Έντυπη Έκδοση

Το αίνιγμα του Τσέχοφ

Ο Τσέχοφ δεν πίστεψε ποτέ στη μετά θάνατον ζωή. Δεν πίστευε σε τίποτα που δεν μπορούσε να καταλάβει με τις αισθήσεις του. Οπως μάλιστα εξολογούνταν, δεν είχε καμιά παγιωμένη πολιτική, θρησκευτική ή φιλοσοφική κοσμοαντίληψη: «Την αλλάζω κάθε μήνα, οπότε περιορίζομαι υποχρεωτικά στο να περιγράψω πώς οι ήρωές μου αγαπούν, πώς παντρεύονται, πώς κάνουν παιδιά, πώς μιλάνε και πώς πεθαίνουν»...

«Ιβάνοφ» του Γκότσεφ που παίχτηκε στο Ελληνικό Φεστιβάλ «Ιβάνοφ» του Γκότσεφ που παίχτηκε στο Ελληνικό Φεστιβάλ Διόλου τυχαίο που ένας από τους κορυφαίους «μαθητές» του, ο Ρέιμοντ Κάρβερ, φρόντισε να ενσωματώσει την παραπάνω φράση στο διήγημά του «Το θέλημα», αναπλάθοντας τις ύστατες ώρες του μόλις 44χρονου, φυματικού Τσέχοφ. Κι όμως, αυτός ο εγγονός δουλοπάροικου που γεννήθηκε πριν από 150 χρόνια στο Ταγκαρόκ της Κριμαίας, κατάφερε και ως διηγηματογράφος και ως δραματουργός να κερδίσει την αθανασία.

«Για τη γραφή του Τσέχοφ έχει σχηματιστεί αρκετά καθαρή εικόνα, με την οποία είναι σε πλήρη αρμονία η πανέξυπνη και τόσο συμπαθητική μορφή του», σημείωνε ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, προλογίζοντας τη συλλογή «Πόσο αργεί να ξημερώσει...», μ' επιλεγμένα από τον ίδιο διηγήματα του ρώσου κλασικού, που κυκλοφόρησαν από τα «Ελληνικά Γράμματα» τέτοιες μέρες πέρσι: «Σ' όλα του ο Τσέχοφ είναι όπως τον βλέπουμε στις φωτογραφίες πίσω από τα γυαλάκια του, σύμπτωση ανεπανάληπτης ανθρώπινης κατανόησης, έτοιμης να σε πλησιάσει, αφού όμως σταθεί λίγο πιο κει να σε δει καλύτερα, έκφραση αναμφισβήτητα φιλική, όσο και συγκρατημένη, εξεταστική, μα δίχως άλλο καλοπροαίρετη, συμπονετική -πολλά μπορεί να δείχνει αυτό το βλέμμα, πολλά βλέπει, δεσπόζει όμως η δοκιμασμένη γνώση πως όλα, καλά και μη, είναι αναμενόμενα, όλα δικά μας».

Ανθρώπινες προσδοκίες

Θα το είχε άραγε αποκτήσει αυτό το βλέμμα ο Τσέχοφ αν δεν ήταν γιατρός; Γεγονός είναι πως, ειδικευμένος στην επιδημιολογία της ελονοσίας και της φυματίωσης (τι τραγική ειρωνεία!), ασκούσε ώς το τέλος την επιστήμη του, πλησιάζοντας τους ασθενείς του με στοργή, συγκατάβαση, σεβασμό και υπομονή, συμμεριζόμενος τόσο τη φθορά όσο και τις προσδοκίες τους. Χάρη σ' αυτό το βλέμμα, άλλωστε, τα έργα του αποτελούν κάτι πολύ παραπάνω από ένα πανόραμα της προεπαναστατικής ρωσικής κοινωνίας, καθώς οι χίμαιρες, οι καημοί και το πέρασμα του χρόνου όπως το βιώνουν οι ήρωές του, εξακολουθούν να βρίσκουν αντίκρισμα ώς τις μέρες μας.

Σε αντίθεση με τον Ντοστογέφσκι και τον Τολστόι που συνεργάζονταν με σοβαρά λογοτεχνικά έντυπα, ο Αντον Τσέχοφ υπήρξε ο πρώτος μεγάλος ρώσος συγγραφέας που ξεπήδησε από τις σελίδες των λαϊκών εφημερίδων. Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ορλάντο Φάιτζες στον «Χορό της Νατάσσας - Μια πολιτιστιμική ιστορία της Ρωσίας» (εκδ. «Ηλέκτρα»), «ο λιτός τρόπος γραφής, για τον οποίο έγινε τόσο διάσημος, διαμορφώθηκε από την ανάγκη ν' απευθύνεται σε ανθρώπους που διάβαζαν μέσα στο τρένο»... Οι πρώτες του ιστορίες ήταν αμιγώς χιουμοριστικές και γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Από το 1886 κι έπειτα, ωστόσο, τότε που αρχίζει να στρέφεται και προς το θέατρο, η λοξή ειρωνεία, η ποιητική διάθεση και η λυρική ατμόσφαιρα κερδίζουν στα γραπτά του όλο και περισσότερο έδαφος.

Στην Ελλάδα ο Τσέχοφ πρώτα έγινε γνωστός με τα διηγήματά του και έπειτα με τις μονόπρακτες κωμωδίες του και τα μεγάλα θεατρικά του. Αγαπήθηκε όμως εξίσου για όλες του τις ιδιότητες. Αρκεί μια ματιά στην biblionet.gr, τη βάση δεδομένων του ΕΚΕΒΙ, για να δει κανείς τον πλούτο των επανεκδόσεων και των νέων μεταφράσεων που δημοσιεύτηκαν τα τελευταία 25 χρόνια - πάνω από 60 τίτλοι! Ενώ δεν υπάρχει επίδοξος διηγηματογράφος που να μην έχει μαθητεύσει πάνω στις σύντομες, δίχως ιδιαίτερη πλοκή, αλλά γεμάτες ανεκπλήρωτους πόθους αφηγήσεις του - πρόσφατο παράδειγμα ο Χρήστος Οικονόμου τού «Κάτι θα γίνει, θα δεις» (εκδ. «Πόλις»).

Μέσω του Κουν

Σε ό,τι αφορά τον δραματουργό, αν υπάρχει ένας σκηνοθέτης που καθόρισε επί δεκαετίες την πρόσληψη του Τσέχοφ στη χώρα μας, δεν ήταν άλλος από τον Κάρολο Κουν, αρχής γενομένης από τον «Βυσσινόκηπο» που ανέβασε στο Κολλέγιο Αθηνών το 1939. Αφομοιώνοντας τη διδασκαλία του Στανιλάφσκι και μεταγγίζοντας την ουσία του Θεάτρου Τέχνης ως θεάτρου συνόλου στα ελληνικά δεδομένα, «εσωτερικοποίησε το δράμα των τσεχοφικών ηρώων», όπως επισημαίνει ο καθηγητής Θεατρολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σάββας Πατσαλίδης: «Μέσω του Κουν, μπαίνουμε σε μια φάση όπου εξερευνώνται τα υποστρώματα του κειμένου του Τσέχοφ με τις αλήθειες που αυτό κρύβει, στην υποβάθμιση του χιούμορ και στην κυριαρχία του δραματικού στοιχείου, στην ανάδειξη των παύσεων και των σιωπών, σε μια ομοιογενή υποκριτική ατμόσφαιρα μελαγχολίας και πλήξης, δοσμένη με χρώματα σκοτεινά, παρακμιακά...»

Από το 1974, όμως, μ' έναν «Βυσσινόκηπο» και πάλι, από τον Μίνωα Βολανάκη στο ΚΘΒΕ, η παραπάνω προσέγγιση δέχεται τις πρώτες της ρωγμές. «Αρχίζει πλέον ν' αποκτά βάρος η λέξη κωμωδία», εξηγεί ο Σ. Πατσαλίδης, «η οποία βέβαια ουδεμία σχέση έχει με τα... χάχανα, δεδομένου ότι τσεχοφική κωμωδία ακροβατεί ανάμεσα στο τραγικό και το γελοίο, πάνω στις αντιφάσεις της ζωής». Ωσπου το 1993, ένας δηλωμένος αντι-σλανισλαφκικός σκηνοθέτης, ο Γιούρι Λιουμπίμοφ του Θεάτρου Ταγκάνκα, καλεσμένος από την Κάτια Δανδουλάκη, υπογράφει μια ανατρεπτική παράσταση των «Τριών αδελφών», αντιπροσωπευτική της σύγχρονης, μεταμοντέρνας αισθητικής.

Στοιχεία εξπρεσιονισμού

Σύμφωνα με τον Πατσαλίδη, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό «απ' όπου εξακολουθούν να εισάγονται τα νέα ρεύματα»- οι πρόσφατες παραστάσεις του Τσέχοφ χαρακτηρίζονται από απουσία «γλυκερών συναισθημάτων»: «Διαθέτουν στοιχεία εξπρεσιονισμού, γρηγορότερους ρυθμούς, περισσότερη ειρωνεία και μια τάση προς αφαίρεση στα κοστούμια και τα σκηνικά. Κάθε κομμάτι του κειμένου, κάθε ανθρώπινο δράμα διεκδικεί την αυτονομία του, όλα δίνονται αποσπασματικά. Η αρμονία, η ισορροπία, η εσωτερικότητα, η υπαινικτικότητα έρχονται τούμπα πλέον, εκφράζοντας έτσι την έλλειψη γραμμικότητας και της δικής μας ζωής. Οι ενδιαφέρουσες προτάσεις της Σάουμπινε, της ομάδας Γούστερ ή του Ταγκάνκα, στηρίζονται στο σωματικό παίξιμο, που ενδεχομένως ξενίζει, γιατί δεν μοιάζει φυσικό. Βλέπουμε έναν Τσέχοφ λες και κάνουμε ζάπινγκ. Οι σύγχρονες σκηνοθετικές προσεγγίσεις δεν προσδιορίζονται τόσο από το κείμενο του Τσέχοφ όσο από την ιστορία των αναπαράστεών του στη σκηνή».

Ποιος Τσέχοφ απ' όλους πλησιάζει περισσότερο τον «αυθεντικό»; Νά ένα αίνιγμα που ούτε στη Ρωσία δεν έχουν κατορθώσει να λύσουν ακόμη, όπως λέει ο ρωσοσπουδαγμένος σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός. Μολονότι ο ίδιος μόλις πέρσι αναμετρήθηκε μαζί του (βλ. «Βυσσινόκηπος» στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας), εξακολουθεί ν' αντιλαμβάνεται τα έργα του ως «ανώτερα συναισθηματικά μαθηματικά». Και η πιο αξιομνημόνευτη παράσταση Τσέχοφ, από τις άφθονες που έχει δει στη ζωή του, ούτε του Στάιν ήταν ούτε του Πίτερ Μπρουκ. Ηταν ο «Θείος Βάνιας» του Λιθουανού Εϊμούντας Νεκρόσιους στο Θέατρο Μαγιακόφσκι το 1988: «Ενας αποκαλυπτικός συνδυασμός ρώσικης παράδοσης και ποιητικού ρεαλισμού». Οπως λέει ο Λιβαθινός, «θα γίνουν πολλά με τον Τσέχοφ στο μέλλον. Αρκεί η τόλμη να έχει και περιεχόμενο». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Σχετικά θέματα: Θέατρο
Μια σταρ στον «Βυσσινόκηπο»
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Εικαστικά
Μια ματιά, πολλές σκέψεις
Φλόγες απ' τους τοίχους
Θυμήσου, σώμα...
Προσφορά της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας»
Ρομάντζο με τον Ιστγουντ
Κινηματογράφος
Ποιοι ήθελαν την κρίση
Πολιτική σε λευκό φόντο
«Οχι και 50! Είμαι μόνο 49»
Συνέντευξη: Μάικλ Γουιντερμπότομ
«Η βία βρίσκεται παντού»
Συνέντευξη: Μ. Γκουλέγκινα
Η σοπράνο που ταξιδεύει
Δοκιμασία για τα θεάματα
Η κρίση σηκώνει αυλαία
Θέατρο
Το αίνιγμα του Τσέχοφ
Μια σταρ στον «Βυσσινόκηπο»
Εκθεση
Τσολιά μου...
Αρχιτεκτονική
Τα λαϊκά διατηρητέα
Green Design Festival
Πράσινο, περισσότερο πράσινο
Προδημοσίευση
Πώς υπερασπίστηκα τον Μαντέλα
Βιβλίο
Μικρές Οδύσσειες
High infidelity
Από το "Εψιλον" της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας»
Η συνείδηση του οικολόγου