Έντυπη Έκδοση

Michel le Grand!

Αν αναρωτιέστε ποιος είναι ο σημαντικότερος συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής, ο Μισέλ Λεγκράν δεν έχει καμία αμφιβολία: είναι ο ίδιος κι έρχεται στη Σάνη να μας το αποδείξει

Κάποιοι ασχολήθηκαν με τη μουσική από ανάγκη. Αλλοι, από τύχη. Ο Μισέλ Λεγκράν από... ανία. Οταν ο πατέρας του τους εγκατέλειψε και η μεγαλύτερη αδερφή του άρχισε να πηγαίνει σχολείο, εκείνος έμενε μόνος στο σπίτι με ένα παλιό πιάνο και μια κουφή γιαγιά. Για να περάσει κάπως η ώρα, ξεσήκωνε στο πιάνο όποιο τραγούδι άκουγε στο ραδιόφωνο. Ηταν μόλις τεσσάρων χρόνων.

Σήμερα είναι 77 και, όπως μας λέει τηλεφωνικά από το Παρίσι, δουλεύει πολύ σκληρά για να προλάβει να κάνει όσα θέλει. Στο φορτωμένο πρόγραμμά του, πάντως, βρήκε χώρο η συναυλία που θα δώσει με την Αλισον Μουαγέ την 1η Αυγούστου στο Φεστιβάλ της Σάνης στη Χαλκιδική.

Παράλληλα, στο πλαίσιο της 50ής επετείου του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το Sani Festival διοργανώνει και ένα τριήμερο με προβολές ταινιών τη μουσική των οποίων έγραψε ο Λεγκράν. Το αφιέρωμα θ' αρχίσει στις 30 Ιουλίου με τις «Ομπρέλες του Χερβούργου», που θα προλογίσει μάλιστα ο Διονύσης Σαββόπουλος, και θα συνεχιστεί στις 31/7 και 2/8. Θα προβληθεί επίσης ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του δημιουργού της τζαζ Αμπντουλά Ιμπραήμ.

Ο Λεγκράν γνώρισε τη Μουαγέ πέρσι στη Βρετανία. «Μου άρεσε πολύ ο τρόπος που τραγουδούσε» μας λέει. Δεν ξέρουμε αν η βρετανίδα τραγουδίστρια «ταλαιπωρήθηκε» όσο η Νάνα Μούσχουρη με τους συνθετικούς ακροβατισμούς του διάσημου συνθέτη, απαίτηση που μπορούσε φυσικά να έχει από μια καλλιτέχνιδα με τόσο μεγάλες φωνητικές δυνατότητες, η Μούσχουρη πάντως τον περιγράφει στην αυτοβιογραφία της ως πολύ απαιτητικό, αυστηρό, αλλά και συγχρόνως έναν μεγάλο δάσκαλο.

«Οταν γράφω ένα τραγούδι», παρατηρεί ο ίδιος, «είτε πρόκειται για τη Μούσχουρη, για τον Σινάτρα ή για τον Μορίς Σεβαλιέ, το γράφω στο στιλ του καλλιτέχνη που θα το ερμηνεύσει. Κυρίως όμως γράφω τα τραγούδια για τον εαυτό μου».

Παιδί-θαύμα, μπήκε στο Ωδείο του Παρισιού τέσσερα χρόνια πριν από την κανονική ηλικία. Δεν ήταν μόνο το έμφυτο ταλέντο του, ίσως κληρονομιά και από τον πατέρα του, συνθέτη του διάσημου «Irma la Douce», αλλά και η σκληρή δουλειά πλάι στο ιερό τέρας της μουσικής Νάντια Μπουλανζέρ, που του έδωσαν τις βάσεις για να καθιερωθεί αργότερα ως, και, κορυφαίος πιανίστας. Ωστόσο φρόντισε να μάθει να παίζει όλα τα όργανα, ώστε, όπως έχει πει, «κανείς από την ορχήστρα να μην μπορεί να με κοροϊδέψει».

Βρισκόμαστε στα πρώτα χρόνια της μεταπολεμικής Γαλλίας. Ο Λεγκράν βγάζει το χαρτζιλίκι του συνοδεύοντας στο πιάνο γάλλους τραγουδιστές, όταν το 1945 η ζωή του ξαφνικά αλλάζει. Μια συναυλία του Ντίζι Γκιλέσπι στο Παρίσι τον βάζει στον μαγικό κόσμο της τζαζ, ένα πάθος που δεν τον εγκατέλειψε ποτέ.

«Πρώτη φορά στη ζωή μου άκουσα τότε μπιμπόμπ, κάτι που μέχρι τότε δεν ξέραμε στην Ευρώπη. Από τότε συνεργάστηκα με σπουδαίους μουσικούς όπως ο Σταν Γκετζ ή ο Μάιλς Ντέιβις και οι συνεργασίες αυτές μου άλλαξαν τη ζωή με κάθε τρόπο γιατί είχα τη δυνατότητα να ταξιδέψω, να ηχογραφήσω και να παίξω μαζί με αυτούς τους καλλιτέχνες», λέει στο «7».

«Χωρίς κουλτούρα οι Αμερικανοί»

Το 1954 οι προβολείς πέφτουν πάνω του, όταν η Κολούμπια του αναθέτει να κάνει έναν δίσκο με αγγλικές μεταφορές διάσημων γαλλικών τραγουδιών. Το «Ι love Paris» πουλάει 8 εκατ. αντίτυπα, κάνοντας τον Λεγκράν αστέρι πρώτου μεγέθους όχι τόσο στη Γαλλία αλλά στην Αμερική.

Είναι η στιγμή που ο Μορίς Σεβαλιέ τον κάνει μουσικό διευθυντή και μαζί περνούν τον Ατλαντικό. Χρόνια αργότερα θα πει πως, αν και λατρεύει τους Αμερικανούς, είναι ένα έθνος χωρίς κουλτούρα. «Η ζωή είναι πολύ εύκολη και όσο περνάει ο καιρός γίνεσαι όλο και λιγότερο απαιτητικός με τον εαυτό σου» είχε δηλώσει στον «Ιντιπέντεντ».

-Το Χόλιγουντ ήταν πάντα ένας πειρασμός για τους ευρωπαίους δημιουργούς. Εσείς νιώσατε κάποια στιγμή ότι αναγκαστήκατε να κάνετε παραχωρήσεις;.

«Ηταν πολύ ενδιαφέρον να δουλεύω εκεί. Αλλά ποτέ δεν έκανα κάποιο συμβιβασμό. Ούτε εκεί, ούτε πουθενά αλλού στη ζωή μου. Ετσι είμαι εγώ!»

Αν και μακριά από την πατρίδα του, η δύναμη της νουβέλ βαγκ είχε ήδη αρχίσει να φτάνει ώς εκεί. Συνεργάζεται με τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες συμπατριώτες του παράγοντας δεκάδες σάουντρακ. Είναι όμως η συνεργασία του με τον Ζακ Ντεμί και τις «Ομπρέλες του Χερβούργου» που τον αποθέωσαν.

Η ταινία αρχικά απορρίφθηκε από τη μισή κινηματογραφική βιομηχανία, αφού το εγχείρημα των διαλόγων που τραγουδιούνται θεωρήθηκε σίγουρη αποτυχία, κατάφερε, όμως, όχι μόνο να κερδίσει τον Χρυσό Φοίνικα των Κανών το 1964, αλλά και να μείνει στην ιστορία ως μια σύνθεση που ακόμα συγκινεί.

«Ηταν σπουδαία εποχή», θυμάται ο Λεγκράν, «γιατί υπήρχαν μεγάλοι σκηνοθέτες που σε ενέπνεαν να γράψεις καλή μουσική. Σήμερα οι ταινίες είναι διαφορετικές. Δεν έχω δει μια γαλλική ταινία που να είναι αριστούργημα. Τότε εμείς κάναμε τέτοιες ταινίες. Ο μόνος τρόπος να γράψεις καλή κινηματογραφική μουσική είναι να κάνεις κάθε φορά κάτι καινούριο. Να πηγαίνεις ένα βήμα πέρα από τα συνηθισμένα, να ψάχνεις το διαφορετικό, το αυθεντικό. Είναι πολύ δύσκολο, αλλά εγώ το καταφέρνω γιατί έχω πολλές ιδέες και μεγάλη φαντασία», συμπληρώνει.

Σ' αυτό δεν έχει άδικο. Πριν από λίγες μέρες η Αμερικανική Ακαδημία ανακοίνωσε ότι, αν η μουσική μιας ταινίας δεν έχει ένα συγκεκριμένο επίπεδο, τότε δεν θα προτείνεται καν ως υποψήφια για Οσκαρ. Είναι γεγονός ότι η κινηματογραφική μουσική δεν θυμίζει σε τίποτα παλιότερες δεκαετίες. Υπήρχαν χρονιές που, ακόμα και τα «χαμένα» τραγούδια, αυτά που δεν κέρδιζαν Οσκαρ, ήταν σπουδαία. Ομως, όλο και λιγότερα καινούρια τραγούδια γράφονται αποκλειστικά για ταινίες. Κάποτε τα στούντιο πλήρωναν για συνθέτες, τώρα πια για δικαιώματα.

-Οταν ολοκληρώσετε μια σύνθεση, καταλαβαίνετε αν έχετε γράψει ένα καλό ή ένα κακό κομμάτι;

«Αυτό λέγεται επιλογή, λέγεται ταλέντο. Τίποτα δεν είναι εύκολο».

«Θέλω να κάνω τα πάντα», μου λέει ο Λεγκράν. «Να συνθέτω, να γράφω τζαζ και κλασικά, να γράφω για το σινεμά, το θέατρο, την τηλεόραση, να παίζω πιάνο, να τραγουδάω. Αγαπώ τη μουσική με κάθε δυνατό τρόπο!»

Τρία Οσκαρ, πέντε Γκράμι

Πάντως, αν δεν υπήρχε ο Ζακ Μπρελ, δεν θα αποφάσιζε ποτέ να μπει μπροστά από το μικρόφωνο και να τραγουδήσει τις δικές του συνθέσεις. Το 1966 φεύγει με τη γυναίκα του και τα τρία τους παιδιά για το Λος Αντζελες.

Περνά εκεί τρία πολύ παραγωγικά χρόνια και το 1968 γράφει τη δεύτερη μεγάλη του επιτυχία «The windmills of your mind», το σάουντρακ της ταινίας του Νόρμαν Τζούισον «Υπόθεση Τόμας Κράουν», που του χαρίζει το πρώτο από τα τρία Οσκαρ που θα ακολουθήσουν («Summer of '42» και «Yentl» με την Μπάρμπαρα Στρέιζαντ). Εχει προταθεί άλλες 13 φορές και έχει κερδίσει και πέντε Γκράμι.

Τη δεκαετία του '80 αφιερώνει το χρόνο και την ενέργειά του στην τζαζ, δημιουργώντας ένα τρίο με τον Αντρέ Τσεκαρέλι και τον Μαρκ Μισέλ Λε Μπεβιγιόν. Το 1982 κάνει άλλη μια μουσική επιτυχία, ηχογραφώντας το «After the rain» μαζί με δύο σπουδαίους σαξοφωνίστες, τον Φιλ Γουντς και τον Ζουτ Σιμς. Αραγε πόσο ανοιχτός παραμένει σε νέες συναντήσεις;

-Τις τελευταίες δεκαετίες η Γαλλία είναι το ορμητήριο πολλών καλλιτεχνών από την Ασία και την Αφρική. Εχετε σκεφθεί ποτέ μια συνεργασία μαζί τους;

«Οχι, γιατί έχω το δικό μου υπόβαθρο και τη δική μου τεχνική, ένα προσωπικό στιλ στη σύνθεση. Γνωρίζω την ασιατική και την αφρικανική μουσική, αλλά ποτέ δεν σκέφτηκα να συνεργαστώ μαζί τους».

-Πώς είναι η σχέση σας με τις νέες τεχνολογίες;

«Δεν ενδιαφέρομαι για τη νέα τεχνολογία! Ενδιαφέρομαι για νέα όργανα. Αν και διαθέτω όλα τα ηλεκτρονικά όργανα, δεν τα χρησιμοποιώ για να αντικαταστήσω τα παραδοσιακά, αλλά μόνο για να βελτιώσω τον ήχο τους».

-Ο θάνατος του Μάικλ Τζάκσον πώς σας...

«Α, τον ήξερα πολύ καλά. Αλλωστε ο πιο σημαντικός παραγωγός του, ο Κουίνσι Τζόουνς, ήταν κοινός μας φίλος. Συναντηθήκαμε με τον Τζάκσον γιατί ήθελε μια γαλλική βερσιόν του "Thriller", αλλά δεν μου βγήκε καλό και του είπα να μην το προχωρήσει. Δεν έβγαζε νόημα στα γαλλικά. Εκείνος ήταν ένας θαυμάσιος άνθρωπος, πολύ γοητευτικός και πολύ ζεστός».

-Ηταν όμως και ένας καλλιτέχνης που έγινε θύμα της δόξας του. Από τη δική σας εμπειρία, πόσο εύκολο είναι τελικά να περάσει κάποιος τη διαχωριστική γραμμή;

«Δεν με ενδιαφέρει η δημοσιότητα. Ποτέ δεν δούλεψα γι' αυτήν ή για την επιτυχία. Πάντα έκανα μόνο αυτό που ήθελα εγώ, έγραφα ό,τι ήθελα εγώ, πάντα ακολουθούσα τα δικά μου μονοπάτια, τις δικές μου αποφάσεις, το δικό μου στιλ. Ποτέ κανείς δεν με υποχρέωσε να κάνω κάτι και ποτέ κανείς δεν είχε επιρροή επάνω μου. Δεν έγινε ποτέ και δεν θα συμβεί ποτέ». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Μουσική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συναυλίες
Ποιοι λύνουν και δένουν
Χορός
Ο χημικός του χορού
Συνέντευξη: Μελίνα Τανάγρη
Η Μελίνα στη χώρα του χιπ-χοπ
Συνέντευξη
Michel le Grand!
Κινηματογράφος
Το αντάρτικο της ελληνικής οθόνης
Συνέντευξη: Πολ Σρέιντερ
«Σήμερα έχουμε μόνο δράση και εφέ»
Μόδα
Ο ράφτης του σινεμά
Θέατρο
Οι αναμνήσεις δεν έγιναν καπνός
Γάμος με τα όλα του
Ψωμί, έρωτας, ελευθερία
Συνέντευξη: Αμος Γκιτάι
«Η αισιοδοξία είναι μονόδρομος»
Ενάλιες Αρχαιότητες
Βυθισμένες πολιτείες
Εικαστικά
Τα αντικείμενα του πόθου
Βιβλίο
Ο θάνατός της η ζωή του
Υπερπαραγωγές στο χαρτί