Έντυπη Έκδοση

Ο θάνατός της η ζωή του

Πόσα μυστικά μπορεί να κρύβονται πίσω από έναν επιτυχημένο γάμο; Πώς είναι δυνατόν να μοιράζεται κανείς τριάντα χρόνια με την ίδια γυναίκα, χωρίς ποτέ του να υποψιαστεί ότι το βουβό της παράπονο τη στραγγίζει έως κι από την επιθυμία για ζωή;

«Μιά κοινωνία δεν μπορεί να χτιστεί μόνο με φόρους κι επιδόματα. Χρειαζόμαστε και κάποιες ιδέες που φαίνεται να τις έχουμε ξεχάσει», λέει ο ήρωας του Θ. Καλλιφατίδη. «Μιά κοινωνία δεν μπορεί να χτιστεί μόνο με φόρους κι επιδόματα. Χρειαζόμαστε και κάποιες ιδέες που φαίνεται να τις έχουμε ξεχάσει», λέει ο ήρωας του Θ. Καλλιφατίδη. Ο 55χρονος Γκέοργκ, ο πρωταγωνιστής του νέου μυθιστορήματος του Θοδωρή Καλλιφατίδη «Φίλοι και εραστές» (εκδ. Γαβριηλίδης), βλέπει τη σύντροφό του, Μάργια, να λιώνει «σαν παγωτό στον ήλιο» και όλους τους γιατρούς της να σηκώνουν τα χέρια ψηλά. Αλλος με τα δικά της πνευμόνια θα νικούσε σε μαραθώνιο, τον διαβεβαιώνουν, αλλά εκείνη ούτε ν' ανασάνει δεν θέλει. Βαδίζει οικειοθελώς προς την έξοδο, πεισματικά σιωπηλή ώς το τέλος. Κι αφήνει πίσω της έναν άντρα μπερδεμένο κι όλο ενοχές, έναν άντρα στην κλιμακτήριο που, με μεγάλη καθυστέρηση, αναρωτιέται τι πήγε λάθος...

Ενας τολμηρός απολογισμός

Με μια γλώσσα απλή, γαλήνια και μεστή, σαν αυτή που συναντάμε σε όλα τα βιβλία του, ο Καλλιφατίδης μπαίνει τώρα στο πετσί ενός ευάλωτου σουηδού μεσήλικα. Και καθώς τον παρακολουθεί ν' αναμετριέται με το παρελθόν για να σμιλεύει το μέλλον που του απομένει, μας ξεναγεί στη δεύτερη πατρίδα του, την πολυπολιτισμική Σουηδία, μια χώρα επίσης ευάλωτη πλέον στον «κομφορμισμό της αγοράς».

Ενας κομφορμιστής, άλλωστε, είναι κι ο σοσιαλδημοκράτης ήρωάς του: ένας συμφιλιωμένος με την αποτυχία του να καταξιωθεί ως ποιητής, ο οποίος απολάμβανε μέχρι πρότινος την εξουσία που του εξασφάλιζε το πόστο του ως επικεφαλής του Εργατικού Οργανισμού Παιδείας, μια θέση-κλειδί για τα πολιτιστικά δρώμενα της Στοκχόλμης και για το χρηματιστήριο των λογοτεχνικών αξιών σ' αυτήν.

Ο θάνατος της γυναίκας του και η τυχαία ανακάλυψη μιας επιστολής της προς έναν άγνωστο στον ίδιο εραστή, οδηγούν τον Γκέοργκ σε μια διαδικασία ενδοσκόπησης που ρίχνει άπλετο φώς στα τριάντα χρόνια συμβιβασμών. Αναπολεί τα νιάτα του, τότε που οι ιδεολογικές συζητήσεις βρίσκονταν στην ημερησία διάταξη, επιστρέφει στην εποχή της γνωριμίας του με τη Μάργια, όταν ακόμα ήταν μια πολλά υποσχόμενη χορεύτρια, συνειδητοποιεί τον πόνο που της προκάλεσαν οι αλλεπάλληλες αποτυχίες τους ν' αποκτήσουν παιδί και, επιτέλους, αντιλαμβάνεται ότι η φαινομενικά ευτυχισμένη σύντροφός του ήταν ένας άνθρωπος με ακυρωμένες επιθυμίες, που είχε αρνηθεί να τον αποχωριστεί.

Να, λοιπόν, η «προίκα» που δίνει στον ήρωά του ο Καλλιφατίδης: Το ξεβόλεμα από τον γυάλινο πύργο του και οι αποστάσεις που παίρνει από τον ναρκισσισμό του κάνουν τον Γκέοργκ πιο ανοιχτό σε όσα συμβαίνουν γύρω του.

Απόδειξη, οι συνομιλίες του με τον τσέχο φίλο του, τον Μίλαν, αυτοεξόριστο στη Σουηδία μετά την εισβολή των Σοβιετικών στην Πράγα το '68, ο οποίος, όπως αποκαλύπτεται, υπέστη βασανιστήρια που του στέρησαν τον ανδρισμό του, όχι όμως και την οξυδερκή του ματιά.

«Αυτό που μισώ», λέει στον Γκέοργκ σ' ένα σημείο, «είναι η τρομακτική ιδέα ότι όλα τα προβλήματα έχουν λύση, ότι με λίγο καλύτερες οικονομικές δυνατότητες όλοι θα είμαστε ευτυχισμένοι. Το σοσιαλδημοκρατικό όνειρο αποκλείει το τραγικό της ζωής, ακόμα κι ο θάνατος εξαφανίζεται σ' αυτό το όνειρο...».

«Δεν αρκούν τα επιδόματα»

Πληγωμένος από τα ψέματα που σημάδεψαν την ιδιωτική του ζωή, ο Γκέοργκ είναι σε θέση ν' αντιληφθεί καλύτερα κι εκείνα της δημόσιας σφαίρας:

«Μια κοινωνία δεν μπορεί να χτιστεί μόνο με φόρους κι επιδόματα. Χρειαζόμαστε και κάποιες ιδέες που φαίνεται να τις έχουμε ξεχάσει. Παρά τη θέλησή μας, ίσως δημιουργήσαμε μια κοινωνία ψεύδους. Γνωστοί πολιτικοί εγκαταλείπουν τον κοινωνικό αγώνα και μπαίνουν στην υπηρεσία του κεφαλαίου με τεράστιους μισθούς... Τιμωρούμε εκείνους που πρέπει να τιμούμε: τους δασκάλους, τους νοσοκόμους, τους αστυνομικούς, τους δικαστές. Οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες έγιναν οι νέοι προλετάριοι».

Μολονότι διαποτισμένο από μελαγχολία, το «Φίλοι και εραστές» αφήνει ένα παράθυρο αισιοδοξίας: Ο ήρωας του Καλλιφατίδη, παρά τις προσωπικές, ηθικές και πολιτικές του δοκιμασίες, λαχταρά να κάνει μια καινούρια αρχή, στο πλευρό μιας νεότερής του γυναίκας: μιας Ρουμάνας μ' ελληνικές ρίζες που ορθοπόδησε στη Σουηδία επαγγελματικά αλλά όχι και συναισθηματικά, και η οποία πάλλεται από επιθυμία να επιστρέψει στον τόπο της, την Κονστάντσα.

Ομως, η Φάμπια, όπως είναι τ' όνομά της, το ξέρει: «Η πραγματική εξορία είναι να ζεις χωρίς αγάπη». Είναι ακριβώς η φράση με την οποία ολοκληρώνει ο Καλλιφατίδης την ιστορία του. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Βιβλίο
Υπερπαραγωγές στο χαρτί
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συναυλίες
Ποιοι λύνουν και δένουν
Χορός
Ο χημικός του χορού
Συνέντευξη: Μελίνα Τανάγρη
Η Μελίνα στη χώρα του χιπ-χοπ
Συνέντευξη
Michel le Grand!
Κινηματογράφος
Το αντάρτικο της ελληνικής οθόνης
Συνέντευξη: Πολ Σρέιντερ
«Σήμερα έχουμε μόνο δράση και εφέ»
Μόδα
Ο ράφτης του σινεμά
Θέατρο
Οι αναμνήσεις δεν έγιναν καπνός
Γάμος με τα όλα του
Ψωμί, έρωτας, ελευθερία
Συνέντευξη: Αμος Γκιτάι
«Η αισιοδοξία είναι μονόδρομος»
Ενάλιες Αρχαιότητες
Βυθισμένες πολιτείες
Εικαστικά
Τα αντικείμενα του πόθου
Βιβλίο
Ο θάνατός της η ζωή του
Υπερπαραγωγές στο χαρτί