Έντυπη Έκδοση

Ο μετρ

Κόσμος μπαινόβγαινε, το τηλέφωνο δεν σταματούσε, κι αυτός, σαν ζογκλέρ, τα προλάβαινε όλα. Περνούσε με ευκολία από την ψυχρή ευγένεια στη λεπτή ειρωνεία, απ' τον συγκρατημένο θυμό στην εγκαρδιότητα και στην πηγή της, το χιούμορ. Οπως ο σπουδαίος ηθοποιός, άλλαζε έκφραση, ακαριαία.

Ξάφνου απομονώθηκε με μολύβι και χαρτί, βλέμμα υπνοβάτη πήρε, με κάτι βιβλικό στην όλη του κοψιά, σαν ένας Νώε που σώζει λέξεις. Ζήτησε συγγνώμη γι' αυτό από κάποιον που του 'κανε παρέα, και είπε ο άλλος να πάει δίπλα για να μην τον αποσπά, όχι, να κάτσεις, με βοηθά που είσαι εδώ - ίσως για να μη χαθεί στης γραφής τον λαβύρινθο, ήταν ο άλλος η Αριάδνη του, όταν κοιτούσε προς τη μεριά του, ο άλλος ένιωθε διάφανος. Του είπε πως θα του αφιερώσει το κείμενο επειδή έκατσε ήσυχος, όπως μια γριά σ' ένα παιδί την καραμέλα.

Θα πήγαιναν κάπου για φαγητό. Στον δρόμο συνάντησαν έναν άντρα μ' ένα παιδί στην αγκαλιά. Πρέπει να 'δινε συχνά λεφτά σ' αυτό τον άνθρωπο, φάνηκε από τον τρόπο που τον ευχαρίστησε ο άλλος, κοιτώντας τον στα μάτια, μην κοιτώντας στιγμή τι περιείχε το πλατύ χέρι του. Επειτα, με το ίδιο χέρι, αφού βόλεψε το πορτοφόλι στην αριστερή εσωτερική τσέπη του παλτού του, σταύρωσε το στέρνο του σαν λειτουργιά, γιατί περνούσαν έξω από μια εκκλησία.

Στο εστιατόριο ήπιε δύο ουίσκι και κάπνισε ισάριθμα τσιγάρα, ένα πριν από το φαγητό κι ένα μετά. Εμοιαζε αυτό σαν φόρος τιμής στον νεκρό του πατέρα, που ήταν στρατιωτικός. Του άρεσε να αφηγείται ιστορίες για τους μεγάλους της λογοτεχνίας που γνώρισε και αγάπησε. Κάποια στιγμή, ανάμεσα στ' αστεία, είπε: «Ο έρωτας δεν λέγεται με λόγια», κι έγινε σιωπή.

Πλησίαζε η ώρα που θα 'φευγαν κι ο άλλος τον ρώτησε τι θα έκανε μετά. «Θα πάρω ταξί», είπε, «μόλις φτάσω στο σπίτι θα πέσω να κοιμηθώ, θα ξυπνήσω κατά τις εννιά, θα κάνω καφέ και θ' ανάψω την τηλεόραση, κι ο κόσμος όλος τότε θα 'ναι μια τρίχα απ' τ' αρχίδια μου». Πίσω από τούτη την οίηση ο άλλος ένιωσε τη μασκαρεμένη πληγή, έπαρση θλιβερή, σαν ακριβό γάντι σε ψεύτικο χέρι. Τον φαντάστηκε να ξυπνά μ' εκείνη την ήρεμη θλίψη στο πρόσωπο, συμφιλιωμένος μαζί της όπως μ' αδελφή μικρότερη, εγωίστρια και κακομαθημένη. Οταν τον αποχαιρέτησε, στάθηκε και κοίταξε τα κορμιά που πήγαιναν και πήγαιναν, ψυχές στεγνωμένες απ' της μοναξιάς τ' αγέρι· είχε σβήσει κι εκείνος κάθε έκφραση απ' το πρόσωπο προτού χαθεί στην επικράτεια της ράχης.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη:Ιουλίτα Ηλιοπούλου
Οδυσσέας Ελύτης - 100 χρόνια από τη γέννησή του
Κριτική βιβλίου
Ολα στη φύση μοιάζουν σοφά
Το Εθνικό θέατρο και οι αρχαίοι τραγικοί
Ο Παπαδιαμάντης ως μεταφραστής
«Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί»
Εύληπτη κοινωνική μελέτη
Το απολωλός πρόβατο
Οψεις της ανάγνωσης
Θα επηρεάσει η κρίση τα εξώφυλλα και την εμφάνιση των βιβλίων;
Λεξικό
Αναγωγή στις ρίζες!
Η Τρίτη Ανάγνωση
Ανίχνευση της ελληνικότητας
Από τις 4:00 στις 6:00
Τα ποτάμια... γυρίζουν πίσω στη μουσική
Ο βασιλιάς συνθέτης των Pink Floyd
Άλλες ειδήσεις
Ο μετρ
Διαδικτυακό εικονοστάσιο
Ο John Lennon και ο Δρόμος
Το εγχείρημα της χειραφέτησης του πνεύματος στον αιώνα του Διαφωτισμού