Έντυπη Έκδοση

Ο Γιώργος Αριστηνός μιλάει για ό,τι τον συγκινεί

Επειδή αιχμαλωτίστηκα από τον λόγο

Με τις επιφυλλίδες του στην Ελευθεροτυπία μίλησε για την τέχνη, για τη σχέση της λογοτεχνίας μες στη ζωή, για ανθρώπους που εκτίμησε και θέλησε να συστήσει στο μεγάλο κοινό.

Οπως ήταν η περίπτωση του Γιώργου Χειμωνά, αλλά και άλλων λιγότερο γνωστών. Γράφει πεζά, μυθιστορήματα, ενώ μόλις συνέλεξε την πιο πρόσφατη σοδειά δοκιμίων του και τα κυκλοφόρησε σε έναν τόμο με τίτλο Τοξικά απόβλητα (Κέδρος). Με αφορμή αυτό το βιβλίο μάς μίλησε.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ: Τα τελευταία χρόνια έχει επανέλθει το θέμα της εθνικής «καθαρότητας» και συνέχειας του Ελληνισμού. Η γλώσσα είναι εν τέλει απόδειξη;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΙΣΤΗΝΟΣ: Δεν φτάνει μόνον η γλώσσα. Μπορεί να μη γνωρίζει κάποιος καθόλου την ελληνική και να έχει ελληνική συνείδηση. Σε ένα ανάλογο παράδειγμα αναφέρεται και ο Κούντερα σε σχέση με την Τσεχοσλοβακία. Το θέμα της εθνικής ταυτότητας είναι πάρα πολύ παλιό. Αναζωπυρώνεται κατά εποχές, ανάλογα με τις ιδεολογικές εντάσεις που εκφράζονται. Ο 19ος αιώνας ήταν ένας στίβος αντιπαράθεσης εκείνων που υπερασπίζονταν αυτήν την ταυτότητα πάση θυσία, οι ελληνοκεντρικοί, με πρωταγωνιστή και κορυφαίο του χορού τον Παπαρρηγόπουλο, ο οποίος γράφει μια Ιστορία που προσπαθεί να συγκολλήσει τα «διεστώτα» με πειστικότητα, και το οποίο είναι ένα τέτοιο εγχείρημα μέσα στην ιδεολογική παραζάλη. Αυτό που μπορούμε να πούμε σήμερα, έπειτα από τόσες έρευνες και μελέτες που έχουν γραφτεί, είναι ότι υπάρχει μια συνέχεια και μια ενότητα που έρχεται από πάρα πολύ παλιά και η οποία εκφράζεται και μέσω της γλώσσας.

Χ.Π.: Υπάρχει όντως έκπτωση της γλώσσας, όπως ισχυρίζονται πολλοί;

Γ.Α.: Η γλώσσα αλλάζει, δεν μένει ποτέ η ίδια. Εκείνο που άλλαξε, που χάθηκε από την αττική διάλεκτο της κλασικής περιόδου, κατά τους 1ο και 2ο αι. είναι η δομή της γλώσσας. Η σύνταξη από συνθετική που είναι γίνεται αναλυτική, με τη βαθμιαία εξάλειψη του απαρεμφάτου παραδείγματος χάριν! Ομως στον 19ο αιώνα, από τον Κοραή και μετά, διαπιστώνεται σιγά σιγά ότι πρέπει να υπάρξει μια ώθηση, γιατί έχουμε ένα κράτος που διαμορφώνεται και που πρέπει να έχει τη γλώσσα του. Πρέπει να βρούμε τρόπους να διεκπεραιώσουμε αυτήν τη νέα πραγματικότητα.

Χ.Π.: Κινδυνεύει από μακροπρόθεσμο αφανισμό η ελληνική γλώσσα;

Γ.Α.: Οχι, δεν πιστεύω ότι κινδυνεύει η γλώσσα αυτή καθεαυτήν. Κινδυνεύει όμως στον βαθμό που πάει να παρασυρθεί από το κοινωνικό στραπάτσο που περνάμε τώρα. Να ακολουθήσει μέχρι τέλους την πολιτισμική μας έκπτωση....

Χ.Π.: Πάντως, όταν εσείς φτάσατε να «μεταφράσετε» τη γλώσσα του Παπαδιαμάντη, τι θα επιβιώσει σε μισό αιώνα από τώρα, η ήδη «στραπατσαρισμένη» ελληνική γλώσσα ;

Γ.Α.: Δεν ξέρω. Οι γλωσσολόγοι πάντως είναι πολύ λιγότερο φοβισμένοι από εμάς. Πιστεύουν ότι η γλώσσα είναι ένας οργανισμός που δέχεται καινούρια στοιχεία, τα αφομοιώνει, εμπλουτίζεται από αυτά και μας παρουσιάζεται κάθε φορά ως κάτι νέο, που είναι αυτό που μιλιέται.

Χ.Π.: Αν απλοποιηθεί τελείως και αντικατασταθεί από διεθνείς όρους ;

Γ.Α.: Εκεί έρχεται η λογοτεχνία, που είναι ένας ασφαλής τρόπος να ζωντανεύει κάθε φορά η γλώσσα, να γίνεται πιο ευλύγιστη και να βρίσκει κάθε φορά νέους τρόπους για να εκφράζει ακόμα και τις πλέον αδιόρατες αποχρώσεις που δεν θα μπορούσαν να εκφραστούν.

Χ.Π.: Παρατηρείται μεγάλη παραγωγή βιβλίων τα τελευταία χρόνια. Αισιοδοξείτε;

Γ.Α.: Δεν βλέπω και πάρα πολλά παραδείγματα που να δείχνουν ότι τείνουμε προς μια ανανέωση. Στον Μεσοπόλεμο είχαμε τον μοντερνισμό που έδωσε εντυπωσιακά δείγματα λογοτεχνικής γραφής. Τα τελευταία χρόνια είχαμε τις περιπτώσεις του Χειμωνά, του Δημητριάδη, του Μανιάτη, του Αρανίτση. Σήμερα πια κυριαρχεί ένα κλίμα σεναριακής πεζογραφίας.

Χ.Π.: Εχετε γράψει δοκίμια. Ο Δημήτρης Μαρωνίτης πιστεύει ότι καθώς έχει εξασθενήσει ο δοκιμιακός λόγος επηρεάζει αρνητικά την εξέλιξη της λογοτεχνίας.

Γ.Α.: Θα έλεγα κάτι περισσότερο. Το δοκίμιο είναι μια πρωτογενής δημιουργία. Διαβάζοντας κανείς το κείμενο του Ζήσιμου Λορεντζάτου «Στου τιμονιού το αυλάκι», ένα οδοιπορικό, μια ακτογραφία της ελληνικής επικράτειας, όπου με ένα πλοιαράκι τριγυρνάει τα νησιά και καταγράφει τις σκέψεις του, θα δει κανείς τον πλούτο και το βάθος της γραφής του. Ενα σύγχρονο μυθιστόρημα.

Χ.Π.: Είναι ο λόγος για τον οποίο φλερτάρετε και με την ταυτότητα του λογοτέχνη; Δεν σας αρκεί η θέαση του κόσμου μέσα από την κριτική ανάλυση;

Γ.Α.: Κατ' αρχάς δεν κάνω τη δουλειά ενός πανεπιστημιακού. Δεν είμαι εκείνος που θα γράψει μια μελέτη για τον Ροΐδη ή τον Καρκαβίτσα. Αυτά είναι δουλειά των κορμοράνων της βιβλιοθήκης, που αναλώνονται σ' αυτήν την περιπτωσιολογία. Είμαι ο άνθρωπος που περιπλανήθηκε μέσα στη λογοτεχνία και μέσα στη σκέψη της, προσπαθώντας να καταγράψω αυτό το πανόραμα με έναν τρόπο διόλου δεσμευτικό. Εξάλλου αυτή είναι η έννοια του δοκιμίου, να εκφράζεις με έναν τρόπο την ελευθερία σου.

Χ.Π.: Στα γραπτά σας διακατέχεστε από ένα έντονο ενδιαφέρον για τη ζωγραφική. Είναι ένα απωθημένο;

Γ.Α.: Πάρα πολύ μεγάλο. Ιδίως η αρχιτεκτονική. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι φίλοι μου είναι όλοι αρχιτέκτονες και ιστορικοί τέχνης. Με κάποιους από αυτούς, την Αννα Καφέτζη και τον Σωτήρη Σορόγκα, μαζί με τον Αρη Μπερλή βγάλαμε το πρωτοποριακό περιοδικό Σπείρα, μέσα από το οποίο προσπαθήσαμε να προωθήσουμε τα νέα γλωσσοκεντρικά ρεύματα. Εκεί πρωτοείδαμε τον Χειμωνά και τον εκτιμήσαμε.

Χ.Π.: Πώς είναι να γράφεις για κάποιον που βρίσκεται εν ζωή; Που μυθοποιείται προτού τον κρίνει ο χρόνος;

Γ.Α.: Με τον Χειμωνά υπήρξε πράγματι μια μυθοποίηση. Προσωπικά αιχμαλωτίστηκα από τον λόγο του. Με σαγήνευσε. Ηταν κάτι καινούριο, αλλά υπήρχαν και οι ιδιοσυγκρασιακές συγγένειες. Είμαι κι εγώ πολύ κοντά σ' αυτήν τη θανατολαγνεία, που εκφράστηκε μέσα από αυτόν τον γλωσσικό του ναρκισσισμό. Την ανασκαφή του ανθρώπινου σώματος όπως τη βλέπουμε στη «χειμαζόμενη» γραφή του. Δεν ξέρω τι θα γίνει στο μέλλον, αλλά είναι μια εξαιρετική περίπτωση, η οποία μάλιστα δεν προκύπτει σαφώς από καμία παράδοση. Οσο και να ψάξεις δεν θα τη βρεις. Εγραψα πάρα πολύ γι' αυτόν, έψαξα κι έσκαψα να βρω από πού προέρχεται.

Χ.Π.: Και τι βρήκατε;

Γ.Α.: Οπως είπα, δεν παραπέμπει πουθενά. Ισως να πηγαίνει προς την Αποκάλυψη του Ιωάννη, και προς τη Γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού. Και βέβαια προς τη λογοτεχνία του Κακού, Σαντ παλαιότερα και Μπατάιγ. Ενώ στους περισσότερους συγγραφείς βλέπουμε τις συγγένειες που υπάρχουν μέσα στη γραμματολογία μας, εκείνος έρχεται από το πουθενά.

Χ.Π.: Στο βιβλίο σας αναφέρεστε και σε εκλεκτές παρέες άλλων εποχών. Εσείς ποιους «μύθους» συναναστραφήκατε;

Γ.Α.: Γνώρισα τον Ζογγολόπουλο, τον Τσαρούχη και τον Δημήτρη Χατζή, με τον οποίο γίναμε φίλοι. Αυτές οι γενιές, που φαίνονται σήμερα πολύ σημαντικές γιατί κουβαλούν αυτήν την αύρα της μυθοποίησης, είχαν και αρκετά αρνητικά τατουάζ: την κατάρα αυτού του τόπου, τον ελληνοκεντρισμό. Σώνει και καλά να μιλούν για την Ελλάδα ως το κέντρο του κόσμου!

Χ.Π.: Το θεωρείτε «κατάρα»;

Γ.Α.: Οπως την έβλεπαν αυτοί, ναι! Οπως την έβλεπε ο Ελύτης, μέσα από έναν φανατισμό και μέσα στην αφέλεια του, ότι ο κόσμος ανακεφαλαιώνεται και συμπυκνώνεται στην ελληνική γλώσσα. Σ' αυτήν την παγίδα της Ελλάδας που σημάδεψε τα όρια της λογοτεχνίας μας και της σκέψης μας. Ο Τζόις, όταν προσπάθησαν να τον σπρώξουν προς μια ιρλανδική παράδοση και μια νεκρή γλώσσα, είχε το ένστικτο και την ευαισθησία να φύγει από την Ιρλανδία, να κόψει κάθε γέφυρα και να αποδεχτεί έναν κοσμοπολιτισμό ο οποίος τον λύτρωσε. Αν είχε μείνει στην Ιρλανδία, θα μπορούσε να τον έχει στραγγαλίσει και να καταλήξει να κάνει έναν προωθημένο νατουραλισμό, όπως έγινε εδώ κατά καιρούς. Ο ελληνοκεντρισμός μας, αυτή η εμμονή μας στα ιδεώδη αυτού του τόπου, στη «μεγαλοσύνη» του, ακόμα και από τον ψύχραιμο Σεφέρη, δεν μας ωφέλησε καθόλου! Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Πεντζίκης, ο οποίος ενώ ήταν από τους πρώτους που πήραν τα μηνύματα του μοντερνισμού -μετέφρασε μάλιστα και κάποιες σελίδες του Τζόις-, την ίδια στιγμή παρέμεινε στον σκληρό πυρήνα της ορθόδοξης παράδοσης, που τον περιόρισε από το να είναι αυτό που θα μπορούσε να είναι...

Χ.Π.: Τι άλλο ετοιμάζετε αυτόν τον καιρό;

Γ.Α.: Σύντομα θα κυκλοφορήσει το βιβλίο μου Flash στην νύχτα, από τις εκδόσεις Κέδρος. Ενα κείμενο συνεχούς ροής, όχι στην παράδοση του μονόλογου της Μόλι του Οδυσσέα του Τζόις. Είναι μια γλώσσα προωθημένη από τον αέρα των «flights of ideas», που υπακούει όμως σε άλλες ανάγκες από εκείνες που έκαναν τους μοντερνιστές συγγραφείς να γράψουν κατά εκείνον τον τρόπο. Ο θεματολογικός πυρήνας είναι ένας άνθρωπος μπλαζέ και μηδενιστής, που φτάνει ώς την αυτοκτονία.

Χ.Π.: Ο οποίος είστε εσείς;

Γ.Α.: Βεβαίως είμαι εγώ! Δεν υπάρχει κανένα κείμενο που να μην είναι αυτοβιογραφικό. Κι από την άλλη μεριά, μια νεαρή κοπέλα που επιχειρεί έναν εντελώς αδιέξοδο διάλογο και σχέση... *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Λογοτεχνία
Πειραιάς
La Chunga, του Mario Vargas Liosa
Για τους ποιητές της δράσεως και του λόγου
Ο βυσσινόκηπος
Στο ντιβάνι του Δισκαναλυτή
Το εγχείρημα της χειραφέτησης του πνεύματος στον αιώνα του Διαφωτισμού
Κριτική βιβλίου
Συγκομιδή μιας δεκαετίας
Αρχαίες και νεότερες ημέρες τέχνης
Η θεμελιακή διαστροφή του δυτικού πολιτισμού
Οταν το πνεύμα μας δομείται πάνω σε αντιθέσεις
Νόημα και θεμέλια της ορθολογικότητας
Πιστός στις αντιφάσεις του
Μονόδρομος μιας παράλογης ειμαρμένης
Τα χαμένα χρόνια. Ελληνες εναντίον Ελλήνων όπως πάντα
Γυναικείες μορφές στο θέατρο του Σαίξπηρ και της Αναγέννησης
Αποκρυφιστικό, υπαρξιακό θρίλερ
Δωρητές και παρακολουθήσεις για μυστήρια ταλέντα
Πρωτοποριακά μηνύματα από τις σελίδες της Βίβλου και των βιβλίων
Η ψυχή του Δημήτρη Μητρόπουλου
Παιδικά βιβλία
Τα μάτια της γης με θησαυρούς στον Μαραθώνα
Συνέντευξη:Γιώργος Αριστηνός
Επειδή αιχμαλωτίστηκα από τον λόγο
Αφανής αναγνώστης
Διά βίου μάθηση
Από τις 4:00 στις 6:00
Ντροπή, ένα πανάρχαιο συναίσθημα με λίγους αποδέκτες
Εγραφε τραγούδια από καρδιάς
Άλλες ειδήσεις
Μονόλογος της λογικής για την τρέλα (όψη κι ανάποδη)
Οίκτος σε κοινή θέα