Έντυπη Έκδοση

Εκκλήσεις τώρα

Roberto Bolanο

Τηλεφωνήματα

μτφρ.: Εφη Γιαννοπούλου

εκδόσεις Αγρα, σ. 296, 18 ευρώ

Η γραμμή κατειλημμένη, βουίζει μονότονα, κανείς δεν το σηκώνει, εκείνος δεν κατεβάζει το ακουστικό, επιμένει να καλεί τον αριθμό, καταλήγοντας να περνά τις ημέρες του μέσα σε τηλεφωνικούς θαλάμους όπου οι προσδοκίες του ψυχορραγούν. Οταν επιτέλους του απαντούν, δεν ακούει τη φωνή που περίμενε. Αλλος, σε κάποιον άλλο θάλαμο, βλέπει τις μονάδες του να λιγοστεύουν χωρίς να έχει προλάβει να πει κάτι σημαντικό. Σε άλλο διήγημα η Χ τηλεφωνεί στον Β για να τον χωρίσει. Κάποτε ο Β τηλεφωνεί στη Χ και η επανασύνδεση ξαφνιάζει εξίσου και τους δύο. Αλλη φορά ο Β μένει βουβός, ακούγοντας τη Χ στην άλλη άκρη της γραμμής να επαναλαμβάνει «εμπρός». Υστερα από καιρό η ίδια γυναίκα θα δολοφονηθεί από κάποιον άγνωστο, ενδεχομένως εραστή της, που την τρομοκρατούσε επί μακρόν με ανώνυμα τηλεφωνήματα. Ενας από τους απειράριθμους εραστές τής Ανν Μουρ την απειλεί τηλεφωνικώς ότι θα τη σκοτώσει, ενώ άλλος της τηλεφωνεί διαρκώς ρωτώντας τον λόγο του διαζυγίου τους. Η αυτοκτονία του δεν αργεί. Κάποτε η Ανν θα βρεθεί μόνη στη Βαρκελώνη να μετρά αναπάντητες κλήσεις, καθώς θα καλεί διάφορους τηλεφωνικούς αριθμούς, αδιάφορους να τη συντρέξουν. Το τηλεφώνημα μιας ντίβας του πορνό σε παροπλισμένο συνάδελφό της γίνεται αφετηρία μιας συντροφικότητας που θα αναστήσει παροδικά το αποστραγγισμένο σώμα του άντρα. Αλλού, ένα τηλεφώνημα από τον υπόκοσμο προκαλεί στον ήρωα υποθερμία, υποχρεώνοντάς τον να διασχίσει μια παγωμένη, κατασκότεινη Μόσχα. Αλλος σχηματίζει τον αριθμό της Κλάρας, καθησυχάζοντας τις τύψεις του για την απόσταση που μεθοδικά τηρεί απέναντί της, με «τηλεφωνήματα σύντομα, γελοία, όπου το μόνο που ήθελα να πω δεν ήταν δυνατόν να ειπωθεί». Μιλώντας μαζί της συνειδητοποιεί ότι έχει μεταμορφωθεί σε κάποια άλλη, σε μια «Κλάρα που ποτέ δεν θα μπορούσα να σώσω».

Στη διηγηματογραφική συλλογή του Ρομπέρτο Μπολάνιο οι τηλεφωνικές γραμμές είναι υπερφορτωμένες με χρόνο αδικαίωτο. Με χρόνο που τελείωσε άωρα, με χρόνο που είναι μόνο νοσταλγία χωρίς την υπόσχεση της επιστροφής, με χρόνο που δημιουργεί χασμωδίες ανάμεσα σε δύο φωνές οι οποίες παλεύουν ματαίως να αγγιχτούν. Η σαγηνευτική αυθορμησία της αφήγησης του χιλιανού συγγραφέα, κατακτημένη με κόπο και μαεστρία, παρακολουθεί πρόσωπα εξόριστα, είτε κυριολεκτικώς είτε μεταφορικώς. Ο Χιλιανός εξόριστος στη Μόσχα, λόγου χάριν, στο διήγημα «Χιόνι», βιώνει ένα αίσθημα εκρίζωσης απαράλλαχτο με αυτό που τυραννά την Αμερικανίδα Ανν Μουρ στις ακατάπαυστες περιπλανήσεις της στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν ο πρώτος γλιτώνει από τον νόστο καταφεύγοντας σε παρακινδυνευμένες δοσοληψίες με τη ρωσική μαφία, καταλήγοντας να αναπολεί μια ανύπαρκτη πατρίδα, μια Χιλή διαθλασμένη μέσα από το μοσχοβίτικο αχανές, η Ανν Μουρ αλλάζει συνεχώς ερωτικούς συντρόφους με την ελπίδα να θεραπευτεί κάποτε από το ανικανοποίητο που τη σακατεύει. Θα ήταν δυνατόν να ειπωθεί ότι η πλησμονή απέχει από τη ζωή της Ανν Μουρ όσο απέχει και η Χιλή από τη Μόσχα. Ο «Βίος τής Ανν Μουρ» είναι ίσως το πιο γοητευτικό και συνάμα το πιο μελαγχολικό πεζό του τόμου. Η βιογραφία συντίθεται από επεισόδια που αναφέρονται παρατακτικά, σε σύντομες προτάσεις και σε έναν μονότονο, βαριεστημένο ρυθμό, ο οποίος σε συνδυασμό με τη μεγάλη έκταση του κειμένου δημιουργεί την αίσθηση της βραδυπορίας και της στατικότητας. Το παράδοξο είναι ότι η δυσκινησία της αφήγησης αντιβαίνει στην υπερκινητικότητα της ηρωίδας. Η αεικίνητη Ανν Μουρ δεν κατορθώνει να δραπετεύσει από την πλήξη της ούτε για μια στιγμή. Παρά τις σπασμωδικές της μετακινήσεις η ανεστιότητά της παραμένει αμετακίνητη. Διότι πουθενά δεν βρίσκει «κάτι πολύ δυνατό» απ' το οποίο να αρπαχτεί με ασφάλεια, «ένα ψηλό κλαδί», απ' όπου θα μπορούσε να κάνει «τις ασκήσεις της, τα ακροβατικά της», τα απαραίτητα για την επιβίωση, σαν να έκανε τεχνητές αναπνοές στην κάθε μέρα της. Οι θνησιγενείς επιθυμίες της τής προκαλούν ένα επίμονο αίσθημα στέρησης. Κάθε της βήμα ποδοπατά τον φόβο της για μια επικείμενη έκρηξη, που είναι σίγουρη ότι την παραμονεύει «κουλουριασμένη πίσω από μια οποιαδήποτε μέρα». Ολα της τα βήματα γίνονται πάνω στη «διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο να βάλει και το να μη βάλει τις φωνές». Οταν ο αφηγητής τη συναντά κάποτε, σκέφτεται ότι: «κατά κάποιον τρόπο εκείνη κι εγώ είχαμε διατρέξει τον ίδιο χάρτη, τους ίδιους πολέμους, μια κοινή αισθηματική αγωγή». Η εντύπωσή του επιβραβεύεται στην αμέσως επόμενη φράση: «Στις πέντε το πρωί, ίσως και πιο αργά, πήγαμε στο κρεβάτι και κάναμε έρωτα».

Οι γυναίκες των διηγημάτων προβάλλουν εξαϋλωμένες, μοιραίες, στοχαστικές και πάσχουσες. Οι ενδοδιηγητικοί αφηγητές δυσκολεύονται πολύ να βγουν από την επήρειά τους, ενώ όλοι ανεξαιρέτως είναι παντελώς ανήμποροι μπροστά στην απελπισία των ερωμένων τους. Η Σοφία με το λυμφατικό, ατάιστο σώμα της μοιάζει να φεύγει ολοένα από τη ζωή, αλλά ο σύντροφός της αδυνατεί να φύγει από τη ζωή της. Μέχρι και το τέλος του κειμένου περιφέρονται αγκιστρωμένοι ο ένας από τον άλλο στον κλοιό της θλίψης τους. Αντιθέτως, ο εραστής της Κλάρας τολμά να την εγκαταλείψει, αν και αργότερα η μεταμέλεια τον αναγκάζει να την αναζητήσει. Ομως τα όνειρα αρνούνται τις αποφάσεις της εγρήγορσης. Η γυναίκα που συναντά καθ' ύπνους ήταν «ψηλή, με μικρά στήθη, λεπτή, με μακριά πόδια, με καστανά και βαθιά μάτια, μια γυναίκα που ποτέ δεν θα ήταν η Κλάρα και που με την παρουσία της την εξαφάνιζε [...]».

Ανάλογη σκληρότητα δέχεται από το υποσυνείδητό του και ο Β. Ενα βράδυ ονειρεύεται «έναν χιονάνθρωπο που περπατάει στην έρημο». Μολονότι το πείσμα του κινδυνεύει να λιώσει την υπόστασή του, εκείνος κάνει μια κατεργαριά, «περπατά τη νύχτα όταν τα παγωμένα αστέρια σαρώνουν την έρημο». Ομως ο Β δεν είναι χιονάνθρωπος και στη δική του έρημο, που έχει τη μορφή τής Χ, κάθε τηλεφώνημά της, ψυχρό όσο και οι έρημες νύχτες του, τον εξαφανίζει και από λίγο.

Ο Χιλιανός που φιλονικεί επισταμένως, σχετικά με τη φυσιογνωμία της πατρίδας του, στο διήγημα «Ντετέκτιβ», με ομοεθνή συνάδελφό του, φαίνεται επίσης τραυματισμένος από την εκδικητικότητα των ονείρων. Συλλογίζεται με θυμό ότι όσοι, όπως εκείνος, έμειναν στη χώρα, βασανίζονται από εφιάλτες, «μόνο και μόνο επειδή κάποιος έπρεπε να μείνει να κάνει μαύρη τη ζωή του με τα όνειρα». Η κωμικότητα του εν λόγω πεζού συγκαλύπτεται από τον φιλοσοφικό οίστρο των δύο ηρώων, οι οποίοι επί της ουσίας απεραντολογούν, ναυαγισμένοι σε ασυνάρτητα αξιώματα και κενολογίες. Ο επίπεδος χαρακτήρας του διαλόγου αποσιωπά εντέχνως τις γωνίες της ειρωνείας του Μπολάνιο, στις οποίες τσακίζεται η σοβαροφάνεια των συνομιλητών. Εκείνοι όμως που φέρουν τα περισσότερα σημάδια της καυστικότητας του συγγραφέα είναι με απόσταση οι αποτυχημένοι γραφιάδες των διηγημάτων του. Ενα αίνιγμα: Για ποιο λόγο οι καλοί ποιητές αρέσουν στους κακούς ποιητές; Μια «πονεμένη» απάντηση: Ενας καλός ποιητής «μιλά για τον πόνο και από τον πόνο», «και οι κακοί ποιητές συνήθως υποφέρουν σαν πειραματόζωα, κυρίως κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης νιότης τους».

Στο διήγημα «Μια λογοτεχνική περιπέτεια» επιχειρείται η συγκριτική αποτίμηση δύο άσπονδων συγγραφέων, του Α και του Β. Τυχερός ο Α, «είναι διάσημος, έχει χρήματα, αναγνωστικό κοινό, τις μεγαλύτερες φιλοδοξίες (και μ' αυτήν τη σειρά) στις οποίες μπορεί να προσβλέπει ένας άνθρωπος των γραμμάτων». Ατυχος ο Β. Στο τελευταίο του πεζογράφημα ο Β παρωδεί αβυσσαλέα τον Α. Ο Α σε άρθρο του επαινεί ενθουσιωδώς το βιβλίο. Ο Β καταρρέει. Ο Α είναι άραγε, σε αντίθεση με ό,τι πίστευε μέχρι τότε για εκείνον, ένας ακέραιος λογοτέχνης, από τη στιγμή που αναγνώρισε με μεγαθυμία τη δεδομένη, ούτως ή άλλως, αξία του βιβλίου του, ή μήπως πίσω από τα εγκώμιά του ελλοχεύει η χλεύη; Μήπως πάλι ο Α είναι υπερβολικά ηλίθιος για να αντιληφθεί την κοροϊδία στο βιβλίο τού Β, γι' αυτό άλλωστε δεν θύμωσε μαζί του; Μήπως ο Α γράφει καλύτερα από τον Β; Ο Β θα περάσει μια ολόκληρη μέρα τηλεφωνώντας στον Α.

Η ειρωνική ματιά του Μπολάνιο, παρά τη διαπεραστική της οξύτητα, δεν γίνεται ποτέ χλευαστική, αλλά αντιθέτως επιδρά στην αφήγηση σαν ενισχυτής της συγκίνησης. Τα μειδιάματα της γραφής γίνονται ιάματα της μελαγχολίας. Ο συγγραφέας περιγελά τους ήρωες, αλλά δεν υποτιμά τη θλίψη τους. Οι κλήσεις που μένουν χωρίς απόκριση είναι το πιο σπαρακτικό μοτίβο της συντριβής τους.

Οπως μας υπενθυμίζει ο αφηγητής, που είχε κάνει κάποτε έρωτα με την Ανν Μουρ, ο πόνος είναι ένα «επαρκές αίνιγμα» ή, αλλιώς, «η (αινιγματική) απάντηση όλων των αινιγμάτων». Αν εισχωρούσαμε στους θαλάμους της μυθοπλασίας, τη στιγμή που οι ήρωες ετοιμάζονται να ρίξουν το κέρμα στην υποδοχή της τηλεφωνικής συσκευής, θα ασφυκτιούσαμε από τον πόνο τους, τον οποίο πασχίζουν να στραγγαλίσουν με καλώδια τηλεφωνικών γραμμών.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ανέκδοτος Ψυχάρης
Ηλία Λάγιου, πράξεις και πειράματα
Στην καρδιά του (σύγχρονου αφρικανικού) σκότους
Η ξεχωριστή περίπτωση του Γιώργου Ζαμπέτα
Ιστορίες ακροτελεύτιων ημερών
Η ανακάλυψη της Ν. Υόρκης
Ορίζεται ο ποιητής; Υπάρχει μέθοδος;
Το αποκλίνον νόημα του κόσμου
Ενα πρόβλημα στην καρδιά της Μεταφυσικής
Βάκχες: Η ανθρώπινη ψυχή σε διαμάχη με τον εαυτό της
Ο φόβος της μετριότητας
Οι θησαυροί της μοναξιάς
Η επανάσταση των ταπεινών και η ελευθερία του καλλιτέχνη
Οι αρπαγείσες περιουσίες των Εβραίων της Ελλάδας
Οι ιστορικές εκδόσεις Δ.Ν.Παπαδήμα
Συνομιλώντας με τυπογραφία και πνεύματα της πέτρας
Διαιρεμένη σελίδα και διχασμένος εαυτός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ανέκδοτος Ψυχάρης
Ηλία Λάγιου, πράξεις και πειράματα
Στην καρδιά του (σύγχρονου αφρικανικού) σκότους
Η ξεχωριστή περίπτωση του Γιώργου Ζαμπέτα
Ιστορίες ακροτελεύτιων ημερών
Η ανακάλυψη της Ν. Υόρκης
Ορίζεται ο ποιητής; Υπάρχει μέθοδος;
Το αποκλίνον νόημα του κόσμου
Ενα πρόβλημα στην καρδιά της Μεταφυσικής
Βάκχες: Η ανθρώπινη ψυχή σε διαμάχη με τον εαυτό της
Ο φόβος της μετριότητας
Εκκλήσεις τώρα
Οι θησαυροί της μοναξιάς
Η επανάσταση των ταπεινών και η ελευθερία του καλλιτέχνη
Οι αρπαγείσες περιουσίες των Εβραίων της Ελλάδας
Οι ιστορικές εκδόσεις Δ.Ν.Παπαδήμα
Συνομιλώντας με τυπογραφία και πνεύματα της πέτρας
Διαιρεμένη σελίδα και διχασμένος εαυτός
Από τις 4:00 στις 6:00
Η μηχανή του χρόνου στο τραγούδι
Tom Petty
Άλλες ειδήσεις
Περί «καταραμένων ποιητών»
Εβδομάδα ποίησης στο Bacaro
Η περιπέτεια των χειρογράφων του Walter Benjamin και πώς επέζησε το πρώτο ποίημα επί δεκαετίες