Έντυπη Έκδοση

Ανέκδοτος Ψυχάρης

Ψυχάρης

Η νίκη του πόνου και της αγάπης

εισαγωγή-επιμέλεια έκδοσης:

Γεωργία Πατερίδου

Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, σ. 206, 18,81 ευρώ

Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται παράξενο να δημοσιοποιούνται ακόμη σήμερα «ευρήματα» της γενιάς του 1880. Ιδιαίτερα όταν δεν πρόκειται για έργα κάποιου ελάσσονος εκπροσώπου της, αλλά για λανθάνον διήγημα Παπαδιαμάντη ή για καταχωνιασμένο μυθιστόρημα Ψυχάρη. Το μόνο που αποδεικνύουν παρόμοια «ευρήματα» είναι η ολιγωρία των φιλολόγων. Βιβλιογραφίες, τακτοποίηση αρχείων, συγκεντρωτικές εκδόσεις συνιστούν μια «κουζινική», την οποία οι νεότεροι φιλόλογοι αντιμετωπίζουν μάλλον με υπεροψία, διακατεχόμενοι από τη γενικότερη τάση προς τις θεωρητικές ενασχολήσεις. Οπως και να έχει, το νεοφανές μυθιστόρημα του Ψυχάρη εντοπίστηκε το 2003 από τη Γεωργία Πατερίδου, ενόσω ολοκλήρωνε στο Πανεπιστήμιο του Μπίρμιγχαμ διδακτορική διατριβή για τα μυθιστορήματα του Ψυχάρη κι έκανε στην Αθήνα ένα τελικό τσεκάρισμα του Αρχείου του. Φαίνεται ότι το «εύρημα» δεν αξιολογήθηκε δεόντως, δεδομένου ότι δεν έγινε κάποια δημοσίευση, πέραν της αναφοράς του στην εκπονούμενη, τότε, διατριβή. Παρεμπιπτόντως, η ίδια σχετική αδιαφορία είχε επιδειχθεί πριν από δύο χρόνια και για ένα παπαδιαμάντειο «εύρημα». Το μυθιστόρημα του Ψυχάρη εκδόθηκε έξι χρόνια μετά τον εντοπισμό του, λίγο πριν συμπληρωθεί αιώνας, αφότου εκείνος είχε βάλει τελεία στο χειρόγραφο που βασάνιζε τουλάχιστον μία επταετία. «Σαββάτο, 16 του Μάη, 7 το βράδυ, 1914», σημειώνει στο τέλος, προσθέτοντας, «θα είναι αρχινημένο από το 1907· πρέπει να ερεβνηθεί». Ο Ψυχάρης σχεδίαζε την άμεση έκδοσή του, όπως δείχνει η σελίδα τίτλου, που είχε ετοιμάσει, με μότο από τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, καθώς το συνήθιζε, και χρόνο έκδοσης το 1914.

Την έκδοση, προφανώς, τη ματαίωσε η κήρυξη του Πολέμου, που ανέκοψε και την περιοδεία του στα Επτάνησα, την οποία θα πρέπει να ξεκίνησε μετά την ολοκλήρωση του μυθιστορήματος. Σε εκείνον τον Πόλεμο, ο Ψυχάρης έχασε τους δύο γιους του, τον πρώτο, μάλιστα, τον ποιητή Ερνέστο Ψυχάρη, τριάντα ενός ετών, στο ξεκίνημα των εχθροπραξιών, στις 22 Αυγούστου 1914. Μένει ζητούμενο, γιατί δεν το εξέδωσε στα υπολειπόμενα 15 χρόνια της ζωής του. Πολλοί παράγοντες μπορεί να λειτούργησαν ανασταλτικά, όπως το κατά πόσον η υπόθεση στηρίζεται σε προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα και οι ηρωίδες εμπνέονται από τις γυναίκες της ζωής του. Δεδομένου, μάλιστα, ότι με το συγκεκριμένο μυθιστόρημα ασχολήθηκε πιο εντατικά, σύμφωνα με την καταληκτική σημείωση, το καλοκαίρι του 1913. Δηλαδή, μια μεταβατική για «τα ψυχοφυσιολογικά του» περίοδο, καθώς βρισκόταν μεταξύ διαζυγίου και δεύτερου γάμου. Ισως, πάλι, ο Ψυχάρης των τελευταίων χρόνων να απείχε πολύ από εκείνον του 1893, που έδινε στην Αθήνα, τη παρουσία των Βασιλέων, διάλεξη για το Φιλί και σχεδίαζε με τον φίλο του Αργύρη Εφταλιώτη να μαζέψουν «πονηρά» ποιήματα στο «βιβλίο της ψ. και του μ».

Δεν γνωρίζουμε πόσο ενδιαφέρον προκαλεί σήμερα «Το Ταξίδι μου» ή «Τ' όνειρο του Γιαννίρη». Πάντως, το λανθάνον μυθιστόρημα του Ψυχάρη, γραμμένο σε μια γλώσσα περισσότερο φιλική από εκείνη των πρώτων βιβλίων του, είναι ένα από τα αισθησιακότερα μυθιστορήματά του. Είμαστε πεπεισμένοι ότι όποιος το πιάσει στα χέρια του θα το διαβάσει απνευστί, για να χρησιμοποιήσουμε τη δημοσιογραφική φρασεολογία. Τουλάχιστον εκείνη η μερίδα των αναγνωστών που ενθουσιάστηκαν με τον «Μεγάλο Ανατολικό» του Ανδρέα Εμπειρίκου. Κι εδώ δεν αναφερόμαστε στην ελευθεριότητα των σχέσεων που περιγράφονται, αλλά στις ατελείωτες στρατηγικές και τα κόλπα που μηχανεύεται ο ώριμος άντρας, όταν «λιμπίζεται» μια μικρή. Ιδιαίτερα, όμως, στη γλαφυρότητα της γλώσσας, όταν αραδιάζει χαϊδευτικά για το ποθητό θηλυκό, από τα ακροδάχτυλά του μέχρι τα «στηθάκια» του. Θα λέγαμε πως δύο λάτρεις της γυναίκας, ένας δημοτικιστής και ένας καθαρευουσιάνος, συναγωνίζονται σε λυρικό οίστρο.

Ο Ψυχάρης ανήκει στους νάρκισσους συγγραφείς, που προβάλλουν εαυτούς στους ήρωες των μυθιστορημάτων τους. Οταν, μάλιστα, δεν χωράει σε έναν ήρωα, μοιράζεται σε δύο, όπως στο μυθιστόρημα «Τα δύο αδέλφια» του 1910. Εκεί αντιπαραθέτει τον απολλώνιο και αφοσιωμένο στα γράμματα στον διονυσιακό κυνηγό των γυναικών. Στο πρόσφατο πλάθει και πάλι δύο αδέλφια, παραμερίζει όμως τα βιώματα του συγγραφέα, από τα οποία αντλεί στο προηγούμενο. Εδώ, αμφότεροι αγαπούν τις ερωτικές περιπέτειες. Η διαφορά στη συμπεριφορά τους έγκειται στον κοινωνικό χώρο που έτυχε να βρεθούν. Ο ένας έμεινε στη γενέτειρά τους Κωνσταντινούπολη, ενώ ο άλλος καζάντισε στο Παρίσι, χάρη στην αδελφή τους, που παντρεύτηκε Γάλλο. Η ικανότητα προσαρμογής, που επιδεικνύει ο Ελληνας, όταν βρίσκεται σε ξένο τόπο, απασχόλησε κατ' επανάληψη τον Ψυχάρη. Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα αναδεικνύει αυτήν την προσαρμοστικότητα στον ερωτικό τομέα, σαν έναν χωρίς ηθικές αναστολές μιμητισμό. Ο Ψυχάρης είχε κατά νου τον λόγιο της διασποράς, ωστόσο, οι αποχρώσεις του χαρακτήρα που πλάθει, επιβιώνουν λίγο-πολύ στον μεταπολεμικό μετανάστη ή και στον σημερινό Ελληνα του εξωτερικού. Να σημειώσουμε, πάντως, πως τόσο στα «Δύο αδέλφια» όσο και στο πρόσφατο, ο Ψυχάρης αντλεί έμπνευση και από την περίπτωση του πατέρα και του θείου του. Το μυθιστόρημα ξεκινάει το 1864, όταν ο πατέρας του ήταν 40 ετών και ζούσε στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ο θείος του στο Παρίσι.

Ο Ψυχάρης ακολουθεί μια καινοτόμο μορφή. Το μυθιστόρημα αποτελείται από τρία μέρη, «τρία τετράδια» όπως τα αποκαλεί, σταλμένα από τον έναν αδελφό, εκείνον της Κωνσταντινούπολης, στον άλλον στο Παρίσι. Είναι «ένα είδος ιδιοβιογραφία», που ο παραλήπτης δεν βρήκε χρόνο να διαβάσει. Οταν, όμως, του μήνυσαν πως ο αδελφός του πεθαίνει, πήρε το πρώτο ατμόπλοιο της γραμμής Μασσαλία - Κωνσταντινούπολη, να τον προλάβει. Τα δύο «τετράδια» τα διαβάζει στο βαπόρι πηγαίνοντας και το τρίτο, μετά τον θάνατο του αδελφού του, στο Παρίσι. Ο Ψυχάρης δεν παραθέτει ενιαία τα «τετράδια», αλλά διακόπτει την αφήγηση του ενός αδελφού με τις σκέψεις του άλλου καθώς διαβάζει. Ετσι, κάθε επεισόδιο της ερωτικής ιστορίας του ενός εναρμονίζεται με κάποιο αντίστοιχο του ερωτικού μπερδέματος του άλλου. Σαραντάρης ο Κωνσταντινουπολίτης ορέγεται μια δεκαεξάχρονη, που έχει νοικιάσει, με τη χήρα μάνα της, το «αχούρι» τους. Αντιστοίχως, ο Παριζιάνος βάζει στο μάτι μια νεαρή παντρεμένη. Και οι δύο ξεκινούν το κυνήγι γιατί έτσι «τους κάπνισε». Ως επιμύθιο, και οι δύο καταλήγουν από θηρευτές σε θηράματα. Ο ένας στον τάφο και ο άλλος στη φυλακή, δηλαδή παντρεμένος, καθώς η παντρεμένη, για κακή του τύχη, χήρεψε και ο γάλλος αδελφός της ανέλαβε να τιθασεύσει τον ρωμιό εραστή. Πιο βιτσιόζος αποδεικνύεται ο Κωνσταντινουπολίτης, που, μετά τη δεκαεξάχρονη, πόθησε και τη μικρότερη αδελφή της. Η επιμελήτρια θυμίζει την ελευθεριότητα των γαλλικών ρομάντζων και την επίδραση της αναδυόμενης, εκείνη την εποχή, φροϋδικής ψυχολογίας. Πάντως, ο Ψυχάρης προχωρά ένα βήμα παρακάτω από τον Φρόυντ. Στο τρίτο «τετράδιο» πλάθει μια Λολίτα, εμβαθύνοντας στη γυναικεία ψυχολογία, τότε, ακόμη, στα σπάργανα. Πάντως, οποιαδήποτε σεξουαλική παρεκτροπή κι αν επινοούν οι δύο αδελφοί, στη βία δεν καταφεύγουν. Ο θρίαμβος της κατάκτησης ενός θηλυκού συντελείται όταν εκείνο πέφτει στην αγκάλη τους ως ώριμο φρούτο.

Το επίμαχο ερώτημα είναι πώς εκδίδει κανείς ένα παρόμοιο «εύρημα». Το ρίχνει σκέτο στην αγορά, με τον τίτλο του, που σήμερα φαντάζει απηρχαιωμένος, αλλά με ένα εξώφυλλο ασορτί με το περιεχόμενό του; Ή επιλέγει ως εξώφυλλο φωτογραφία του Ψυχάρη και προτάσσει γενική περί Ψυχάρη εισαγωγή, παραθέτοντας και περίληψη της υπόθεσης; Επειδή το πρώτο είναι αρκετά παράτολμο, η Πατερίδου ακολουθεί το δεύτερο, δηλαδή την αμιγώς φιλολογική μορφή. Προτάσσει μια εισαγωγή 40 σελίδων (έναντι 140 σελίδων του μυθιστορήματος), που, παρά τη φιλολογική της επάρκεια, πιστεύουμε ότι στομώνει το ενδιαφέρον για την ανάγνωση του μυθιστορήματος. Πιστεύουμε, επίσης, ότι θα μπορούσε, αντί εισαγωγής, να αρκεστεί σε ένα επίμετρο μικρότερης έκτασης, εστιασμένο αποκλειστικά στο μυθιστόρημα. Παρεμπιπτόντως, οι πληροφορίες που δίνει η επιμελήτρια για το αρχείο Ψυχάρη προκαλούν σύγχυση, καθώς αναφέρονται δύο Βιβλιοθήκες. Μια πρώτη περιγραφή για την τύχη του πολύπαθου Αρχείου έχει δώσει η Αλκης Θρύλου. Ηταν ευκαιρία να δοθεί μια δεύτερη, πληρέστερη και οριστική. Οσο για ακριβές χρονολόγιο και γενική βιβλιογραφία Ψυχάρη, τα οποία προ πολλού θα έπρεπε να είχαν γίνει, είναι ψιλά γράμματα και μόνο εν Εσπερία γίνονται. Εδώ μας αρκεί το «Πατριάρχης του Δημοτικισμού».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ηλία Λάγιου, πράξεις και πειράματα
Στην καρδιά του (σύγχρονου αφρικανικού) σκότους
Η ξεχωριστή περίπτωση του Γιώργου Ζαμπέτα
Ιστορίες ακροτελεύτιων ημερών
Η ανακάλυψη της Ν. Υόρκης
Ορίζεται ο ποιητής; Υπάρχει μέθοδος;
Το αποκλίνον νόημα του κόσμου
Ενα πρόβλημα στην καρδιά της Μεταφυσικής
Βάκχες: Η ανθρώπινη ψυχή σε διαμάχη με τον εαυτό της
Ο φόβος της μετριότητας
Εκκλήσεις τώρα
Οι θησαυροί της μοναξιάς
Η επανάσταση των ταπεινών και η ελευθερία του καλλιτέχνη
Οι αρπαγείσες περιουσίες των Εβραίων της Ελλάδας
Οι ιστορικές εκδόσεις Δ.Ν.Παπαδήμα
Συνομιλώντας με τυπογραφία και πνεύματα της πέτρας
Διαιρεμένη σελίδα και διχασμένος εαυτός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ανέκδοτος Ψυχάρης
Ηλία Λάγιου, πράξεις και πειράματα
Στην καρδιά του (σύγχρονου αφρικανικού) σκότους
Η ξεχωριστή περίπτωση του Γιώργου Ζαμπέτα
Ιστορίες ακροτελεύτιων ημερών
Η ανακάλυψη της Ν. Υόρκης
Ορίζεται ο ποιητής; Υπάρχει μέθοδος;
Το αποκλίνον νόημα του κόσμου
Ενα πρόβλημα στην καρδιά της Μεταφυσικής
Βάκχες: Η ανθρώπινη ψυχή σε διαμάχη με τον εαυτό της
Ο φόβος της μετριότητας
Εκκλήσεις τώρα
Οι θησαυροί της μοναξιάς
Η επανάσταση των ταπεινών και η ελευθερία του καλλιτέχνη
Οι αρπαγείσες περιουσίες των Εβραίων της Ελλάδας
Οι ιστορικές εκδόσεις Δ.Ν.Παπαδήμα
Συνομιλώντας με τυπογραφία και πνεύματα της πέτρας
Διαιρεμένη σελίδα και διχασμένος εαυτός
Από τις 4:00 στις 6:00
Η μηχανή του χρόνου στο τραγούδι
Tom Petty
Άλλες ειδήσεις
Περί «καταραμένων ποιητών»
Εβδομάδα ποίησης στο Bacaro
Η περιπέτεια των χειρογράφων του Walter Benjamin και πώς επέζησε το πρώτο ποίημα επί δεκαετίες