό και εντυπωσιακό τρόπο το χιλιόχρονο Βυζάντιο, τονώνει το ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινού για τα όσα το αφορούν και αποδεικνύει κάτι το πολύ σημαντικό: η γενιά της και οι συνεχιστές της Ελληνες βυζαντινολόγοι κάνουν χρόνο με τον χρόνο λιγότερο υποχρεωτική την έκφραση της ευγνωμοσύνης μας στους άξιους κάθε σεβασμού σπουδαίους ξένους βυζαντινολόγους. Ετσι και η εκτενέστερη απ' ό,τι συνηθίζεται στη «Βιβλιοθήκη - Καταφύγιο Θηραμάτων» βιβλιοκρισία μας αυτή πιστεύουμε ότι δικαιώνεται με τον πλούτο του περιεχομένου, το ενδιαφέρον των θέσεων του βιβλίου και τη γενικότερη θετική συμβολή του σε μια πειστική απάντηση στο καίριο ερώτημα «Γιατί το Βυζάντιο».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Δύο κριτικές για το ίδιο βιβλίο
Η Νέα Ρώμη και η πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Κατ' επίφασιν αστυνομικό
Μια ιστορική μορφολογία της εξουσίας
Αινιγματικές ζωγραφιές και θελκτικές υπάρξεις
Από τη Γερμανία στην Αγγλία με ενδιάμεσο σταθμό την Κίνα
Ραδιουργίες επί αλφαβήτου
Η προσωπική μας «σπηλιά»
Ψηφίδες σε θεατρικούς δημόσιους βίους με πόθους αετού
Ο Ιμάνουελ Καντ και το πρόβλημα των δύο κόσμων
Η διαπλανητική ρευστότητα μέσα από μια πολιτική αλληγορία
Δύο κριτικές για το ίδιο βιβλίο
Ο ένδοξος βυζαντινισμός μας
Η Νέα Ρώμη και η πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία
Κώστας Βουκελάτος
Ο ιχνευτής της σκέψης, του πολέμου και του ήθους
Συνέντευξη: Σόνια Θεοδωρίδου
Στην μπρελική ακινησία του βελγικού τοπίου
Παιδικό βιβλίο
Ο Ροβήρος, η μαθήτρια, το δειλό λιοντάρι στις λεύκες
Από τις 4:00 στις 6:00
Ιατρική περίθαλψη ...στη μουσική
Ο τραγουδιστής των λουλουδιών
Άλλες ειδήσεις
Με τον ποιητικό τρόπο του Δημήτρη Ποταμίτη - Εφτά χρόνια μετά
Το είδωλο στον καθρέφτη
Περιοδικά ανά το Πανελλήνιο