Έντυπη Έκδοση

Ποιοι ήθελαν την κρίση

Ποιος να περίμενε ότι το πιο αποκαλυπτικό ντοκιμαντέρ της φετινής χρονιάς θα υπέγραφε ένας πρώην σπουδαστής Πολιτικών Επιστημών που έγινε σκηνοθέτης προκειμένου να αξιοποιήσει τη λαϊκή δύναμη του σινεμά για να διατυπώνει οδυνηρές αλήθειες... Αυτή είναι η ιστορία του Τσαρλς Φέργκιουσον και του «Inside job», που προβάλλεται αύριο στις «Νύχτες Πρεμιέρας».

Ενας οδοκαθαριστής έξω από το αμερικανικό χρηματιστήριο. Ομως η σκούπα δεν αρκεί. Ενας οδοκαθαριστής έξω από το αμερικανικό χρηματιστήριο. Ομως η σκούπα δεν αρκεί. Πριν απ' ολ' αυτά, ο 55χρονος, σήμερα, δημιουργός είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του ως τεχνολογικού συμβούλου στον Λευκό Οίκο, υπήρξε ένας από τους πρώτους ιδρυτές λογισμικών για ηλεκτρονικούς υπολογιστές και κατόρθωσε έτσι να αποκτήσει σεβαστή περιουσία. Κάποτε όμως διαπίστωσε ότι δεν έχει γυριστεί ούτε ένα ντοκιμαντέρ στη χώρα του με θέμα τους αθέατους μηχανισμούς της στρατιωτικής εμπλοκής της στο Ιράκ. Κι έτσι αποφάσισε να κάνει εκείνος την αρχή. Ελλείψει πρόθυμων χρηματοδοτών, ο Φέργκιουσον ίδρυσε τη δική του εταιρεία παραγωγής κι έτσι πρόπερσι γύρισε το πρώτο του φιλμ με τίτλο «Νο End in Sight» που προξένησε αίσθηση και διεκδίκησε Οσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ.

Πώς ξεκίνησε

Με την καινούρια του ταινία, «Inside job», που πολλοί στοιχηματίζουν ότι φέτος θα του χαρίσει το Οσκαρ, εισχωρεί στα άδυτα ενός ακόμη πιο ύπουλου πολέμου, τα θύματα του οποίου μετριούνται σε εκατομμύρια ανέργων. Ανατέμνοντας τις αιτίες που οδήγησαν στη σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση, ο σκηνοθέτης οδηγείται σε διαπιστώσεις που εύλογα εξόργισαν τους θεατές που παρακολουθήσαμε την ταινία στο τελευταίο φεστιβάλ τών Καννών. Μέσα από παραθέσεις γεγονότων και συνεντεύξεις με αναλυτές, δημοσιογράφους, επιχειρηματίες, πολιτικούς παράγοντες και συμβούλους στις κυβερνήσεις που προηγήθηκαν της εκλογής του Μπαράκ Ομπάμα, η ταινία μάς πληροφορεί ότι η οικονομική κρίση όχι μόνο είχε προβλεφθεί, όχι μόνο μπορούσε να αποφευχθεί αλλά και ότι υπήρξε η συνέπεια δολιοφθοράς από τις αμερικανικές τράπεζες και από τους εγκεφάλους της Γουόλ Στριτ.

Οταν του ζητώ να συνοψίσει τα επιχειρήματα της ταινίας του, ο Φέργκιουσον απαντά ότι «από την εποχή του Ρούσβελτ μέχρι το ξεκίνημα της δεκαετίας του '80, η αμερικανική οικονομία απήλαυσε σαράντα χρόνια σταθερότητας και ευημερίας. Επειτα, ο Ρόναλντ Ρέιγκαν καθιέρωσε ένα καθεστώς ελεύθερου ανταγωνισμού και πρόσφερε στις τράπεζες τη δυνατότητα να ορίσουν μόνες το χρηματιστηριακό και επενδυτικό τοπίο της χώρας. Η κίνηση αυτή έδωσε σταδιακά τη θέση της σε μια αδίστακτη βιομηχανία. Η ανεξέλεγκτη ανάγκη του να κερδίζεις διαρκώς περισσότερα με κάθε παραβίαση της ηθικής και του νόμου έγινε, με το πέρασμα των ετών, βασική επιδίωξη και κατέληξε να διαφθείρει τους θεσμούς που όφειλαν να είχαν εμποδίσει την πορεία της».

Τι συνέβη ουσιαστικά; «Οι μεγάλες επενδυτικές τράπεζες κατάφεραν να ωφεληθούν από τη χρεοκοπία των πελατών τους, θολώνοντας επίτηδες τις τιμές στην αγορά των υποθηκών και εξαπατώντας τους με λάθος εγγυητικές. Και ενώ έβλεπαν την επικείμενη πτώση των χρηματιστηρίων, τις βόλευε να κρατήσουν το στόμα κλειστό». Τι τον εξέπληξε περισσότερο στην όλη υπόθεση; «Ο απροκάλυπτος τρόπος με τον οποίο συνέβησαν αυτές οι ασυδοσίες».

Γύρω από τον Ομπάμα

Η ταινία στηλιτεύει διοικητικά στελέχη μεγάλων εταιρειών, παράγοντες της Γουόλ Στριτ, αλλά και τον ίδιο τον Ομπάμα, επειδή όχι μόνο δεν κίνησε τις διαδικασίες που όφειλαν να σύρουν τους υπαίτιους ενώπιον της δικαιοσύνης, αλλά και επέτρεψε να εισχωρήσουν στην κυβέρνησή του αρκετοί απ' όσους συνέβαλαν στην κρίση. «Υπήρξα υποστηρικτής του Ομπάμα», εξομολογείται ο Φέργκιουσον, «και ξαφνικά διαπιστώνω ότι μερικοί από τους μεγαλοκαρχαρίες της Γουόλ Στριτ έχουν στελεχωθεί στην κυβέρνησή του. Μοναδικό ελαφρυντικό που του δίνω είναι ότι δεν γίνεται να γνωρίζει τα πάντα για όλους τους ανθρώπους που τον περιτριγυρίζουν. Δεν μπορώ να του συγχωρήσω, ωστόσο, την ανικανότητα που δείχνει η κυβέρνησή του, για να μην πω την απροθυμία, στο να χειριστεί μια τόσο σοβαρή κατάσταση. Παρόλο που εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους, ο νόμος δεν κυνηγά κανέναν. Κάποιος πρέπει να πληρώσει».

Θυμωμένος όσο και η ταινία του, ο Φέργκιουσον έχει μόνο μια ευχή να κάνει: «Ελπίζω το ντοκιμαντέρ μου να εξοργίσει αρκετούς ανθρώπους, ώστε να αναγκαστεί η αμερικανική κυβέρνηση να αναλάβει δράση και να ανακτήσει τον έλεγχο της οικονομικής βιομηχανίας που δρα ανεξέλεγκτα σε αυτή τη χώρα. Ποντάρω στη λαϊκή κατακραυγή».*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Σχετικά θέματα: Κινηματογράφος
Πολιτική σε λευκό φόντο
«Οχι και 50! Είμαι μόνο 49»
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Εικαστικά
Μια ματιά, πολλές σκέψεις
Φλόγες απ' τους τοίχους
Θυμήσου, σώμα...
Προσφορά της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας»
Ρομάντζο με τον Ιστγουντ
Κινηματογράφος
Ποιοι ήθελαν την κρίση
Πολιτική σε λευκό φόντο
«Οχι και 50! Είμαι μόνο 49»
Συνέντευξη: Μάικλ Γουιντερμπότομ
«Η βία βρίσκεται παντού»
Συνέντευξη: Μ. Γκουλέγκινα
Η σοπράνο που ταξιδεύει
Δοκιμασία για τα θεάματα
Η κρίση σηκώνει αυλαία
Θέατρο
Το αίνιγμα του Τσέχοφ
Μια σταρ στον «Βυσσινόκηπο»
Εκθεση
Τσολιά μου...
Αρχιτεκτονική
Τα λαϊκά διατηρητέα
Green Design Festival
Πράσινο, περισσότερο πράσινο
Προδημοσίευση
Πώς υπερασπίστηκα τον Μαντέλα
Βιβλίο
Μικρές Οδύσσειες
High infidelity
Από το "Εψιλον" της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας»
Η συνείδηση του οικολόγου