Έντυπη Έκδοση

Στιγμές

«Μπαμπά, μπαμπά, κοίτα, ζωγράφισα ένα λουλούδι» είπε χαρούμενα η μικρή μου κόρη.

«Για να δω, βρε καρδιά μου» απάντησα εγώ.

Μου έδειξε ένα μεγάλο πράσινο λουλούδι ζωγραφισμένο με κηρομπογιά στα περιγράμματα. Το εσωτερικό του παρέμενε λευκό.

«Ωωω, τι ωραίο» υποκρίθηκα ότι μου άρεσε όσο καλύτερα μπορούσα.

Η μικρή μου κόρη δεν φαινόταν να είναι και τίποτε το σπουδαίο στη ζωγραφική, αλλά δεν ξέρεις, ποτέ δεν ξέρεις, εφτά χρονώ ήταν όλο κι όλο.

«Παιδιά, το φαγητό είναι έτοιμο» με έβγαλε από τη δύσκολη θέση η γλυκύτατη σύζυγός μου.

Ψηλή, ξανθιά, γαλανομάτα, ήμουν τυχερός που παντρεύτηκα ένα τέτοιο κελεπούρι, μα πάνω απ' όλα η Ντιάνα ήταν μεγάλο αίσθημα νωρίς νωρίς, από το Λύκειο κιόλας.

Ο μικρός μου πεντάχρονος γιος, ο Δημήτρης, πετάχτηκε ξαφνικά σαν το κουτάβι από το διπλανό δωμάτιο κρατώντας ένα στρατιωτάκι Τζι-αϊ-τζο.

«Χαα, χαα, χαα» έκανε σαν να με πυροβολούσε, εμένα, τον πατέρα του. Ποια άλλη απόδειξη ήθελα ότι ο πόλεμος ήταν εντυπωμένος στα διεστραμμένα γονίδιά μας βλέποντας τον ίδιο μου τον γιο να με πυροβολεί, έστω και στα ψέματα, ποια άλλη απόδειξη; Ηταν φρικτό.

Ωστόσο προσποιήθηκα ότι με πέτυχε. Επεσα κάτω, σφαδάζοντας τάχα από τους επιθανάτιους πόνους μου. Ηρθε από πάνω μου και άρχισε να κάνει πως με κόβει φέτες.

«Εντάξει, Δημητράκη μου , εντάξει, με σκότωσες» του είπα «Πάμε τώρα στη μαμά, έφτιαξε φαγητό».

«Φαγητό, φαγητό» έκανε τώρα χαρούμενα ο μικρός.

Τι χαριτωμένο παιδί που ήταν, πραγματικά. Και ας με είχε σκοτώσει ή αιχμαλωτίσει αμέτρητες φορές.

Καθίσαμε χαμογελαστοί όλοι στο τραπέζι, το φαγητό ήταν σπέσιαλ, κοτόπουλο με πατάτες, σβησμένο με κρασί στο φούρνο, ήμασταν όλοι ιδιαίτερα ευδιάθετοι σήμερα, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, και δεν θα μπορούσε να υπάρξει άλλωστε. Αναπολήσαμε τις οικογενειακές διακοπές στη Ζάκυνθο, δύο χρόνια πριν. Η Ζάκυνθος έχει φοβερές παραλίες και μαγεμένο ηλιοβασίλεμα, αλλά το αποκορύφωμα αυτών των αξέχαστων διακοπών ήταν όταν είχαμε βρει εκείνα τα σπασμένα αβγά τής Καρέτα καρέτα σε μια ερημική παραλία που είχαμε επισκεφτεί με το σκάφος. Ολόκληρη η παραλία ήταν γεμάτη σπασμένα άσπρα αβγά, λες και κάποιος καλλιτέχνης -και αυτός ο καλλιτέχνης δεν θα μπορούσε παρά να είναι η φύση- τα είχε βάλει εκεί πέρα με απεριόριστη προσοχή, συμμετρικά και στο σωστό σημείο το καθένα. Είχαμε όλοι, μικροί και μεγάλοι, ενθουσιαστεί, εγώ θυμάμαι υπενθύμιζα στη γυναίκα μου ξανά και ξανά όλη εκείνη τη μέρα το μεγαλείο της φύσεως. Ειδικά ο Δημήτρης, ειδικά ο τρίχρονος τότε Δημήτρης, θυμηθήκαμε γελώντας και τρώγοντας με την Ντιάνα, ότι ενθουσιάστηκε ακόμη περισσότερο και άρχισε να τα σπάει τα αβγά και να τα θρυμματίζει, μέχρι που δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις την άμμο από το τσόφλι. Ωραία που είχαμε περάσει τότε, ωραία που είχαμε γελάσει... Το πορτρέτο των γονέων μου, που δεν ζούσαν πλέον -πρώην γιαγιά και πρώην παππούς-, μας παρακολουθούσε σιωπηλό, κρεμασμένο στο κεντρικότερο σημείο της τραπεζαρίας, μέχρι που τελειώσαμε στην ίδια χαρούμενη ατμόσφαιρα το φαγητό μας.

Αχ, ευτυχισμένος οικογενειακές στιγμές. Πώς να ξεφύγει κανείς απ' αυτές...

Για μια στιγμή με έπιασε μελαγχολία και πήγα και κόλλησα τη μύτη μου στο μεγάλο τζάμι του πυρηνικού καταφυγίου όπου ζούσαμε παγιδευμένοι τα τελευταία δύο χρόνια. Αφησα το βλέμμα μου να αποδράσει από κει μέσα για να χαζέψω για εκατομμυριοστή πρώτη φορά τα έργα των ανθρώπων, τα έργα μας. Ο κόσμος γύρω μας, ο πρώην πολιτισμός, είχε μεταβληθεί σε μια άμορφη μάζα από μπετόν και παλιοσίδερα. Στο βάθος του ορίζοντα για ακόμη μια μέρα κυριαρχούσε εκείνο το αρρωστημένο πράσινο χρώμα, ένας ανεπαίσθητος βόμβος από ηλεκτροστατικές εκκενώσεις σού υπενθύμιζε συνεχώς τι κόσμος ήταν εκεί έξω. Μια τεράστια χελώνα, με μήκος τουλάχιστον δύο μέτρα, που περνούσε εκείνη τη στιγμή μπροστά από το τζάμι -Χριστέ μου, πότε θα εμφανίζονταν ξανά οι δεινόσαυροι-, με κοίταξε με το επίσης τεράστιο μάτι της, φράζοντας στιγμιαία το οπτικό μου πεδίο. Ημασταν εύπορη οικογένεια όσο τα πράγματα ήταν ακόμη καλά και αυτή η ευμάρεια μας βοήθησε να αποκτήσουμε ένα από τα καλύτερα πυρηνικά καταφύγια. Μάλιστα, πυρηνικά καταφύγια με απεριόριστη θέα, ήταν ένα από τα τελευταία μεγάλα εμπορικά σουξέ πριν από τον Τελικό Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα από τα τελευταία καλά κέρδη. Εφόδια πρέπει να είχαμε ακόμη για κάποιο διάστημα στην τεράστια αποθήκη του καταφυγίου, που εκτεινόταν αρκετούς ορόφους κάτω από τη γη. Μετά, θα έπρεπε να βγούμε έξω. Ολοι, οικογενειακώς. Και ήταν ένας σκληρός, σκληρός κόσμος εκεί έξω. Η ραδιενέργεια θέριζε, τα πυρηνικά απόβλητα είχαν απότομα αλλάξει τον δρόμο της εξέλιξης. Και η εξέλιξη είχε πάρει τον κακό τον δρόμο. Είχα ακούσει ότι ένας στο ένα εκατομμύριο ανθρώπων κατάφερνε να επιβιώσει εκεί πάνω, η στατιστική ποτέ δεν είχε γίνει τόσο δύσκολη, τόσο πολύπλοκη όσο στις μέρες μας. Είχα ακούσει ιστορίες για ανθρώπους που η γλώσσα τους, τα αφτιά τους έγιναν μπλε με το που βγήκαν έξω, για κάποιον άλλο που είχε βγάλει ένα τρίτο χέρι ακριβώς πίσω στην πλάτη. Μακάβρια πράγματα, αν και αυτοί ήταν οι τυχεροί της υπόθεσης εδώ που τα λέμε. Είχαμε δει οικογενειακώς από το πολυτελές πυρηνικό καταφύγιό μας έναν άνθρωπο-γίγαντα να συντρίβεται μπροστά μας από μια κατσαρίδα - γιγαντιαία κι αυτή. Αρκετά άλλα ζωικά είδη είχαν αποδειχτεί πολύ πιο προνοητικά, πολύ πιο προετοιμασμένα από μας, τα υποτιθέμενα ανώτερα όντα, που προκαλέσαμε κιόλας αυτή την -ανώτερη- καταστροφή. Τι να πεις, τι να σκεφτείς και -πλέον- τι να δεις...

Η μικρή μου κόρη ήρθε ξανά τώρα δίπλα μου και τρίφτηκε πάνω μου.

Κοίταξε κι αυτή για ένα δευτερόλεπτο το σεληνιακό τοπίο, μετά γύρισε σ' εμένα και μου έσφιξε το χέρι.

«Μπαμπά, δεν θα γίνω ποτέ καλή στη ζωγραφική, έτσι δεν είναι;» είπε και από το αμυγδαλωτό μάτι της κύλησε ένα χοντρό δάκρυ, στο γαλάζιο βλέμμα της διέκρινα την παραλία της Μυρτιώτισσας, που βγάζαμε εκεί κάποια ανέμελα καλοκαίρια ένα εκατομμύριο χρόνια πιο πριν.

Δεν απάντησα τίποτε. Τι να απαντήσεις; Και ένα μικρό παιδί το γνώριζε... Φερθήκαμε τόσο ανόητα, τόσο πολύ σαν ενήλικοι.

Συνέχισα να κοιτάζω έξω -είχε αρχίσει να φυσάει μανιασμένα, ακόμη μια ηλεκτροστατική καταιγίδα ερχόταν. Και δεν είπα τίποτα. *

*Ο Ευάγγελος Γεωργάκης είναι συγγραφέας. Πρόσφατο βιβλίο του, το Ακροβάτης του ονείρου, εκδόσεις Ηριδανός.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Η χαμένη γενιά
Η ευκολία του εγκλήματος
Η χαμένη μάχη της μνήμης
Παράλληλοι δρόμοι στον Γάγγη
Εξεγερμένες ψυχές σε Κέρκυρα, Λέσβο, Σμύρνη, Πόλη
Εργα συλλεκτικά και ακριβοθώρητα
Γνώριζε ο Ομηρος το αλφάβητο;
«Καθολικός» σημαίνει «οικουμενικός»
Πτυχώσεις του Πραγματικού
Η διαχρονικότητα των δημοτικών τραγουδιών
Fuoco di Etna / Αταξινόμητο
Διήγημα
Στιγμές
Συνέντευξη
Ο Γιάννης Λειβαδάς και η τέχνη της γραφής του
Η τρίτη ανάγνωση
Εγώ, ο Κλαύδιος
Από τις 4:00 στις 6:00
Απορίες που ζητούν απαντήσεις
Η απόλυτη μπάντα του κάντρι ροκ
Άλλες ειδήσεις
Η λογοτεχνία στα 35 m.m.
Εκδήλωση για τον Οδυσσέα Ελύτη στη Ζάκυνθο
Η ομίχλη τα φυλάει