Έντυπη Έκδοση

Οικονομία

Αναλύσεις

  • Η κρατική κατανάλωση δεν κρύβει την κρίση

    Αν πιστέψουμε όλα όσα γράφονται τελευταία, η ελληνική οικονομία φαίνεται να αντέχει επί του παρόντος στη διεθνή ύφεση και να παρουσιάζει μάλιστα, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΙΟΒΕ, κάποια σημάδια δειλής έστω ανάκαμψης, στο λιανεμπόριο και στις κατασκευές.

    Ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στις κατασκευές αυξήθηκε, αλλά η αύξηση αυτή προήλθε αποκλειστικά από τις δημόσιες κατασκευές, ενώ οι ιδιωτικές υποχώρησαν από το 45,5% στο 38,9%.

    Στο λιανικό εμπόριο την άνοδο, που μάλιστα περιλαμβάνει και την απασχόληση (!), τροφοδότησε ο υπο-κλάδος «οχήματα», μετά τη σχετική γενναία φοροαπαλλαγή του κράτους... Δημόσιος δανεισμός και κοινοτικό χρήμα κατασπαταλώνται, για να εξυπηρετηθούν επιμέρους συμφέροντα.

    Πιο συγκεκριμένα, η πολιτική αυτή έχει να κάνει με την αυξημένη ζήτηση από το κράτος, η οποία αναπληρώνει το «έλλειμμα» της ιδιωτικής. Η τελευταία, από το +3% (2007) και +2,2% (2008) βρίσκεται μέχρι στιγμής στο -0.1%. Με αύξηση 6,1% της δημόσιας κατανάλωσης, αύξηση 19% των πρωτογενών δαπανών του τακτικού προϋπολογισμού (α' τρίμηνο), αλλά και φοροαπαλλαγές σε καταναλωτικά αγαθά (αυτοκίνητα, κλιματιστικά κ.λπ.), επιχειρείται συγκράτηση της πτώσης που παρουσιάζει η ιδιωτική οικονομία.

    Κατασκευές και λιανεμπόριο έχουν ευνοηθεί με αυτόν τον τρόπο. Εάν όμως κανείς αφαιρέσει τη δημόσια δραστηριότητα, ακόμη και η έκθεση του ΙΟΒΕ παραδέχεται την έντονη ιδιωτική υστέρηση. Μοναδικό θετικό σημείο είναι η αύξηση του ΠΔΕ κατά 273% σε σχέση με πέρσι (!), όμως παρά την ένεση αυτή, ο ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου υποχωρεί και φέτος -6.3%, από τα πολύ χαμηλά μάλιστα του -11.5% το 2008. Επισημαίνεται ότι η κυβέρνηση ήδη δαπάνησε 2,9 δισ. ευρώ έναντι 785 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2008. Ετσι, οι επενδύσεις σε κατασκευές (εκτός κατοικιών) αυξάνονται κατά 35,5%, ενώ η ιδιωτική κατασκευαστική δραστηριότητα υποχωρεί (στοιχεία από την οικονομική επιθεώρηση της Τρ. Πειραιώς).

    Ο δεύτερος λόγος που η υφεσιακή εικόνα της ελληνικής οικονομίας είναι μετριασμένη έχει να κάνει με την αυξανόμενη, την εντεινόμενη προσφυγή της ιδιωτικής οικονομίας στην ατυπία. Μόνο τα διαφυγόντα έσοδα ΦΠΑ προβλέπεται να είναι, σε σχέση με το 2008, 1,53 δισ. ευρώ περισσότερα. Οσα περίπου θα μαζέψει στο τέλος η παράλογη φορολογική επιδρομή, η οποία μάλιστα τέθηκε προς έγκριση στην Ε.Ε.

    Και δεν είναι πρώτη φορά. Ηδη από την εποχή της κατάρρευσης της προστασίας της ελληνικής οικονομίας στις αρχές της δεκαετίας του '80, η μέθοδος αυτή είχε εκ των πραγμάτων προκριθεί ως τρόπος διατήρησης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Η «πολιτική» αυτή συνεχίστηκε έκτοτε και στην ουσία πρόκειται για μια άτυπη μορφή επιδότησης της οικονομικής δραστηριότητας, εις βάρος βέβαια των φορολογουμένων, των δημοσίων αγαθών και του κοινωνικού συνόλου. Τον πρώτο καιρό, η «πολιτική» αυτή είχε το νόημα της περιόδου χάριτος, με την ελπίδα να διατηρηθούν θέσεις απασχόλησης και να ανακάμψει η παραγωγή, όμως σήμερα έχει καταλήξει όχι μόνο σε παραγωγικές στρεβλώσεις, αλλά και σε μια βίαιη μεταφορά οικονομικών πόρων προς την άτυπη οικονομία, και την προσοδοθηρία.

    Σε κάθε περίπτωση, εάν σήμερα βρισκόμαστε στα επίπεδα του 2008 περίπου, φαίνεται ότι χοντρικά η πτώση της ιδιωτικής ζήτησης έχει περίπου καλυφθεί από την αυξημένη δημόσια δαπάνη, κάτι όμως που φανερά δεν μπορεί να συνεχιστεί. Κι αυτό, όχι γιατί το κράτος θα σταματήσει να δανείζεται από τις διεθνείς αγορές, έστω και με υψηλό spread. Η πρωτοφανής, αναδρομική φορολογική επιδρομή, όχι μόνο επιβάλλεται σε εισοδήματα που σήμερα, λόγω της κρίσης, μπορεί να μην υπάρχουν. Θα μειώσει περαιτέρω τη δαπάνη των νοικοκυριών, αφού μειώνει δραστικά το διαθέσιμο εισόδημα. Κι αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί, χωρίς επιπτώσεις που οδηγούν με ακρίβεια στην ύφεση της ελληνικής οικονομίας, με αποτέλεσμα την επιδείνωση σε όλες τις μαύρες τρύπες που προσπαθεί να κλείσει η κυβέρνηση με μπακαλίστικο τρόπο.

    Από την άλλη, η ελαστικότητα της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή το πλήθος των άτυπων δραστηριοτήτων της, ο υπανάπτυκτος καπιταλισμός της, οι διασυνδέσεις των ανθρώπων εκτός της αγοράς, όλα λειτουργούν προς το παρόν ως ασπίδα. Ομως, παραμένει το ερώτημα εάν όλα αυτά θα καταλήξουν να ενισχύσουν την παραγωγή, δηλαδή να δημιουργήσουν νέο εισόδημα, ώστε να αποπληρωθούν -έστω αύριο- οι υποχρεώσεις που δημιουργεί αυτή η πολιτική σήμερα. Η απάντηση είναι όχι. Για παράδειγμα, τι εισόδημα δημιουργείται όταν συντηρείται μια αγορά-φούσκα, η αγορά των εισαγόμενων αυτοκινήτων, με φοροαπαλλαγές (δεν έχω ακούσει καμιά πτέρυγα της Βουλής να διαμαρτύρεται γι' αυτό);

    Σε κάθε περίπτωση, η (αλλοπρόσαλλη) αυτή πολιτική αναβάλλει και αμβλύνει την κρίση επί του παρόντος, με αποτέλεσμα η κοινωνία -αλλά και η οικονομία- να εμφανίζουν αντιφατικά φαινόμενα. Από τη μια, όλοι κραυγάζουν δημοσίως για αναγκαίες αλλαγές που πρέπει να γίνουν, χωρίς όμως ούτε να τις κατονομάζουν συγκεκριμένα ούτε και να εμφανίζονται έτοιμοι να τις αποδεχθούν. Η κοινωνία δεν βρίσκεται στο κόκκινο ακόμη, παρά τη δυσαρέσκεια που εκδηλώνεται. Ομως βαδίζουμε ταχύτατα προς τον τοίχο που οι ίδιοι χτίζουμε. Φανταστείτε μάλιστα η διεθνής «πραγματική» οικονομία να περιπέσει σε δεύτερη βουτιά...

  • Πάσχει το νομοσχέδιο για τον ανταγωνισμό

    Η επικείμενη -κατά τον χρόνο συγγραφής του παρόντος- τροποποίηση των περί ανταγωνισμού διατάξεων έχει ορισμένες θετικές πτυχές.

    Οι πλέον αξιοσημείωτες είναι η κατάργηση της διάταξης που αναφέρεται στην κατάχρηση της οικονομικής εξάρτησης, η μείωση του αριθμού των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού και η μεταβολή της σύνθεσής της, αφού πλέον δεν συμμετέχουν σε αυτήν εκπρόσωποι επαγγελματικών φορέων, και τέλος η ενίσχυση της διαφάνειας όσον αφορά την ενώπιον της επιτροπής ακροαματική διαδικασία. Πλην όμως, το κατατεθέν ήδη στη Βουλή σχέδιο νόμου αποτελεί, κατά την άποψή μας, μια άτολμη νομοθετική παρέμβαση, που δεν διορθώνει τις σοβαρές πλημμέλειες του υφιστάμενου νομικού πλαισίου, ούτε καλύπτει τα σημαντικά ρυθμιστικά κενά του.

    Συγκεκριμένα:

    1Η πρώτη τροποποίηση που επιφέρει το σχέδιο νόμου αφορά την εισαγωγή του συστήματος της εκ του νόμου απαλλαγής (νομιμοποίησης) των αντι-ανταγωνιστικών συμπράξεων, εφόσον πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση σχετικής απόφασης από την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Η ρύθμιση αυτή, αν και μειώνει το γραφειοκρατικό βάρος της επιτροπής, εν τούτοις δεν αποτελεί ουσιαστική καινοτομία, καθ' όσον φαίνεται ότι εξακολουθεί να ισχύει το αναχρονιστικό σύστημα της υποχρεωτικής προηγούμενης γνωστοποίησης των συμπράξεων στην επιτροπή. Αυτό συνεπάγεται σημαντικό και αδικαιολόγητο γραφειοκρατικό βάρος για τις επιχειρήσεις. Μπορεί επίσης δυνητικά να οδηγήσει και σε αντίθετα με το κοινοτικό δίκαιο (τον κανονισμό 1/2003) αποτελέσματα.

    2Οσον αφορά τη λειτουργία της Επιτροπής Ανταγωνισμού, το σχέδιο νόμου δεν διασφαλίζει επαρκώς την αμεροληψία της. Αντίθετα εισάγει περαιτέρω ρυθμίσεις που επιτείνουν τις σχετικές ενστάσεις που έχουν ήδη διατυπωθεί αναφορικά με το ισχύον διαδικαστικό πλαίσιο. Ενδεικτικά και μόνο σημειώνουμε ότι:

    *Δεν αίρεται πλήρως η ανεπίτρεπτη λειτουργική διασύνδεση του αποφασιστικού οργάνου με τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού. Πρόεδρος της επιτροπής παραμένει ο διοικητικός προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού, μπορεί να διατάξει την έρευνα μιας υπόθεσης από την υπηρεσία αυτή και είναι αυτός που έχει και την αρμοδιότητα να φέρει την υπόθεση ενώπιον της επιτροπής και να συμμετέχει ταυτόχρονα και στη λήψη της σχετικής απόφασης.

    *Προβλέπεται πρώτη φορά από το σχέδιο νόμου ότι τα τέσσερα από τα εννέα τακτικά μέλη της επιτροπής θα είναι εισηγητές, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, οι οποίοι θα εισηγούνται επί των υποθέσεων, χωρίς όμως να αποκλείεται ρητά, όπως έπρεπε, για τη διασφάλιση της αμεροληψίας του οργάνου, η συμμετοχή τους στη σύνθεση της επιτροπής, που θα αποφασίζει επί των εισηγήσεών τους.

    *Δεν αναμορφώνεται, όπως έπρεπε, η ισχύουσα διαδικασία για την υπαγωγή των επιχειρήσεων που συμβάλλουν στη διερεύνηση παραβάσεων του ανταγωνισμού στο καλούμενο πρόγραμμα επιείκειας. Η διαδικασία αυτή δεν είναι ικανή να διασφαλίσει την αμεροληψία της επιτροπής κατά τη λήψη των σχετικών αποφάσεων της και δεν παρέχει τα αναγκαία εχέγγυα για την επίτευξη των προσδοκώμενων από το πρόγραμμα επιείκειας αποτελεσμάτων. Και αυτό, γιατί η απόφαση υπαγωγής στο πρόγραμμα επιείκειας λαμβάνεται από την επιτροπή, με βάση την εισήγηση του γενικού διευθυντή, αλλά και την πράξη του προέδρου της, ο οποίος συμμετέχει και στη λήψη της σχετικής απόφασης.

    3Δεν προτείνονται στο σχέδιο νόμου, όπως έπρεπε, οι αναγκαίες ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που θα καθιστούσαν αποτελεσματική τη δυνατότητα άσκησης αποζημιωτικής αγωγής από τους ιδιώτες (ανταγωνιστές-καταναλωτές) για παραβάσεις των κανόνων περί ελεύθερου ανταγωνισμού. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι επιβάλλεται ειδική νομοθετική ρύθμιση σχετικά με τα πρόσωπα που δικαιούνται να απαιτήσουν αποζημίωση, αλλά και σε σχέση με τον απαιτούμενο για την αποζημίωση σύνδεσμο, αιτίου-αποτελέσματος, μεταξύ της παράβασης και της ζημιάς που αυτή προκαλεί. Ταυτόχρονα πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερη πρόνοια για τον τρόπο υπολογισμού και την απόδειξη της προκαλούμενης ζημίας, έτσι ώστε το θύμα να έχει εύλογη και βάσιμη προσδοκία αποζημίωσης.

    4Δεν ενισχύονται, ούτε διασφαλίζονται αποτελεσματικά, από το σχέδιο νόμου τα δικαιώματα των τρίτων, που έχουν συμφέρον και επιθυμούν να συμμετέχουν στη διοικητική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

    5Δεν προτάσσεται, όπως έπρεπε, η υποχρέωση της επιτροπής να επιβάλλει στις επιχειρήσεις που παραβιάζουν τον ανταγωνισμό συγκεκριμένες υποχρεώσεις, με στόχο την αισθητή για τον καταναλωτή αποκατάσταση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού. Ούτε προβλέπεται ρητά ότι η επιμέτρηση των επιβαλλόμενων στις επιχειρήσεις προστίμων πρέπει να γίνεται πρωτίστως με βάση τον πραγματικό αντίκτυπο της παραβατικής συμπεριφοράς τους στην αγορά και στον καταναλωτή, προκειμένου αυτά (τα πρόστιμα) να μην εκτρέπονται από τον σκοπό που πρέπει να υπηρετούν.

    Συμπερασματικά, το σχέδιο νόμου -πέραν ορισμένων οριακών βελτιώσεων- δεν αντιμετωπίζει ριζικά τις προαναφερόμενες αγκυλώσεις, ούτε καλύπτει ουσιώδη ρυθμιστικά κενά του ισχύοντος νομικού πλαισίου. Η όποια νομοθετική παρέμβαση έπρεπε, κατά την άποψή μας, όχι μόνο να ρυθμίζει τα παραπάνω ζητήματα, αλλά και να επαναπροσδιορίζει τον σκοπό των διατάξεων που προστατεύουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό.

    Ο εισαχθείς με τη Συνθήκη της Λισαβόνας όρος της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς» θα μπορούσε να αναγορευθεί νομοθετικά και ως περιεχόμενο και σκοπός της νομοθεσίας περί ελεύθερου ανταγωνισμού. Αυτό θα διευκόλυνε τη στάθμιση των συμφερόντων της προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού από τη μια μεριά και της προστασίας άλλων μη «οικονομικής» φύσης συμφερόντων από την άλλη, που πολλές φορές συγκρούονται. Επίσης θα καθιστούσε τον ελεύθερο ανταγωνισμό το βέλτιστο όχημα για την επίτευξη της κοινωνικής ευημερίας.

  • Μητρόπολη ή υδροκέφαλη η Αθήνα;

    Πόσο βιώσιμο είναι το «μοντέλο» ανάπτυξης και απασχόλησης της Αθήνας και της Αττικής.

    Με το λεγόμενο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας-Αττικής που προβλέπει ένταξη σε σχέδιο πόλης -έως το 2030- σχεδόν 200.000 στρεμμάτων, το πρόβλημα φαίνεται να «προβάλλεται» στο μέλλον. Η ανάλυση οικονομικής δομής και αγοράς εργασίας δείχνει την ανάδυση, μέσα από τον μεταπολεμικό αναπτυξιακό κύκλο της Ελλάδας, και κυρίως την τελευταία δεκαετία, μιας ενιαίας μητροπολιτικής οικονομικής οντότητας της ευρύτερης περιοχής των Αθηνών.

    Πώς οριοθετείται αυτή η μητρόπολη του Νότου;

    *Πρώτον, από τον (επίσημο) πληθυσμό της Περιφέρειας Αττικής που το 2007 ανέρχεται στο 36% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Οι τάσεις πληθυσμιακής συγκέντρωσης, αν και ξεκινούν με τη Μικρασιατική Καταστροφή, και επιταχύνονται τις μεταπολεμικές δεκαετίες, απογειώνονται μετά το 1990. Ο ρυθμός μεταβολής τους από το 1991 είναι σχεδόν διπλάσιος του εθνικού. Η δε απογραφή του 2011 μας επιφυλάσσει εκπλήξεις.

    *Δεύτερον, από το μερίδιο της περιφέρειας Αττικής στο ΑΕΠ της χώρας, που κέρδισε σχεδόν 13 ποσοστιαίες μονάδες την τελευταία δεκαετία (36,5% το 1998 - 49,2% το 2006), συγκεντρώνοντας σχεδόν το μισό ΑΕΠ της χώρας. Αποτέλεσμα αυτού του «μοντέλου» ανάπτυξης είναι ότι περί την πρωτεύουσα Αθήνα, που ως έκταση είναι το 0,34% της χώρας, και στην περιφέρεια Αττικής, που ως έκταση είναι σχεδόν το 3% (2,88%) της χώρας, συγκεντρώνεται περισσότερο από το ένα τρίτο του πληθυσμού (36,1%) και της απασχόλησης (37,2%) της χώρας, και παράγεται σχεδόν το μισό (49,2%) ΑΕΠ αυτής.

    Για τη μητροπολιτική διάρθρωση του ΑΕΠ της χώρας είναι αξιοσημείωτο ότι, με κριτήριο το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, ο Νομός Αττικής δεν είναι ο πρώτος «πλουσιότερος» νομός της χώρας, αλλά ο τρίτος, καθώς προηγούνται οι όμοροι νομοί της μητροπολιτικής Αθήνας, Κορινθίας και Βοιωτίας. Οπου -σημειωτέον- παράγεται αντιστοίχως περισσότερο από το ένα τρίτο (37%) του ΑΕΠ της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, σε ευθεία σύνδεση με την μητροπολιτική περιοχή Αθηνών-Αττικής.

    Ανάλογο φαινόμενο δεν είναι σύνηθες στην Ευρώπη, αν και παρατηρείται η περιφέρεια της πρωτεύουσας, όταν αποτελεί μοναδική μητροπολιτική περιοχή της χώρας, να κυριαρχεί στην παραγωγή-οικονομία της χώρας. Ομως μόνον στην περιοχή της Βουδαπέστης συγκεντρώνεται το 50% του ΑΕΠ της Ουγγαρίας.

    Ομως η μητροπολιτική Αθήνα αν και είναι πληθυσμιακά η 9η μητρόπολη στην Ευρώπη, είναι η 23η μητρόπολη ως προς το παραγόμενο προϊόν, την προστιθέμενη αξία. Αυτό την φέρνει στην 22η θέση στην Ευρώπη ως προς την κατά κεφαλήν προστιθέμενη αξία, μετά τη Λισαβόνα.

    Συγκεκριμένα, η παραγωγική εξειδίκευση της μητροπολιτικής Αττικής, με διεθνή κριτήρια, βρίσκεται στο εμπόριο, ενώ με εθνικά κριτήρια στην εξειδίκευσή της προστίθενται η μεταποίηση και οι κατασκευές. Ως προς το προϊόν και την προστιθέμενη αξία, η περιφέρεια Αττικής είναι το 2005 -στο απόγειο της ανάπτυξής της- κατά 84,6% περιφέρεια υπηρεσιών και κατά 15% περιφέρεια μεταποίησης, όπου σχεδόν 10% αφορά τη βιομηχανία και τη βιοτεχνία. Ως προς την απασχόληση το 75,5% είναι στις υπηρεσίες και το 22,5% στη μεταποίηση. Η ενίσχυση αυτού του μοντέλου ανάπτυξης είχε ως αποτέλεσμα το 2001 το ποσοστό της ανεργίας στην Αττική να κινείται, και έκτοτε να παραμένει, σε ποσοστό χαμηλότερο του εθνικού μέσου όρου. Ομως πλέον αυτό δεν μοιάζει βιώσιμο.

    Οι τάσεις που αναπτύσσονται για τη μεταποίηση, το εμπόριο και τις κατασκευές, οι τάσεις στην αγορά εργασίας, που συνδέονται με ευρύτερες τάσεις υποχώρησης της ειδικευμένης-παραγωγικότερης εργασίας, καθώς και του παραγωγικού ιστού της οικονομίας (και) στην περιφέρεια Αττικής, όπως αυτό εκφράζεται στις ειδικότητες και στη δομή της απασχόλησης ανά επίπεδο εκπαίδευσης, δημιουργούν ερωτήματα ως προς τη βιωσιμότητα του (υφιστάμενου) αναπτυξιακού μοντέλου της μητροπολιτικής Αττικής. christoaioannou.blogspot.com

    * Οικονομολόγος, μέλος του Σώματος Μεσολάβησης Διαιτητών.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Οικονομία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Οικονομία της έντυπης έκδοσης
Κομισιόν
Ευρω-χαλινάρι στις τράπεζες
Στοιχεία ΕΚΤ
Οι ελληνικές τράπεζες μας χρεώνουν με το παραπάνω
Οικονομικό επιτελείο
Τα αδιέξοδα των άδειων ταμείων
Έκτακτη εισφορά
Πληρώστε τώρα, προσφύγετε μετά
Απελευθέρωση κλειστών επαγγελμάτων
Με ρυθμό χελώνας η απελευθέρωση υπηρεσιών
Στεγαστικά δάνεια
Ποια επιλογή σάς ταιριάζει
Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Θεμάτων της Κομισιόν
Βόμβα μεγατόνων το εξωτερικό χρέος
ΗΠΑ
Με υποσχετικές πληρώνει τα χρέη η Καλιφόρνια
Τουρκία
Τουρκικά παζάρια με λεφτά του ΔΝΤ
Βουλγαρία
Μία από τα ίδια
Επιχειρήσεις
Από το χονδρεμπόριο στη λιανική
Open Coffee
Καφεδάκι και business deals
Συνέντευξη: Νικήτας Κωνσταντέλλος
Η επέκταση στα Βαλκάνια έφερε έσοδα
Ημιυπαίθριοι χώροι
Χαμένοι στο λαβύρινθο των ημιυπαίθριων
«Να πληρώσω ή όχι;»
Συγχωροχάρτι στους ασυνεπείς
Αλαλούμ στην πολυκατοικία
Ακτοπλοϊα
Τα εξοχικά αύξησαν την κίνηση
Ισχυροί και περιφερειακοί παίκτες
Η ήττα της Σαμοθράκης
Ανταγωνισμός και τιμές
Δρομολογούν νέα κέρδη οι εταιρείες
Συνέντευξη: Πάτρικ Βόλερ
«Δανειακές εγγυήσεις για μικρομεσαίους»
Χρηματοδότηση
Χρήμα μόνο για τους μεγάλους
Χρηματιστήριο Αθηνών
Πώς ξεκόλλησε η αγορά
Ετοιμάζουν τις βαλίτσες τους για το Σίτι
Τράπεζες
Ξεπερνούν το βαρίδι των αυξήσεων κεφαλαίου
Βγενόπουλος - Ορφανίδης
Η κόντρα και οι έλεγχοι
Ευρωπαϊκή Ένωση
Σκληρή λιτότητα στην Ευρώπη