Έντυπη Έκδοση

Το νέο βιβλίο του Μένη Κουμανταρέα

Συγκομιδή μιας δεκαετίας

Μένης Κουμανταρέας

Ξεχασμένη φρουρά.

Τα κρυφά χαρτιά του συγγραφέα

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 353, ευρώ 17,04

 Ως πεζογράφος της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, μόλις συμπλήρωσε πέντε δεκαετίες στον εκδοτικό στίβο. Ξεκίνησε το 1962, εκδίδοντας δύο βιβλία μέσα στη δεκαετία του '60. Συνέχισε στις τρεις επόμενες δεκαετίες, με τον σταθερό αριθμό των τεσσάρων βιβλίων ανά δεκαετία. Για να καταλήξει στην πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας να εκδώσει έξι βιβλία. Σημειωτέον ότι δεν πρόκειται για συναγωγές δημοσιευμένων πεζών, λύση στην οποία καταφεύγουν όλο και περισσότεροι συγγραφείς για να δίνουν τακτικότερα το εκδοτικό «παρών». Ο Κουμανταρέας, εντός της μόλις ληξάσης δεκαετίας, εξέδωσε δύο πολυσέλιδα μυθιστορήματα, ένα μίνι μυθιστόρημα, δύο βιβλία με νουβέλες και ως καταληκτικό, την αναμενόμενη συγκέντρωση ετερόκλιτων κειμένων της δεκαετίας. Αναμενόμενη, γιατί ο Κουμανταρέας, εκτός από παραγωγικός, τουλάχιστον με τα παλαιότερα ισχύοντα μέτρα και σταθμά, είναι και τακτικός όσον αφορά τις δημοσιεύσεις του. Στο τέλος κάθε δεκαετίας συνηθίζει να μαζεύει σε έναν τόμο τη σοδειά από κάθε λογής κείμενα -προσωπικά, δοκιμιακά, κριτικά ή ό,τι άλλο- τα οποία προκύπτουν από την ενεργό συμμετοχή του στο πολιτισμικό γίγνεσθαι της χώρας. Το πρόσφατο βιβλίο είναι το τρίτο στη σειρά. Στο πρώτο, Πλανόδιος σαλπιγκτής, συγκεντρώνει, κατ' εξαίρεση, τα κείμενα δύο δεκαετιών, του '70 και του '80, με πρώτο κείμενο εκείνο για τη γνωριμία του με τη Μέλπω Αξιώτη, που είχε δημοσιευτεί στο βραχύβιο περιοδικό του 1973, τη Συνέχεια, που εξέδιδε η ομάδα των «18 κειμένων», στην οποία συμμετείχε. Ο δεύτερος τόμος Η μέρα για τα γραπτά κι η νύχτα για το σώμα, εκδόθηκε το 1999.

Οι τρεις τόμοι είναι φτιαγμένοι με τον ίδιο επιμελή τρόπο, καθώς ο Κουμανταρέας, όπως εξομολογείται, προσέχει ιδιαίτερα την εμφάνιση των βιβλίων του. Κατ' αρχάς, προβλέπεται πρόλογος, στον οποίο προσδιορίζει το έναυσμα για κάθε κείμενο. Ουσιαστικά, αφηγείται τις μικρές ιστορίες αυτών των γραπτών, σχολιάζοντας, με την προοπτική του χρόνου που έχει μεσολαβήσει, πρόσωπα και συμβάντα. Το αποτέλεσμα είναι ο πρόλογος να παίρνει τη μορφή ενός προσωπικού απολογισμού και να συγκαταλέγεται στα συγκεντρωμένα κείμενα. Από τόμο σε τόμο, ο αριθμός των κειμένων αυξάνει από 14 στον πρώτο, σε 20 στον δεύτερο και 33 στον τρίτο, δείχνοντας την όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή του Κουμανταρέα σε αφιερώματα περιοδικών, προλόγους βιβλίων, παρουσιάσεις συγγραφέων, συνέδρια και γενικότερα, εκδηλώσεις λογοτεχνικές, εικαστικές, μουσικές. Οσο για τα εξώφυλλα, τα οποία πάντοτε φροντίζει, κοσμούνται, του πρώτου και του τρίτου τόμου, με ζωγραφικές συνθέσεις του Μυταρά και του Φασιανού, αντιστοίχως, ενώ του δεύτερου, με φωτογραφία εποχής από λεύκωμα της γενέθλιας πόλης του Καρκαβίτσα, τα Λεχαινά. Τέλος, δελεαστικοί είναι και οι τρεις τίτλοι. Του πρόσφατου είναι εμπνευσμένος από τον ομότιτλο πίνακα του Γιάννη Τσαρούχη, σύμφωνα και με την ανιστόρηση του Κουμανταρέα από την επίσκεψή του στην τελευταία αναδρομική έκθεση του ζωγράφου στην Αθήνα.

Εμάς, πάντως, ο τίτλος μάς φαίνεται να συγγενεύει με τον τίτλο του προηγούμενου βιβλίου του, Σ' ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά. Από μια άποψη, και τα δύο βιβλία σε μια «ξεχασμένη φρουρά» αναφέρονται. Σε συνέντευξη, που δημοσιεύεται ως τελευταίο, το 33ο, κείμενο του τόμου, ο Κουμανταρέας υποστηρίζει ότι οι συγγραφείς δίνουν στους ήρωές τους χαρακτηριστικά από τον εαυτό τους, σε «μια πορεία αυτογνωσίας». Αν ο στρατηγός του προηγούμενου βιβλίου είναι ένα τελευταίο alter ego του, τότε στο πρόσφατο, ως στρατηγός, κάνει προσκλητήριο μιας «ξεχασμένης φρουράς» ομοτέχνων. Γιατί μπορεί τα κείμενα του βιβλίου να γράφονται με αφορμή επιφανείς των γραμμάτων και των τεχνών, όμως οι διηγήσεις θυμίζουν και άλλους, από καιρό λησμονημένους. Κάτι σαν τα ξερά φύλλα, που τα στροβιλίζει ο άνεμος. Εδώ, πρόκειται για τον άνεμο των συνειρμών. Οπως και να έχει, αφορμή για το εκτενέστερο προσκλητήριο δίνει η συναγωγή των ποικίλων δημοσιευμάτων ενός άλλου συγγραφέα, που έχει την ίδια καλή συνήθεια να συγκεντρώνει σε αυτοτελείς εκδόσεις τα «παρακείμενά» του, όπως τα αποκαλεί. Πρόκειται για τον Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλο, αυτός, έτσι κι αλλιώς, στρατηγός. Το συγκεκριμένο κείμενο, που γράφει ο Κουμανταρέας για τον συνομήλικό του διηγηματογράφο, δεν προσδιορίζεται αν έχει δημοσιευτεί ή αν πρόκειται για ανέκδοτο γραπτό. Παρεμπιπτόντως, μια έλλειψη και των τριών τόμων είναι η μη αναφορά των πρώτων δημοσιεύσεων, η οποία και δεν καλύπτεται από τη γλαφυρή αφήγηση του προλόγου.

Ο Κουμανταρέας έχει αδυναμία σε κάποιους συγγραφείς, στους οποίους και επανέρχεται. Από τη γενιά του Μεσοπολέμου αναφέρεται για δεύτερη φορά στον Μυριβήλη και στον Καραγάτση. Η πρώτη μεταπολεμική φαίνεται να μην τον έχει απασχολήσει, με εξαίρεση τον Δημήτρη Χατζή, αν βεβαίως τον εντάξουμε σε αυτήν. Από τους συνομηλίκους του ξεχωρίζει τον Ταχτσή και, κυρίως, τον Ιωάννου. Για δεύτερη φορά αναφέρεται στον πρώτο, αποκαλύπτοντας τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε στην τύχη του βιβλίου του· το Τρίτο στεφάνι. Οσο για τον Ιωάννου, υπάρχει γι' αυτόν ένα κείμενο σε κάθε τόμο και μάλιστα, χωρίς μεταξύ τους επικαλύψεις. Το πρόσφατο ξεκινά με το ερώτημα. «Τι κάνει τον Γιώργο Ιωάννου τόσο μακρινό σήμερα;», και δίνει εφαλτήριο για να σχολιαστούν συγκριτικά οι συγγραφικές και αναγνωστικές συνήθειες κατά τη δεκαετία του '80 και την παρούσα «αλλοπρόσαλλη εποχή». Ο Κουμανταρέας πολιορκεί το ερώτημα συγκρίνοντας τον Ιωάννου με παλαιότερους και σύγχρονούς του συγγραφείς. Ανάμεσα στους πρώτους μνημονεύει και τον Παπαδιαμάντη, με αφορμή τις δυσκολίες που έχει ένας σημερινός αναγνώστης με τη γλώσσα και των δύο. Με την ευκαιρία, προτρέπει να ανατρέξουμε στο δοκίμιο Ο της φύσεως έρως, όπου, κατά τη γνώμη του, ο Ιωάννου «δημιουργεί ένα από τα ωραιότερα δοκίμια που έχουν γραφτεί για τον γιο του παπά». Εδώ θα διαφωνούσαμε. Παρόμοια κείμενα, που διυλίζουν την ερωτική ζωή ενός συγγραφέα, πιστεύουμε ότι δεν κομίζουν τίποτα για το έργο του. Να θυμίσουμε ότι το εν λόγω δοκίμιο δημοσιεύτηκε, το 1981, σε δύο αφιερωματικούς τόμους για τον Παπαδιαμάντη, στον δεύτερο με τον κρυπτικό τίτλο Επιζωγραφισμένης εικόνας αποκατάσταση. Δεν γνωρίζουμε τι εντύπωση είχε προκαλέσει τότε. Πάντως, 30 χρόνια αργότερα, μπορεί να θεωρηθεί το ξεκίνημα της τάσης που εστιάζει στον «ερωτικό Παπαδιαμάντη».

Τέλος, και σε αυτόν τον τόμο υπάρχουν κείμενα για νεότερους και νεότατους συγγραφείς. Ο Κουμανταρέας παίρνει και πάλι το ρίσκο να παρουσιάσει έναν πρωτοεμφανιζόμενο, παρά την αγνωμοσύνη που του έδειξε ο πρωτοεμφανιζόμενος της προηγούμενης συναγωγής κειμένων. Κατά τα άλλα, με τον γνωστό του τρόπο, «μυθοποιεί» τις αναμνήσεις του από γεγονότα και πρόσωπα. Οταν, μάλιστα, περιγράφει συγγραφείς που βρίσκονται στο λογοτεχνικό προσκήνιο, διόλου απίθανο ένας σημερινός αναγνώστης να αναρωτηθεί: «Μα είναι πράγματι έτσι ή μήπως πλάθει μυθιστορηματικούς ήρωες με πρώτη ύλη τα πραγματικά πρόσωπα;». Πάντως, στα κείμενα αυτής της δεκαετίας γράφονται για κάποια πρόσωπα και ορισμένες δυσάρεστες αλήθειες, τουλάχιστον περισσότερες από τις προηγούμενες φορές. Σε κάθε περίπτωση, η «μυθοποίηση» είναι περισσότερο ευπρόσδεκτη στα κείμενα που ανατρέχουν σε περασμένες εποχές, όπως εκείνο για παλαιότερες θεατρικές παραστάσεις. Στο Εμπρός ξεκίνα, πες τους γλυκά τους αναπαίστους ανασταίνει έναν ολόκληρο κόσμο: θεατράνθρωπους, θιάσους, σκηνές. Σε ένα σημείο παρατηρεί: «Πετάγομαι από το ένα θέμα στο άλλο και από τη μια παράσταση στην άλλη χωρίς χρονολογική σειρά. Μα δεν γράφω ιστορία...». Μακάρι να γραφόταν έτσι η ιστορία.

Στο πρώτο κείμενο του τόμου ο Κουμανταρέας εξομολογείται ότι «το συγγραφικό του στάδιο άρχισε κάτω από ένα πλατάνι», στην Κηφισιά, όπου παραθέριζε. Ηταν τότε επτά χρόνων, κατά τι μικρότερος από τον αφηγητή του Παπαδιαμάντη στο διήγημα Υπό την βασιλικήν δρυν. Δική του πηγή έμπνευσης στάθηκε, όχι η βασιλική δρυς, αλλά η ανατολική πλάτανος, όπως ονομάζονται τα πλατάνια της Κηφισιάς. Για τα παιδία τής σήμερον δεν υπάρχει ούτε πλάτανος ούτε δρυς, παρά μόνο «το δέντρο του Ιντερνετ». Ευτυχώς, όμως, γι' αυτά, υπάρχουν συγγραφείς με γερές ρίζες, σωστοί πλάτανοι, τους οποίους υποθέτουμε ότι, οσονούπω, χάρη στις στρατηγικές φιλαναγνωσίας του ΥΠΠΟΤ και του ΕΚΕΒΙ, θα αρχίσουν να διαβάζουν. Αυτά εν αναμονή του νέου βιβλίου του Κουμανταρέα, που, ασφαλώς, ετοιμάζεται. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Αρχαίες και νεότερες ημέρες τέχνης
Η θεμελιακή διαστροφή του δυτικού πολιτισμού
Οταν το πνεύμα μας δομείται πάνω σε αντιθέσεις
Νόημα και θεμέλια της ορθολογικότητας
Πιστός στις αντιφάσεις του
Μονόδρομος μιας παράλογης ειμαρμένης
Τα χαμένα χρόνια. Ελληνες εναντίον Ελλήνων όπως πάντα
Γυναικείες μορφές στο θέατρο του Σαίξπηρ και της Αναγέννησης
Αποκρυφιστικό, υπαρξιακό θρίλερ
Δωρητές και παρακολουθήσεις για μυστήρια ταλέντα
Πρωτοποριακά μηνύματα από τις σελίδες της Βίβλου και των βιβλίων
Η ψυχή του Δημήτρη Μητρόπουλου
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Λογοτεχνία
Πειραιάς
La Chunga, του Mario Vargas Liosa
Για τους ποιητές της δράσεως και του λόγου
Ο βυσσινόκηπος
Στο ντιβάνι του Δισκαναλυτή
Το εγχείρημα της χειραφέτησης του πνεύματος στον αιώνα του Διαφωτισμού
Κριτική βιβλίου
Συγκομιδή μιας δεκαετίας
Αρχαίες και νεότερες ημέρες τέχνης
Η θεμελιακή διαστροφή του δυτικού πολιτισμού
Οταν το πνεύμα μας δομείται πάνω σε αντιθέσεις
Νόημα και θεμέλια της ορθολογικότητας
Πιστός στις αντιφάσεις του
Μονόδρομος μιας παράλογης ειμαρμένης
Τα χαμένα χρόνια. Ελληνες εναντίον Ελλήνων όπως πάντα
Γυναικείες μορφές στο θέατρο του Σαίξπηρ και της Αναγέννησης
Αποκρυφιστικό, υπαρξιακό θρίλερ
Δωρητές και παρακολουθήσεις για μυστήρια ταλέντα
Πρωτοποριακά μηνύματα από τις σελίδες της Βίβλου και των βιβλίων
Η ψυχή του Δημήτρη Μητρόπουλου
Παιδικά βιβλία
Τα μάτια της γης με θησαυρούς στον Μαραθώνα
Συνέντευξη:Γιώργος Αριστηνός
Επειδή αιχμαλωτίστηκα από τον λόγο
Αφανής αναγνώστης
Διά βίου μάθηση
Από τις 4:00 στις 6:00
Ντροπή, ένα πανάρχαιο συναίσθημα με λίγους αποδέκτες
Εγραφε τραγούδια από καρδιάς
Άλλες ειδήσεις
Μονόλογος της λογικής για την τρέλα (όψη κι ανάποδη)
Οίκτος σε κοινή θέα