Έντυπη Έκδοση

Ο Ροβήρος, η μαθήτρια, το δειλό λιοντάρι στις λεύκες

**Ιούλιος Βερν

Ροβήρος ο Κατακτητής

απόδοση: Κατερίνα Φίλλη

εικονογράφηση: Λέον Μπένετ

εκδόσεις Ερευνητές, σ. 208, 15 ευρώ

«Ανακαλύψτε ξανά τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας» μάς προτρέπουν οι εκδότες του θαυμαστού μυθιστορήματος του Ιουλίου Βερν «Ροβήρος ο Κατακτητής». Και γιατί όχι; Ή μάλλον ασφαλώς. Και ασμένως. Και είθε. Το βιβλίο κυκλοφορεί στη σειρά «Αριστουργήματα της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας - και η Εποχή τους». Λαμπρή σειρά· έχουμε παρουσιάσει και άλλους τίτλους της σειράς αυτής, όπως «Τα κάλαντα των Χριστουγέννων», και προσφάτως την «Κόρη του λοχαγού», του Αλεξάντρ Πούσκιν· εξαίρετο και αυτό, αν μπορείτε, αναζητήστε το.

Βιβλία όπως αυτά με του καιρού το πέρασμα δεν παλιώνουν, αντιθέτως, παραμένουν ζωντανά, ενδιαφέροντα, προκαλώντας σε ταξίδια νου και ψυχής - ταξίδια που προσφέρουν έξαψη και ανησυχία, ικανοποίηση και προσδοκία...

Ο «Ροβήρος ο Κατακτητής» εκδίδεται και κυκλοφορεί, αφότου γράφτηκε (1886), συνεχώς σε όλο τον κόσμο· στην Ελλάδα μάλιστα είχαμε και την έξοχη διασκευή του από τον Καζαντζάκη (Δημητράκος, 1943). Ζαχαρόπουλος, Αγκυρα, Αλμα κ.ά. μετέφρασαν και κυκλοφόρησαν το δημοφιλές αυτό βιβλίο, το οποίο δεν αφορά μόνον τον αινιγματικό αεροπλόο Ροβήρο αλλά και ολόκληρη την εποχή του. Συγκεκριμένα, μεταφερόμαστε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου οι συγκρούσεις και οι αντιθέσεις σχετικώς με τις εξελίξεις της τεχνολογίας είναι καθημερινές και έντονες· πλην γόνιμες. Ο Ροβήρος, κατασκευαστής και κυβερνήτης μιας παράξενης, όσο και αξιοθαύμαστης ιπτάμενης μηχανής, που ονομάζεται «Αλμπατρος», πραγματοποιεί, κόντρα στις αντιρρήσεις και στις επιφυλάξεις των πιστών του αερόστατου -μετέπειτα συνταξιδιώτες του ως έντρομοι και ακούσιοι φιλοξενούμενοί του στο σκάφος- ένα μαγικό, συναρπαστικό ταξίδι (γεμάτο γεγονότα, κατά τη διάρκεια των οποίων η περιπέτεια συμπλέκεται με το χιούμορ και η αγωνία με τη σάτιρα) γύρω απ' όλο τον γνωστό κόσμο. Βεβαίως για την κατασκευή του «Αλμπατρος» ο Ροβήρος είχε χρησιμοποιήσει τις γνώσεις και τις εφευρέσεις προγενέστερων επιστημόνων καθώς και απλών μελετητών ή οπαδών της αεροπλοΐας. «Πολλά πειράματα που είχαν πραγματοποιηθεί τα τελευταία 25 χρόνια του 19ου αιώνα, είχαν βοηθήσει να σημειωθεί πρόοδος στο ζήτημα της διακυβέρνησης των αερόστατων...». Αλλά λόγω των αλλαγών του καιρού και της φοράς των ανέμων, «Φαινόταν αδύνατη η πρακτική χρήση αυτού του τρόπου εναέριας μετακίνησης». Και υπήρχε το ερώτημα αν θα μπορούσαν να πετάνε έστω και με μέτριο αεράκι. Εως ότου, στο Ινστιτούτο Ουέλντον της Φιλαδέλφειας, ένα πρωί, παρουσιάστηκε ο άγνωστος, γεροδεμένος και μάλλον υπερόπτης άνδρας:

«Πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, ονομάζομαι Ροβήρος. Είμαι σαράντα χρονώ, αν και δείχνω για τριαντάρης, έχω σιδερένια κράση, ακλόνητη υγεία, μυϊκή δύναμη που λίγοι φτάνουν... Και δεν φοβάμαι τίποτε και κανέναν. Παλεύετε για το αδύνατο... Το μέλλον ανήκει στις ιπτάμενες μηχανές», μίλησε κι άλλο εξηγώντας τους πώς η κατάκτηση του αέρα θα φέρει την επανάσταση.

Ο Ιούλιος Βερν (Γαλλία, 1828-1905) θεωρείται από τους πιο διαβασμένους συγγραφείς. Εγραψε περίπου 400 έργα, 55 μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια, χρονογραφήματα, λιμπρέτα, θεατρικά έργα. Μάλιστα μερικά από τα τελευταία τα έγραψε σε συνεργασία με τον Αλέξανδρο Δουμά, πατέρα. Σπούδασε Νομικά, όμως γρήγορα στράφηκε στη λογοτεχνία και στο θέατρο. Μελέτησε Γεωγραφία, Μαθηματικά, Φυσική και ίδρυσε εταιρεία για την έρευνα της αεροπλοΐας. Πριν αρχίσει να γράφει οτιδήποτε, ερευνούσε ακατάπαυστα. Λέγεται δε ότι προτού αρχίσει το «Από τη Γη στη Σελήνη» συναντήθηκε με τον μεγάλο αστρονόμο και μυστικιστή Καμίλ Φλαμαριόν, για να μελετήσουν τα συγγράμματα του σοφού Γάλλου. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι για να σχεδιάσει το «Αλμπατρος», με το οποίο ταξίδεψε ο Ροβήρος, βασίστηκε σε σχέδια του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Οι ήρωές του είναι πολυμήχανοι, θαρραλέοι και προέρχονται από την εργατική κυρίως τάξη. Μονίμως και κυρίως ταξιδεύουν.Ο Ιούλιος Βερν ήταν κατά της σκλαβιάς. Τους δε αναγνώστες του τους ονόμαζε συνταξιδιώτες. Μα μήπως δεν ήταν;

Φωτογραφίες, γκραβούρες χάρτες, παλαιοί πίνακες, σχέδια, καθώς και οι συνοδευτικές λεζάντες κάνουν το βιβλίο ακόμη πιο ενδιαφέρον. Τις εικόνες του γάλλου ζωγράφου Λέον Μπένετ (1838-1917), ο οποίος εικονογράφησε 25 μυθιστορήματα του Βερν, επιχρωμάτισε ψηφιακά ο ζωγράφος Πέτρος Αθανασίου.

**Ελιζαμπέτ Ντιβάλ

Η καινούρια μαθήτρια

μτφρ.: Ρένα Ρώσση Ζαΐρη

εικονογράφηση: Ελσά Οριόλ

εκδόσεις Μεταίχμιο, σ.32, πολύχρ. ολοσέλιδη εικονογράφηση, σκληρό εξώφυλλο, 12 ευρώ

Μικρή, πολύ απλή και άλλο τόσο αισθαντική ιστοριούλα, με εκφραστική εικονογράφηση. Χιλιάδες δε παιδιά σε όλο τον κόσμο θα έχουν νιώσει όπως ένιωσε η καινουριοφερμένη στην τάξη Ελίνα· αποξένωση. Και λύπη ανήμπορη. Η Ελίνα, λοιπόν, εμφανίζεται στην αίθουσα στο μέσον της σχολικής χρονιάς, συνεσταλμένη και γλυκιά, και κοιτά γύρω της με μεγάλα καλοσυνάτα μάτια. Και η δασκάλα στα παιδιά, πρωτάκια δείχνουν: «Να σας γνωρίσω την Ελίνα. Θα μείνει μαζί μας μέχρι το τέλος της χρονιάς. Χαιρόμαστε πολύ που έχουμε μια καινούρια μαθήτρια στην τάξη μας. Ετσι δεν είναι, παιδιά;» Η δασκάλα δεν εικονογραφείται, μόνον τα χέρια της φαίνονται, που ακουμπούν προστατευτικά στους ώμους της Ελίνας. Και μετά: «Ελίνα θα καθήσεις δίπλα στον Γιάννη και τον Παύλο. Και τώρα, παιδιά, θα πούμε όλοι μαζί "Καλώς όρισες, Ελίνα"». «Οχι εγώ», είπε ο Παύλος. «Γιατί όχι, Παύλο; Δεν χαίρεσαι που έχουμε μαζί μας την Ελίνα;», ρώτησε η δασκάλα. «Γιατί να χαρώ; Ούτε που την ξέρω», απάντησε ο Παύλος. Και μονάχα τα μάτια της μικρούλας να δει κανείς θα καταλάβει τον φόβο και την αγωνία που την κατέχουν. Στ' αλήθεια η εικονογράφος έδωσε μιαν αξιαγάπητη Ελίνα.

Αλλά η δασκάλα, με ηρεμία και υπομονή, κατορθώνει ό,τι βεβαίως θα ήταν αδύνατο με τη βία ή την προσταγή, μέχρι το μεσημέρι, ένα ένα, όλα τα παιδιά της τάξης τριγυρνούν με αισθήματα φιλικά, αυθόρμητα την «ξένη» μικρούλα. Μα και η Ελίνα με την αξιοπρέπεια και τη χάρη της συνετέλεσε στο να την αποδεχτούν οι συμμαθητές. «Σου είπα, Ελίνα, δεν είμαι ο υπηρέτης σου», μίλησε θυμωμένος ο Παύλος, όταν η δασκάλα τού σύστησε να βοηθήσει την Ελίνα. Και η Ελίνα: «Οχι, αλλά άμα θέλεις μπορούμε να πούμε πως είσαι ο πρίγκιπάς μου». Και χαμογέλασε. «Ούτε γι' αστείο! Και γιατί, παρακαλώ, να γίνω ο πρίγκιπάς σου;» «Γιατί έτσι θα μπορούσα να είμαι εγώ η πριγκίπισσα» κι έλαμψαν τα μάτια της κοπελίτσας...

Καταστάσεις που θυμίζουν πολλά στα παιδιά κι ένας τρόπος γραφής απαλότατος, γεμάτος ευγένεια. Η εικονογράφηση βέβαια είναι το ατού, το μεγάλο προσόν του βιβλίου.

Η εικονογράφος Ελσά Οριόλ (1967) εργάστηκε για αρκετά χρόνια ως αρχιτέκτων εσωτερικών χώρων πριν αφοσιωθεί στη ζωγραφική και την εικονογράφηση. Η συγγραφέας Ελιζαμπέτ Ντιβάλ είναι και μεταφράστρια πολλών βιβλίων για παιδιά. Και οι δύο δημιουργοί ζουν κι εργάζονται στο Παρίσι.

**Αθηνά Μπίνιου

Το δειλό λιοντάρι

ζωγραφιές: Δημήτρης Μπάκας

επιμέλεια κειμένων: Πόπη Μουπαγιατζή

εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, σ. 42, έγχρωμες, σκληρό εξώφυλλο, 11 ευρώ

Αριστα επιμελημένο βιβλίο, που περικλείει μια πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα ιστορία· ο ήρωας και πρωταγωνιστής εδώ είναι ένα λιοντάρι. Συγκεκριμένα ο Λέων της Χαιρώνειας.

Ως γνωστόν, ο Λέων της Χαιρώνειας στήθηκε από τους Θηβαίους επάνω στον κοινό τάφο των Ιερολοχιτών, δίκην σεπτού φύλακα, για να τιμήσουν τους πεσόντες -από τους άνδρες του Φιλίππου- ήρωες. «Οπως πλησιάζει κανείς την πόλη, γράφει ο Παυσανίας, βλέπει έναν κοινό τάφο των Θηβαίων που σκοτώθηκαν στη μάχη εναντίον του Φιλίππου. Δεν έχει επιγραφή αλλά πάνωθέ του στέκεται ένα λιοντάρι, ίσως σαν αναφορά στην τόλμη των ανθρώπων. Το ότι δεν έχει επιγραφή οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι το θάρρος τους δεν ανταμείφθηκε με την αντίστοιχη καλή τύχη...».

Ο μαρμάρινος Λέων της Χαιρώνειας είναι ύψους 5,5 μ. και το βάθρο του 3 μέτρα. Στήθηκε λίγο μετά τη μάχη της Χαιρώνειας (7 Αυγούστου 338 π.Χ.), αμέσως μόλις ο Φίλιππος επέτρεψε στους Θηβαίους την ταφή των νεκρών τους. Οι ανασκαφές, που διενεργήθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, αποκάλυψαν τους σκελετούς 254 ανδρών μαζί με τμήματα οπλισμού. Λέγεται ότι όταν ο Φίλιππος αντίκρισε πεσμένους τους ήρωες, έκλαψε πικρά και αναφώνησε: «Να χαθεί ο άνθρωπος ο οποίος έχει υποψίες ότι αυτοί οι άνδρες έκαναν ή δέχτηκαν οτιδήποτε ευτελές». Η έκφραση του λέοντος είναι πολύ σοβαρή· θλιμμένη μάλλον. Παλαιότερα έλεγαν ότι κι αυτός θρηνούσε σιωπηλά τους γενναίους νεκρούς.

Η Αθηνά Μπίνιου φαντάστηκε τον σεπτό λέοντα νεογέννητο. Πως τάχα κυνηγοί είχαν σκοτώσει τον πατέρα και είχαν εκδιώξει τη μητέρα. Και πως βρέθηκε σ' έναν θάμνο να βυζαίνει από τον μαστό μιας προβατίνας. «Πώς βρέθηκε αυτό εδώ;» ξαφνιάστηκε ένας νεαρός βοσκός, ο Τροφώνιος, και γύρισε απορημένος προς τον παιδικό του φίλο, κι εκείνος επίσης βοσκός, τον Αριστείδη. Κρατούσε στην αγκαλιά του το λιονταράκι. «Πρέπει να είναι το λιονταράκι που άφησε πίσω της η λέαιανα. Στον αγώνα της να σωθεί από τους κυνηγούς θα της έπεσε από το στόμα». Και μετά όλο το χάιδευε και διαρκώς το κανάκευε. «Ω, πανέμορφο πλασματάκι, έλεγε, είσαι του λιονταριού ο γιος κι απέμεινες μοναχό σου». Τη νύχτα η προβατίνα πλάγιασε κοντά του και του αγκάλιασε το κεφαλάκι να το θηλάσει.

Ωραίες στιγμές. Ωραίες εικόνες. Ξυπνούν ευεργετικά αισθήματα. Παρακολουθείς τον γιο του λέοντος να μεγαλώνει μες στην αγάπη και τον θαυμασμό, αλλά μακριά από ομοφύλους του, ανίδεος από μητρική λατρεία και θάλπος. Ομως ο καιρός περνούσε. Μεγάλωσε. Τα βράδια άπλωνε τα δυνατά του πόδια «σαν σε μαξιλάρια» κι εκεί αποκοιμιόντουσαν οι σύντροφοί του, τα πρόβατα του κοπαδιού. Την ειρηνική ζωή του τάραξε η εμφάνιση ενός λύκου, ο οποίος τρομοκράτησε τα πρόβατα, φόβισε το λιοντάρι, που εξαφανίστηκε κι έκανε τους βοσκούς της περιοχής να γελούν εις βάρος του «δειλού λιονταριού», που του είχε δοθεί το όνομα Βασιλίσκος. Μικρός βασιλιάς, δηλαδή. Αλλά μια μέρα ο νέος που τον είχε «υιοθετήσει», τον οδήγησε στη λίμνη. «Κοίτα εδώ. Κοίτα ποιος είσαι. Μοιάζεις με πρόβατο; Λιοντάρι είσαι. Δυνατό. Θαρραλέο. Είσαι το μοναδικό σ' ολόκληρη τη Βοιωτία. Μ' ακούς, γενναίο μου λιοντάρι; Μ' ακούς;» Και το λιοντάρι ρίγησε. Το λιοντάρι καθρεφτιζόταν και καταλάβαινε. Ωσπου ανασηκώθηκε κι έβγαλε βρυχηθμό μεγάλο κι όλα γύρω τα ζωντανά τρόμαξαν...

Στη μάχη της Χαιρώνειας -που η συγγραφέας περιγράφει με αδρότητα-, μα και στον προηγούμενο της μάχης πανικό ή στις προετοιμασίες το λιοντάρι, ο Βασιλίσκος, συντρόφευε τους δύο αγαπημένους φίλους, τον Τροφώνιο και τον Αριστείδη. Την ώρα της φονικής σύγκρουσης με τους Μακεδόνες, ανάμεσα στους Βοιωτούς οπλίτες υπό τον Θεαγένη ήταν και ο Τροφώνιος με τον Αριστείδη. Σκοτώθηκαν. Εκεί έτρεξε με βρυχηθμούς και με τρομακτική όψη ο Βασιλίσκος. Θέλησε να πολεμήσει κι εκείνος. Επεσε από τα βέλη των Μακεδόνων· πλάι στους φίλους του παρέδωσε το γενναίο ζώο. Κι είχαν να πουν αυτοί που σώθηκαν ότι το λιοντάρι το κάλεσε ο ουρανός και το 'κανε αστέρι. Στον αστερισμό του Λέοντα. Το λαμπρότερο. Γνωστό ως Regulus, που σημαίνει Βασιλίσκος.

Η Αθηνά Μπίνιου έγραψε μια γοητευτική ιστορία, πλούσια σε πληροφορίες και άγνωστα στους περισσότερούς μας περιστατικά. Οι εικόνες του Δημήτρη Μπάκα σε πλήρη αρμονία με το -ωραιότατο, θα το ξαναπούμε- κείμενο.

**Χρύσα Κοζανιτά

Τρεις λεύκες στην αυλή μας

εικόνα εξωφύλλου: Θανάσης Τσίτσικας

σειρά: «Λογοτεχνία για νέους»

εκδόσεις Αγκυρα, σ. 138, 8,90 ευρώ

«Η φετινή χρονιά είναι πολύ ξεχωριστή. Οχι μόνο γιατί είναι η τελευταία σας χρονιά στο Δημοτικό, αλλά και για έναν ακόμη λόγο. Γιατί φέτος ολοκληρώθηκαν πια οι εργασίες στο κτήριο του σχολείου μας. Δεν είναι και λίγο πράγμα, αν σκεφτεί κανείς ότι τρία χρόνια τώρα παιδευόμασταν όλοι μας μ' αυτή την υπόθεση. Αλλά τελικά όλη αυτή η ταλαιπωρία άξιζε τον κόπο...», καλωσόριζε τα παιδιά του ο δάσκαλος, ο κύριος Θωμάς, με την έναρξη του σχολικού έτους.

Αυτή η «ταλαιπωρία» είχε ξεκινήσει χρόνια πριν. Μια μέρα, κι ενώ τα παιδιά βρίσκονταν στις τάξεις τους, κατάρρευσε τμήμα του ταβανιού της αίθουσας που στέγαζε την Γ' τάξη. Ευνόητος ο πανικός δασκάλων και γονέων, τα τρεξίματα, η αναστάτωση, η αναταραχή, οι μηχανικοί, ο Σύλλογος Γονέων, ο δήμος, οι υποσχέσεις κ.λπ. Τελικώς, όχι μόνο επισκευάστηκαν τα πάντα, αλλά το σχολείο απέκτησε και μια Αίθουσα Πολλαπλών Χρήσεων. Πλάι της, σαν παραστάτες, στέκονταν δύο λεύκες καμαρωτές. «Τα δέντρα τρία δεν ήταν κάποτε;» απευθύνθηκε στον δάσκαλο μια μαθήτρια, η Μαρία. Κι εκείνος «Ναι, ναι, δυστυχώς, έπρεπε να θυσιαστεί η μεσαία λεύκα. Αλλά «ουδέν κακόν αμιγές καλού», απάντησε ο δάσκαλος που του άρεσαν τα ρητά και οι παροιμίες. Και βάλθηκε να τους εκθέτει τα σχέδιά του για μια μεγάλη θεατρική παράσταση που θα ανέβαζαν στην καινούρια αίθουσα...

Στο βιβλίο σκιαγραφούνται χαρακτήρες παιδιών, δασκάλων, γονέων και έργα και ημέρες αρκετών από αυτούς. Και καθημερινά περιστατικά, ξεχωριστά ή όχι. Οπως π.χ. η εμφάνιση της καινούριας καθηγήτριας των Αγγλικών, που άκουγε στο όνομα Φιλομήλα, ασυνήθιστο όνομα έλεγαν τα παιδιά, και μήπως είναι αληθινή Αγγλίδα για να ονομάζεται έτσι, κι ένας έκανε χιούμορ «Μήπως είναι φίλη με τα μήλα», απορίες στην τάξη, έως ότου την αντίκρισαν και καθηλώθηκαν: Ηταν μια νεαρή, γλυκύτατη, κατάμαυρη κυρία. Τη συνόδευε η διευθύντρια: «Οπως θα καταλάβατε, η κυρία Φιλομήλα Λυκούδη είναι η καινούρια καθηγήτρια Αγγλικών του σχολείου μας...».

Ηταν λεπτή, με τζιν και είχε τιθασέψει τα σγουρά πυκνά μαλλιά πιάνοντάς τα αλογοουρά στην κορυφή του κεφαλιού, φορούσε παπούτσια αθλητικά κι έδειχνε φιλική. Και φιλική παρέμεινε. Πήγε κοντά στα παιδιά, ζήτησε να τα γνωρίσει. «Πώς σε λένε;» ρωτούσε, και ένα αγόρι της είπε πως το όνομά του είναι Χάτσι, από το Χατσατούρ. Αρμένικο.

Ο Χάτσι είναι από τα δυνατά πρόσωπα του έργου. Γεμάτος καρδιά και αποφασιστικότητα. Και υπεύθυνος. Φροντίζει στοργικά το αδελφάκι του, ενώ οι γονείς τους εργάζονται τη νύχτα. Το προσέχει εις βάρος της προσωπικής του ζωής, εις βάρος της μελέτης. Εχει ωριμότητα σπάνια για την ηλικία του, έχει και το θάρρος να υπερασπιστεί την καθηγήτρια Φιλομήλα από άδικες επιθέσεις. Ενδιαφέρον πρόσωπο είναι και η διευθύντρια, παρ' ότι θεωρούνταν γενικώς γκρινιάρα· γνωρίζει πώς να εκτιμά και πώς να συμμετέχει.

Το μυθιστόρημα της Χρύσας Κοζανιτά «Τρεις λεύκες στην αυλή μας» δίνεται σαν χρονικό. Ανετα και καλά γραμμένο. Αφορά τα παιδιά, απευθύνεται σε αυτά και -ασφαλώς- θα τους αρέσει. Πάντοτε τα παιδιά αγαπούν να διαβάζουν για καταστάσεις παρόμοιες με αυτές που ζουν. Αλλωστε υπάρχουν εκπλήξεις και γεγονότα αναπάντεχα, αρκετά ενδιαφέροντα. Μερικά και ευοίωνα. Οπως λ.χ. η αναβλάστηση της λεύκας που είχαν θυσιάσει μηχανικοί και δήμος για να ορθωθεί η Αίθουσα Πολλαπλών Χρήσεων. «Οι λεύκες είναι τα πιο πεισματάρικα δέντρα...», έλεγε η μαμά του Χάτσι.

**Daniel Napp

(κείμενο και εικονογράφηση)

Ο κύριος Μπρουμ οδηγεί τρένο

μτφρ.: Ευαγγελία Γεωργούλα

επιμέλεια: Νέστορας Χούνος

εκδόσεις Αερόστατο, σ. 30 έγχρωμες, εικονογραφημένες, σκληρό εξώφυλλο, 12,50 ευρώ

Ο κύριος Μπρουμ είναι Αρκούδος, το γραφικό σπιτάκι του βρίσκεται καταμεσής στο λιβάδι· δέντρα και ανθισμένα μονοπάτια οδηγούν σ' αυτό· αιώρες και ηλίανθοι, ποτιστήρια πολύχρωμα και τσουλήθρες. Ο κύριος Μπρουμ μόλις έπαψε να 'ναι παιδί. Βέβαια δεν έπαψε να ονειρεύεται. Το όνειρο, δικαίωμα κάθε ανθρώπου. Ετούτο τον καιρό ο κύριος Μπρουμ ονειρεύεται -απαραιτήτως κάθε Τρίτη- να γίνει οδηγός τρένου. «Οταν μεγαλώσεις θα γίνεις αληθινός οδηγός τρένου», συμπεραίνει ο μόλις ορατός φίλος του Πότβαλ. Χρυσόψαρο. «Και γιατί, παρακαλώ, όταν μεγαλώσω;» αντικρούει ο κύριος Μπρουμ.

Ετσι παίρνει το ποδήλατό του, φορτώνει τον Πότβαλ και κατευθύνονται προς το παλιό τούνελ. Πλέον εγκαταλειμμένο. «Ξέρω από τώρα να οδηγώ τρένο», καυχιέται ο κύριος Μπρουμ. Μα ο Πότβαλ ανησυχεί, φοβάται ότι θα τους τσακώσουν σε μέρος απαγορευμένο· «Κι αν μας πιάσουν;» «Ποιος, καλέ; Κι έπειτα η μηχανή είναι παλιά, δεν κινείται πια. Βλέπεις;» Και πατά ένα κόκκινο κουμπί και ακούγεται ένας τρομακτικός θόρυβος, ταρακουνιούνται, η μηχανή μουγκρίζει και το τρένο ξεκινά. Ω, πόσο εύκολο ήταν τελικά, χαίρεται ο μηχανοδηγός. Αλλά, όπως πάντοτε συμβαίνει, τίποτε σε αυτή τη ζωή δεν είναι εύκολο. Περιπέτειες. Και κίνδυνοι. Και αγωνίες. Και η σύγκρουση με το κοτέτσι του αγρότη γείτονα Χάνκεπιπ, το οποίο γίνεται φύλλο και φτερό. Με τα πουλερικά ξεπουπουλιασμένα και αλλόφρονα. Κι ακόμη η Τρίτη δεν είχε τελειώσει.

Ο κύριος Μπρουμ τελικά μάλλον θα προτιμήσει να γίνει αστροναύτης.

Ιλαρό και αθώο ανάγνωσμα για πολύ μικρά παιδιά.

Αλλά και μόνο για την εικονογράφησή του θα μπορούσαμε να το προμηθευτούμε για τους μικρούς, νέους και εκστατικούς ταξιδιώτες της φαντασίας.

**Janan Cain

Αυτό που νιώθω

απόδοση: Αντώνης Παπαθεοδούλου - Πόπη Κύρδη

εκδόσεις Παπαδόπουλος, σ. 40, ολοσέλιδη πολύχρωμη εικονογράφηση, σκληρό εξώφυλλο, 10 ευρώ

«Πρόκειται για ένα βιβλίο που φιλοδοξεί να δώσει στα παιδιά τις λέξεις για να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Ετσι τα παιδιά θα μπορούν καλύτερα να καταλαβαίνουν και να συζητούν όσα νιώθουν. Διαβάζοντας το βιβλίο με τα παιδιά, οι γονείς θα μπορούσαν να συζητήσουν μαζί τους...». (Janan Cain)

Το βιβλίο ερμηνεύει απλά και κατανοητά τον κόσμο που υπάρχει γύρω από το παιδί ή μέσα του. Συναισθήματα που αλλιώς δεν θα μπορούσαν να φανερωθούν, να εκφρασθούν και να απαλύνουν την ύπαρξη, έρχονται στο φως μέσα από τον -έμμετρο- λόγο και μέσα από τις ανάλογες καλοφτιαγμένες εικόνες:

«Και όσα νιώθω δικά μου είναι./ Η λύπη, η χαρά, ο θυμός μου/ Νιώθω μια έτσι και μια αλλιώς/ μα νιώθω πάντα ο εαυτός μου», καταλήγει το παιδί, άλλοτε αγόρι και άλλοτε κορίτσι. Μα πριν πόσα έχει να τονίσει, να εξομολογηθεί: «Μου το 'χες χτες υποσχεθεί/ να 'ρθεις να παίξουμε μαζί/ Μα λες πως δεν μπορείς και πάλι/ Τι απογοήτευση μεγάλη!» Οπου υπογραμμίζεται η Απογοήτευση. Και είναι στην εικόνα το πρόσωπο του μικρού παιδιού συννεφιασμένο και το σώμα του σαν παραδομένο στη θλίψη και τον θυμό. Και αλλού: «Εξω αστράφτει και βροντά/ Μόνος ν' αντέξω πώς;/ Φοβάμαι, πάρτε με αγκαλιά/ Κι ανάψτε και το φως!», αναμαλλιασμένο, με μάτια έντρομα, το παιδί στο δόκανο του Φόβου. Ή άλλοτε: «Γελάω σαν τον ήλιο τον καλοκαιρινό/ Πετάω απ' τη χαρά μου ψηλά ώς τον ουρανό». Είναι η Χαρά που το συνεπαίρνει.

Η Λύπη, ο Θυμός, η Ευγνωμοσύνη, η Απελπισία, η Ντροπή, η Βαρεμάρα, ο Ενθουσιασμός, η Ζήλια, η Περηφάνια, συναισθήματα που συχνά μεγεθύνονται και πλημμυρίζουν την παιδική ψυχή, εδώ καταδεικνύονται, φανερώνονται ξεκάθαρα για του παιδιού την πληροφόρηση, μα και για του γονέα.

«Καλό είναι οι ενήλικοι να εμψυχώνουν το παιδί να ονομάζει τα συναισθήματα που νιώθει σε διαφορετικές καταστάσεις, σε όλη τη διάρκεια της μέρας. Να το βοηθούν να διακρίνει τις διαφορές ανάμεσα σε συναισθήματα που μπορεί να μοιάζουν, όπως η λύπη και η βαρεμάρα, ο θυμός και η ζήλια, η χαρά και ο ενθουσιασμός...», εξηγεί ο συγγραφέας και εικονογράφος.

Σαν διπλανό μας νοιώθομε κοντά μας τον Ιωάννη Ιωακείμ Βίνκελμαν. Ισως το οικείο ύφος των επιστολών του, οι πολλές καθημερινές λεπτομέρειες που ξέρομε για τη ζωή του, το βλέμμα που μας ρίχνουν οι προσωπογραφίες του, μας κάμνουν να αισθανόμαστε σχεδόν και την οσμή του γύρω, μας, τη θέρμη της υπάρξεώς του, τον ρυθμό της αναπνοής του. Θα λέγαμε πως μέσ' απ' τους αιώνες μάς τείνει το χέρι του για να σφίξει το δικό μας, χαμογελώντας εγκάρδια στη φιλία μας αυτός ο «φίλος των φίλων». Εναν άνθρωπο σαν τον Βίνκελμαν, που δεν ζούσε παρά για τη φιλία κι από τη φιλία, δεν μπορούμε να τον φαντασθούμε αδιάφορο στην αγάπη μας σαν τους άλλους μεγάλους, μακρινούς όμως νεκρούς. Οσοι τον αγαπούμε νοιώθομε τον Βίνκελμαν δικό μας, όπως και τον εαυτό μας δικό του.

Η αποστολή που εκπληρώνουν, κι η δύναμη της εμπνεύσεώς τους τα τοποθετούν δίπλα στο πλατωνικό Συμπόσιο και στα Ευαγγέλια. Μυθικός σαν τον Σωκράτη και παραδειγματικός σαν τον Ιησού, έζησε κι ο Βίνκελμαν περιτριγυρισμένος απ' τους μαθητές του, γεμάτος πάθος και φροντίδα γι' αυτούς, έτοιμος και να θυσιαστεί για να τους αποκαλύψει την αλήθεια, δίνοντάς τους -καθώς βεβαιώνει κάποιον απ' αυτούς- την ψυχή του σε κάθε λέξη του, πρόθυμος να περάσει -κατά την έκφρασή του- «το σκοτάδι της πιο φρικτής νύκτας» για να τους ωφελήσει, χωρίς να ελπίζει σ' ευγνωμοσύνη κι αμοιβή. Μόνο τέτοιο πάθος για τον μαθητή δημιουργεί τον μεγάλο Διδάσκαλο.

Δημήτριος Καπετανάκης

«Μυθολογία του Ωραίου», εκδόσεις Χάρβεϋ

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Κατ' επίφασιν αστυνομικό
Μια ιστορική μορφολογία της εξουσίας
Αινιγματικές ζωγραφιές και θελκτικές υπάρξεις
Από τη Γερμανία στην Αγγλία με ενδιάμεσο σταθμό την Κίνα
Ραδιουργίες επί αλφαβήτου
Η προσωπική μας «σπηλιά»
Ψηφίδες σε θεατρικούς δημόσιους βίους με πόθους αετού
Ο Ιμάνουελ Καντ και το πρόβλημα των δύο κόσμων
Η διαπλανητική ρευστότητα μέσα από μια πολιτική αλληγορία
Δύο κριτικές για το ίδιο βιβλίο
Ο ένδοξος βυζαντινισμός μας
Η Νέα Ρώμη και η πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία
Κώστας Βουκελάτος
Ο ιχνευτής της σκέψης, του πολέμου και του ήθους
Συνέντευξη: Σόνια Θεοδωρίδου
Στην μπρελική ακινησία του βελγικού τοπίου
Παιδικό βιβλίο
Ο Ροβήρος, η μαθήτρια, το δειλό λιοντάρι στις λεύκες
Από τις 4:00 στις 6:00
Ιατρική περίθαλψη ...στη μουσική
Ο τραγουδιστής των λουλουδιών
Άλλες ειδήσεις
Με τον ποιητικό τρόπο του Δημήτρη Ποταμίτη - Εφτά χρόνια μετά
Το είδωλο στον καθρέφτη
Περιοδικά ανά το Πανελλήνιο