Έντυπη Έκδοση

Οι αναμνήσεις δεν έγιναν καπνός

Κι ενώ ζούμε την εποχή της καπναπαγόρευσης, «λίγος καπνός ακόμη» έρχεται από το Βορρά. Τα καπνομάγαζα ξανανοίγουν στην Καβάλα μέσα από τις αφηγήσεις καπνεργατών στο θεατρικό αναλόγιο «Η ζωή εφάμιλλη» που σκηνοθετεί ο Θοδωρής Γκόνης και παρουσιάζεται στις 27, 28, 29 Ιουλίου στο Τελωνείο της πόλης.

Ο Αργύρης Μπακιρτζής και ο Γιώργος Μοσχίδης που πρωταγωνιστούν στην παράσταση. Ο Αργύρης Μπακιρτζής και ο Γιώργος Μοσχίδης που πρωταγωνιστούν στην παράσταση. Ερμηνεύουν δυο καβαλιώτες ηθοποιοί, οι Γιώργος Μοσχίδης και Λυδία Φωτοπούλου. Ανάμεσά τους κι ένας χειμερινός κολυμβητής: ο Αργύρης Μπακιρτζής.

Η Καβάλα έχει συνδέσει τη μοίρα της με τα καπνά. Η παραγωγή και η επεξεργασία τους ήταν όχι μόνο οικονομική πηγή αλλά και άξονας κοινωνικής ζωής της πόλης. Αντρες ερωτεύτηκαν γυναίκες καθώς τα χέρια τους συναντιούνταν στο ξεχώρισμα εκατοντάδων φύλλων καπνού κάθε μέρα. Ζευγάρια γέρασαν με τα καπνά και τα παιδιά τους μεγάλωσαν και δούλεψαν μέσα στα ίδια καπνομάγαζα. Οι ιστορίες μιλάνε για προσφυγιά, φτώχεια, κοινωνικές επαναστάσεις, πολέμους. Μιλάνε για την εποχή όπου ο καπνός ήταν κέντημα στα χέρια δεκατριών χιλιάδων εργατών, στα φημισμένα καπνομάγαζα της Καβάλας.

Σε δύσκολες συνθήκες

Το στήσιμο της παράστασης δεν είναι ρεαλιστικό. Κάποια μηχανήματα από το Μουσείο Καπνού λειτουργούν ως αχνό φόντο, ενώ ο ήχος τους δημιουργεί τη μουσική επένδυση. Οι άντρες ηθοποιοί, καπνεργάτες ντυμένοι με τα καλά τους, θυμούνται στιγμές δουλειάς ενώ η Λυδία Φωτοπούλου, σύζυγος καπνεμπόρου, φορώντας τουαλέτα, αναπολεί σαν παλιό βαλς στιγμές χοροεσπερίδων και γλεντιού... Ολοι απαντούν σε καταιγιστικές ερωτήσεις σπουδαστών της Δραματικής Σχολής του ΚΘΒΕ που είναι διάσπαρτοι ανάμεσα στο κοινό δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι αυτή την απολογία ζωής προκαλούν οι ίδιοι οι θεατές. Ο Α. Μπακιρτζής ερμηνεύει επίσης ένα τραγούδι γραμμένο για τη ζωή των καπνεργατών.

Αλλά πώς ήταν η σάλα ενός καπνομάγαζου; Μια μεγάλη αίθουσα με ψηλά παράθυρα ολόγυρα και στο κέντρο, κοντά στις κολόνες, οι καπνεργάτες και οι καπνεργάτριες καθισμένοι πλάτη με πλάτη, επεξεργάζονταν τον καπνό.

Ο γυναίκες έπαιρναν τα κατώτερης ποιότητας φύλλα και τα παστάλιαζαν, ενώ οι άντρες δούλευαν την κανονική επεξεργασία καπνού επιλέγοντας χρώμα, ποιότητα και μέγεθος.

Ο μάστορας, ανάλογα με την παραγωγή, καθόριζε και την αμοιβή των εργατών. Συνέβαινε σε πολλά μαγαζιά να υπάρχουν ανάμεσα στους εργάτες αδύναμα χέρια. Κι αν αυτά τα χέρια, μετά το οκτάωρο, ζύγιζαν στην πλάστιγγα λιγότερα κιλά καπνού, δεν είχαν μέλλον στη δουλειά. Ο μάστορας θα τους έδιωχνε.

«Για να υποστηρίζουμε αυτούς τους συναδέλφους λέγαμε στον έμπορο ότι θα βγάλουμε εμείς την παραπάνω παραγωγή», λέει ένας συνταξιούχος εργάτης. «Ή απειλούσαμε ότι θα φύγουμε όλοι. Και δεν ήμασταν 20 ή 30 άτομα. Δουλεύαμε 100 γερά χέρια εκεί μέσα. Ετσι κρατούσαμε τους αδύναμους στη δουλειά και δεν πεινούσαν οι οικογένειές τους».

Οι καπνεργάτες -από τα πρώτα εργατικά σωματεία που ιδρύθηκαν- έδωσαν σκληρούς αγώνες για τις συνθήκες δουλειάς και τα μεροκάματά τους. Η πρώτη μεγάλη απεργία έγινε το 1924 για τα ανεπεξέργαστα.

«Χωρίς τη δική μας δουλειά στην κλασική επεξεργασία καπνού, το λεγόμενο "παστάλι", δεν θα μπορούσε να σταθεί η Καβάλα», λέει ένας άλλος.

«Παίρναμε τον ξεραμένο καπνό και κεντούσαμε ένα ένα, εκατομμύρια φύλλα... Κι όταν ακούστηκε ότι θα πάρουν τα καπνά από την Καβάλα για να τα δουλεύουν αλλού, το σωματείο αποφάσισε να μη φύγει ούτε μια οκά καπνού ανεπεξέργαστο απ' την πόλη. Χωροφύλακες και στρατός τα έβαζαν στις μαούνες. Ορμήσαμε και τα κατεβάζαμε. Κι άρχισαν οι πυροβολισμοί».

Δουλειά μόνο σε γυναίκες

Αλλά κι όταν άλλαξε η κλασική επεξεργασία του καπνού, το «παστάλι» καταργήθηκε, δηλαδή το «ξεφύλλισμα», και καθιερώθηκε η μέθοδος της τόγκας για να πέσει το κοστολόγιο και το καπνεμπόριο να γίνει ανταγωνιστικό, άρχισαν νέες κινητοποιήσεις.

Η παραγωγικότητα αυξήθηκε αλλά ο νόμος προσέφερε πλέον δουλειά μόνο στις γυναίκες.

«Κλειστήκαμε εφτά μέρες χωρίς νερό και φαγητό στα καπνομάγαζα. Ολη η Καβάλα ήταν στο πόδι. Φωνάζαμε απ' τα παράθυρα. Απέξω στρατός και Χωροφυλακή. Αιτημά μας ν' ανοίξουν ξανά τα καπνομάγαζα με μισούς άντρες, μισές γυναίκες. Οι έμποροι αρνούνταν, γιατί στις γυναίκες έδιναν πενήντα δραχμές και οι άντρες ζητούσαν εκατό. Οταν λύθηκε η απεργία, -οι προδότες, συνεργάτες των εμπόρων είχαν παίξει το ρόλο τους- μας υποσχέθηκαν ότι το αίτημά μας θα δικαιωθεί. Οχι μόνον δεν τηρήθηκε, αλλά μάζευαν τους συναδέλφους στην Ασφάλεια και τους σάπιζαν στο ξύλο ή τους έστελναν στην εξορία. Ακολούθησαν οι γνωστές δηλώσεις μετανοίας... Η επόμενη μεγάλη απεργία έγινε το 1936 μαζί με τα αιματηρά γεγονότα της Θεσσαλονίκης».

Ενα άλλο πρόσωπο που ξεπηδά μέσα από το παρελθόν είναι της Αρτέμιδος Χαρισιάδου, συζύγου του διευθυντή στην Gary Tobacco Company, μιας αμερικανικής εταιρείας καπνού.

Οι αναμνήσεις της έρχονται από την απέναντι όχθη, από την τρυφηλή ζωή των καπνεμπόρων: «Ο άντρας μου είχε δύο χιλιάδες άτομα στην επεξεργασία καπνού. Ημασταν πάντα πρώτοι στη Λέσχη με τους μεγάλους χορούς όπου πηγαίναμε συχνά για διασκέδαση. Εγώ με εξώπλατες τουαλέτες με ουρές -έχω φωτογραφίες- μοιάζω με ηθοποιό. Δεν γινόταν γλέντι χωρίς εμάς. Ημασταν τέσσερις κυρίες που κάναμε παρέα, όλες καλλονές. Φορούσαμε τα ωραιότερα φορέματα και με το αυτοκίνητο της Gary Tobacco κάναμε βόλτες. Ο πατέρας του άντρα μου ήταν κι αυτός καπνέμπορος. Το σπίτι μας ήταν μέσα στη θάλασσα σαν φρούριο».

Από την Α. Χαρισιάδου πληροφορούμεθα ότι ο άντρας της υπήρξε «απελευθερωτής» της Καβάλας. «Του έδωσαν το παράσημο της πόλεως και ο ίδιος ο βασιλιάς Κωνσταντίνος το παράσημο του Φοίνικος, τον άσπρο σταυρό με σμάλτο. Ηταν πολύ πατριώτης. Πολέμησε σε διάφορους πολέμους κι απέκτησε κάμποσα μετάλλια. Αυτός ως αντιδήμαρχος παρέδωσε την πόλη στους Βούλγαρους. Μετά μπήκε σ' αυτή την εταιρεία των Αμερικανών και ήμασταν πολύ καλά!»

Μαθαίνουμε επίσης ότι οι εργάτες αγαπούσαν τον κ. Χαρισιάδη και τον είχαν «πώς και πώς», παρ' όλο που «όταν γίνονταν απεργίες, πετροβολούσαν το σπίτι μας. Την άλλη μέρα, όμως, τους έδινε ξανά δουλειά. Οι εργάτες τον είχαν θεό τον άντρα μου!»

Οι καπνεργάτες ποτέ δεν δούλεψαν 12 μήνες το χρόνο. Ποτέ δεν έκαναν πάνω από 150 μεροκάματα και η ζωή τους δεν ήταν εύκολη. «Ενα εξάμηνο δουλεύαμε, ένα εξάμηνο καθόμασταν, οπότε βάζαμε χρέη στον μπακάλη και στον φούρναρη. Οταν άνοιγαν τα καπνομάγαζα, ξεχρεώναμε το χρέος, αλλά σύντομα βάζαμε καινούριο, αφού το μαγαζί ξανάκλεινε. Οι καπναποθήκες έγιναν τα πρώτα καταλύματα για τους πρόσφυγες της Μ. Ασίας πριν φτιαχτούν ακόμα οι καταυλισμοί. Εγιναν κι αυτοί γρήγορα καπνεργάτες, και μάλιστα καλοί».

Για αυτούς που λείπουν

Από τις στερήσεις και την υπερκόπωση, οι περισσότεροι πάθαιναν την αρρώστια του επαγγέλματος: φυματίωση. «Κι όμως δεν έφταιγε η νικοτίνη που ανέπνεαν στα καπνομάγαζα», επιμένει ο βετεράνος καπνεργάτης Δημήτρης Στυλίδης. Από το 1916 που ορφάνεψε, σε ηλικία έντεκα χρονών, ξεκίνησε ως παστατζής σε καπνομάγαζο με μεροκάματο μία δραχμή.

«Ο καπνός δεν βλάπτει αν τρως καλά. Μετά από τόσα χρόνια περνάω από καπναποθήκες κι αισθάνομαι ευχαρίστηση απ' τη μυρωδιά του. Μα περισσότερο μ' αρέσει να θυμάμαι τα παιχνίδια που κάναμε νέοι με το σπιρτοκούτι και την κλωστή ν' αγγίζει τα χείλη. Τα θυμάμαι και ριγώ για όλους που έβαλαν το πετραδάκι τους και τώρα δεν είναι ανάμεσά μας...» *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Σχετικά θέματα: Θέατρο
Γάμος με τα όλα του
Ψωμί, έρωτας, ελευθερία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συναυλίες
Ποιοι λύνουν και δένουν
Χορός
Ο χημικός του χορού
Συνέντευξη: Μελίνα Τανάγρη
Η Μελίνα στη χώρα του χιπ-χοπ
Συνέντευξη
Michel le Grand!
Κινηματογράφος
Το αντάρτικο της ελληνικής οθόνης
Συνέντευξη: Πολ Σρέιντερ
«Σήμερα έχουμε μόνο δράση και εφέ»
Μόδα
Ο ράφτης του σινεμά
Θέατρο
Οι αναμνήσεις δεν έγιναν καπνός
Γάμος με τα όλα του
Ψωμί, έρωτας, ελευθερία
Συνέντευξη: Αμος Γκιτάι
«Η αισιοδοξία είναι μονόδρομος»
Ενάλιες Αρχαιότητες
Βυθισμένες πολιτείες
Εικαστικά
Τα αντικείμενα του πόθου
Βιβλίο
Ο θάνατός της η ζωή του
Υπερπαραγωγές στο χαρτί