Έντυπη Έκδοση

Το αντάρτικο της ελληνικής οθόνης

Οι επαναστάσεις, όσο μικρές ή μεγάλες αποδεικνύονται στην πράξη, προκύπτουν συνήθως μέσα από περιόδους κάμψης, συλλογικής κόπωσης και μακροχρόνιας δυσαρέσκειας.

«ΜΑΥΡΟ ΛΙΒΑΔΙ» «ΜΑΥΡΟ ΛΙΒΑΔΙ» Μια τέτοια επανάσταση ήταν μοιραίο να συμβεί και στον χώρο του ελληνικού σινεμά, τερματίζοντας μια άχαρη εποχή κατά την οποία η εγχώρια κινηματογραφία έγινε συνώνυμη του λαϊκισμού, της μετριότητας και της εσωστρέφειας, έχοντας προηγουμένως βρεθεί επανειλημμένως θύμα κρατικής αδιαφορίας, ύποπτων επιχορηγήσεων και αναξιόπιστων βραβεύσεων.

Δυο αποφασιστικά βήματα συνέβησαν τελευταία. Το πρώτο ήταν ο πρόσφατος συνασπισμός 49 σκηνοθετών απ' όλες τις γενιές και 15 παραγωγών, οι οποίοι αποφάσισαν να αποσύρουν τις καινούριες ταινίες τους από τα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας, προσπαθώντας να βάλουν έτσι τέλος σε έναν αμφισβητούμενο θεσμό. Το δεύτερο, και ίσως σημαντικότερο βήμα, έρχεται από μια νεότερη γενιά κινηματογραφιστών που παραδίδει -πρώτη φορά ύστερα από αρκετό καιρό- έναν συμπαγή και εντυπωσιακό κορμό ταινιών, ο οποίος καταφέρνει να σπάσει την εθνική μας μοναξιά, να ταξιδέψει επιτυχώς στα μεγάλα φεστιβάλ του εξωτερικού και να εξασφαλίσει καριέρα έξω από τα σύνορα της χώρας μας.

* Την αρχή την έκανε πέρσι ο Αλέξης Αλεξίου με την «Ιστορία 52»- ένα υποδειγματικό ντεμπούτο και ταυτόχρονα ένα ενδεικτικό παράδειγμα της έλλειψης κατανόησης με την οποία η σύγχρονη ελληνική κινηματογραφική βιομηχανία συμπεριφέρεται απέναντι στο καινούριο και το ανανεωτικό. Η ταινία αγνοήθηκε επιδεικτικά από τα Κρατικά Βραβεία και από το κοινό των αιθουσών, ευτυχώς όμως που το πέρασμά της από το Ρότερνταμ, το Τορόντο και από περίπου τριάντα ακόμη φεστιβάλ τής πρόσφεραν ένα βραβείο σεναρίου και εγκωμιαστικές κριτικές από αξιοσέβαστα κινηματογραφικά έντυπα του εξωτερικού.

Φέτος, την αναζωογονητική πρόταση του 33χρονου Αλεξίου μιμούνται, λίγο ως πολύ, έξι συνάδελφοί του. Το αξιοσημείωτο με τις περιπτώσεις τους δεν είναι ότι πρόκειται ως επί το πλείστον για νεαρούς δημιουργούς, αλλά για σκηνοθέτες οι οποίοι βρίσκονται ουσιαστικά μόλις στην πρώτη ή δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία τους. Η πλειονότητα του εγχώριου δημοσιογραφικού κόσμου έσπευσε να χαρακτηρίσει την ομάδα των σκηνοθετών αυτών ως το ελληνικό Νέο Κύμα, ένα συνώνυμο του ριζοσπαστικού κινηματογραφικού κινήματος που άλλαξε ανεπιστρεπτί το παγκόσμιο σινεμά. Πέρα από την υπερβολή που διακρίνει ενδεχομένως τέτοιους βιαστικούς χαρακτηρισμούς κρύβεται, παρ' όλα αυτά, ένας δικαιολογημένος ενθουσιασμός και μια προσμονή. Μέχρι να καταφθάσουν οι μέρες αυτές, ο φετινός χειμώνας θα ευτυχήσει να δει στις αίθουσες έξι από τις πιο αξιόλογες ταινίες εδώ και πολλά χρόνια.

Ακαδημία Πλάτωνος

του Φίλιππου Τσίτου

Με το πρώτο του, γερμανικής παραγωγής φιλμ, συμμετείχε το 2003 στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Βερολίνου, συγκεντρώνοντας ενθουσιώδη σχόλια. Πέντε χρόνια μετά το «My Sweet Home», ο Φίλιππος Τσίτος πραγματοποιεί την πρώτη του ελληνική ταινία, επιστρέφοντας στο ζήτημα της εθνικής ταυτότητας που τον απασχόλησε στο ντεμπούτο του, μέσα από την περίπτωση ενός ξενοφοβικού Ελληνα, ο οποίος ανακαλύπτει ότι ενδέχεται να είναι αλβανικής καταγωγής.

Με μια εξαιρετική ερμηνεία από τον Αντώνη Καφετζόπουλο, η «Ακαδημία Πλάτωνος» υπερβαίνει κάποιες αναπόφευκτες δημαγωγίες για να προσγειώσει μια ανθρώπινη και διακριτικά συγκινητική ιστορία σε μια ρεαλιστική σημερινή Αθήνα, που δυσκολεύεται ακόμη να συμβιβαστεί με την ιδέα του «ξένου» και του «διαφορετικού». Ετη φωτός μακριά από την στυλιζαρισμένη και φολκλορική Ελλάδα, η ταινία του Τσίτου τολμά και ταξιδεύει σύντομα στα φεστιβάλ του Λοκάρνο και του Σαν Σεμπαστιάν, κουβαλώντας στις αποσκευές της μια αφοπλιστικά ειλικρινή, έστω και διόλου ελκυστική, εικόνα της χώρας μας.

Κυνόδοντας

του Γιώργου Λάνθιμου

Με αξιοσημείωτη θητεία στον τομέα των βιντεοκλίπ και μια πετυχημένη εισπρακτικά συνεργασία με τον Λάκη Λαζόπουλο στον «Καλύτερό μου Φίλο», ο Γιώργος Λάνθιμος αιφνιδίασε πολλούς όταν, στα 2005, η πρώτη του, ουσιαστικά, σκηνοθετική δουλειά με την «Κινέττα» σύστησε έναν δημιουργό με ιδιοσυγκρασιακό και πρωτότυπο όραμα. Κρατώντας επιμελώς κρυφές τις λεπτομέρειες της νέας του ταινίας, ο 35χρονος Λάνθιμος συμμετείχε πριν από δυο μήνες στο διαγωνιστικό τμήμα ενός πολύ σημαντικού παράλληλου προγράμματος των Κανών, το επονομαζόμενο «Ενα Κάποιο Βλέμμα», και αποχώρησε από εκεί με το πρώτο βραβείο.

Ο θαυμάσιος «Κυνόδοντας» διηγείται τον τρόπο με τον οποίο δυο γονείς αποφασίζουν να κρατήσουν τα τρία τους παιδιά μακριά από τον έξω κόσμο, περιορίζοντάς τα στις ασφυκτικές διαστάσεις ενός απομονωμένου σπιτιού στην ύπαιθρο, μέχρι τη στιγμή που η πραγματικότητα έρχεται να εμβολίσει την κλειστή τους κοινότητα. Θυμίζοντας τις σαρδόνιες σάτιρες του Μπουνιουέλ πάνω στους αρχέτυπους κοινωνικούς θεσμούς η ταινία υπηρετεί επάξια τις αρετές ενός ευρηματικού σεναρίου, μιας χούφτας αξιομνημόνευτων ερμηνειών και μιας ήρεμα ανατρεπτικής σκηνοθεσίας.

Μέσα στο Δάσος

του Αγγελου Φραντζή

Με τις δυο πρώτες ταινίες του (το άνισο «Polaroid» και το δεξιοτεχνικό «Ονειρο του Σκύλου») κατέστησε σαφείς τις προθέσεις του για ένα σινεμά αυθόρμητο, αυτοσχέδιο και πεισματικά μακριά από εύκολες κατηγοριοποιήσεις. Με την καινούρια του δημιουργία, ο Αγγελος Φραντζής οδηγεί την πειραματική του διάθεση στα άκρα, καταλήγοντας με μια ταινία η οποία, σε επίπεδο σύλληψης και εκτέλεσης, δεν έχει προηγούμενο για τα εγχώρια δεδομένα.

Γυρισμένο αποκλειστικά με αυτοσχεδιασμούς και δίχως σενάριο, με τρεις νεαρούς πρωταγωνιστές οι οποίοι δεν είχαν την παραμικρή κινηματογραφική εμπειρία και εξ ολοκλήρου με τον φακό μιας ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής, το «Μέσα στο Δάσος» ταξιδεύει σε μερικές από τις πιο ανεξερεύνητες φυσικές τοποθεσίες της Βόρειας Ελλάδας, ακολουθώντας δυο αγόρια και ένα κορίτσι καθώς εξερευνούν τα όρια της σεξουαλικότητάς τους. Ακρως τολμηρό και ρεαλιστικό σε ερωτική εικονογράφηση, αφηγηματικά αφαιρετικό και στιλιστικά ατίθασο, το φιλμ που ο ίδιος ο σκηνοθέτης περιγράφει ως «ένα υπαρξιακό πανκ παραμύθι» αποτελεί ένα γοητευτικό αίνιγμα και συνάμα ένα πρωτοποριακό εγχείρημα που, πριν την εμφάνισή του στις αίθουσες, συμμετέχει στο Φεστιβάλ Αθηνών, ως ανορθόδοξο οπτικοακουστικό δρώμενο.

Χώρα Προέλευσης

του Σύλλα Τζουμέρκα

Το 2001, σε ηλικία 22 ετών, ο Σύλλας Τζουμέρκας είδε την πολύ καλή μικρού μήκους ταινία του με τίτλο «Τα μάτια που τρώνε» να επιλέγεται για το επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Κανών και να βραβεύεται στο φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι. Φέτος, στα 31 του χρόνια και παρέα με ένα συνεργείο αποτελούμενο αποκλειστικά από νέους συντελεστές, ο Τζουμέρκας ολοκλήρωσε τη φιλόδοξη πρώτη μεγάλου μήκους δημιουργία του, παρουσιάζοντας ένα πορτρέτο της ελληνικής πραγματικότητας των τελευταίων 30 ετών, μέσα από το δράμα μιας ενδοοικογενειακής υιοθεσίας.

Μια πλειάδα χαρακτήρων που εκπροσωπούν τρεις διαφορετικές γενιές (ανάμεσά τους η Αμαλία Μουτούση, ο Ιερώνυμος Καλετσάνος, ο Ερρίκος Λίτσης και ο Θάνος Σαμαράς) και ένα σύνθετο σενάριο που κινείται ανάμεσα σε παρόν και παρελθόν δεν είναι και εύκολη υπόθεση για έναν σχετικά νεοφερμένο δημιουργό. Μένει, λοιπόν, να αποδειχτεί αν το αδιαφιλονίκητο ταλέντο του πρώην μικρομηκά θα μεταφραστεί επαρκώς και για τις ανάγκες τής μεγάλης διάρκειας.

Στρέλλα

του Πάνου Χ. Κούτρα

Δέκα χρόνια πριν, ο Πάνος Χ. Κούτρας προσγειωνόταν στον ελληνικό κινηματογραφικό χάρτη με θράσος και ανατρεπτική διάθεση, χάρη στην κωμική «Επίθεση του γιγαντιαίου μουσακά». Το 2004 υπέγραφε με την «Αληθινή Ζωή» ένα μοντέρνας κοπής και αντίληψης μελόδραμα. Και φέτος, ύστερα από διετείς κόπους, δύσκολα γυρίσματα που έγιναν χωρίς την βοήθεια κανενός παράγοντα (το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου ανταποκρίθηκε κατόπιν... εορτής) και ένα σενάριο που φαίνεται να τρόμαξε αρκετούς με την τολμηρή και φιλελεύθερή του θεματική, ο σταθερά απρόβλεπτος σκηνοθέτης κατόρθωσε να παραδώσει την καλύτερη ταινία του.

Χρονικό της ερωτικής συνύπαρξης ανάμεσα σε έναν πρόσφατα αποφυλακισθέντα άντρα και μια ασυμβίβαστη νεαρή τρανσέξουαλ, οι οποίοι έρχονται πολύ σύντομα αντιμέτωποι με ένα μυστικό του παρελθόντος που ρίχνει βαριά τη σκιά του επάνω τους, η «Στρέλλα» ελέγχει τις προκαταλήψεις των πιο συντηρητικών θεατών της, συντάσσοντας μια ανοιχτόμυαλη δήλωση πάνω στην ανάγκη της αποδοχής και της συγχώρεσης.

Συστήνοντας στο πρόσωπο της πρωτοεμφανιζόμενης Μ. Ορφανού μια από τις πιο αλησμόνητες γυναικείες φιγούρες της ελληνικής οθόνης, ο Κούτρας έφτασε με την ταινία του μέχρι το πρόσφατο Φεστιβάλ Βερολίνου όπου συνάντησε θερμή υποδοχή, εξασφάλισε διανομή στο εξωτερικό από αξιοσέβαστη γαλλική εταιρεία, βραβεύτηκε στο φεστιβάλ του Τελ Αβίβ και συνεχίζει ακάθεκτος μια πορεία που θα ταξιδέψει την ταινία σε ολόκληρο τον κόσμο.

Μαύρο Λιβάδι

του Βαρδή Μαρινάκη

Με τις τέσσερις μικρού μήκους ταινίες του, ο Βαρδής Μαρινάκης άφησε μια πολύ ελπιδοφόρα υπόσχεση πίσω από την κάμερα. Με την πρώτη μεγάλου μήκους απόπειρά του, ο 37χρονος σκηνοθέτης ανεβάζει ψηλά τον πήχη για τον εαυτό του, αναλαμβάνοντας να μεταφέρει στην οθόνη ένα φιλόδοξο και ιδιαιτέρως απαιτητικό σχέδιο. Επιστρέφοντας στις μέρες της Τουρκοκρατίας, το «Μαύρο Λιβάδι» διηγείται την ερωτική ιστορία που γεννιέται ανάμεσα σε έναν γενίτσαρο λιποτάκτη και μια νεαρή μοναχή, η οποία αποδεικνύεται ότι είναι αγόρι.

Η αδιαφιλονίκητη τεχνική αρτιότητα της ταινίας και η πανέμορφη εικονογράφησή της υπηρετούν επάξια ένα δυνατό θέμα και μια ευρύτερη προβληματική πάνω στη φύση της ανθρώπινης ταυτότητας και τις μυστήριες διεργασίες της σεξουαλικότητας. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, η Σοφία Γεωργοβασίλη και ο Χρήστος Πασσαλής είναι εξαιρετικοί. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συναυλίες
Ποιοι λύνουν και δένουν
Χορός
Ο χημικός του χορού
Συνέντευξη: Μελίνα Τανάγρη
Η Μελίνα στη χώρα του χιπ-χοπ
Συνέντευξη
Michel le Grand!
Κινηματογράφος
Το αντάρτικο της ελληνικής οθόνης
Συνέντευξη: Πολ Σρέιντερ
«Σήμερα έχουμε μόνο δράση και εφέ»
Μόδα
Ο ράφτης του σινεμά
Θέατρο
Οι αναμνήσεις δεν έγιναν καπνός
Γάμος με τα όλα του
Ψωμί, έρωτας, ελευθερία
Συνέντευξη: Αμος Γκιτάι
«Η αισιοδοξία είναι μονόδρομος»
Ενάλιες Αρχαιότητες
Βυθισμένες πολιτείες
Εικαστικά
Τα αντικείμενα του πόθου
Βιβλίο
Ο θάνατός της η ζωή του
Υπερπαραγωγές στο χαρτί