Έντυπη Έκδοση

Το τελευταίο παράδοξο του Μπέκετ λέγεται Καλατράβα

Ο «έσχατος των ρεαλιστών», ο «τελευταίος των μοντερνιστών», ο «πρώτος των μετα-μοντερνιστών». Είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του Σάμουελ Μπέκετ, οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας ακόμη διασταυρώνουν τα ξίφη τους για το πού θα κατατάξουν τον μεγάλο ανένταχτο της γραφής και κάθε κίνημα θα ήθελε να τον έχει στρατολογήσει στις τάξεις της έκφρασής του.

Στο Παρίσι ξεκινάει σήμερα το διήμερο διεθνές συνέδριο «Beckett Between» στην Ecole Normale Superieure, όπου θα εξεταστεί το έργο του Μπέκετ «σε κίνηση», ανάμεσα σε δύο γλώσσες, δύο πατρίδες, δύο πολιτισμούς.

Ο θεατρικός του λόγος κινητοποιεί σκηνοθέτες και ηθοποιούς: ο Ρόμπερτ Γουίλσον σκηνοθετεί και κρατάει τον επώνυμο ρόλο στην «Τελευταία ταινία του Κραπ», παράσταση που θα δούμε τον Μάιο και στην Αθήνα. Ο Σάιμον Μακ Μπέρνι με το Theatre de Complicite ανέβασε ξανά το «Τέλος του παιχνιδιού» και στο Royal Haymarket του Λονδίνου ο Ιαν Μακ Κέλεν πρωταγωνιστεί στο «Περιμένοντας τον Γκοντό». Οι Πανεπιστημιακές εκδόσεις του Κέμπριτζ εξέδωσαν πριν από μερικούς μήνες τον πρώτο τόμο της αλληλογραφίας του. Το λογοτεχνικό ένθετο των «Times» (TLS) κατέταξε το βιβλίο με τη σειρά του στις δέκα πιο σημαντικές εκδόσεις για το 2009.

Και η Ιρλανδία αποτυπώνει στη μητροπολιτική σκηνογραφία του Δουβλίνου την ανάμνησή της για τον Σάμουελ Μπέκετ, εγκαινιάζοντας την ατσάλινη Samuel Beckett Bridge, μία γέφυρα η οποία θα ενώνει για πάντα τον Βορρά με τον Νότο της πόλης, επάνω από τα νερά του ποταμού Λίφι.

Ακόμα και η ιστορία της γέφυρας εμπεριέχει με έναν τρόπο τη χωρίς τέλος παραδοξότητα της ζωής, που απασχολούσε αυτόν τον περίεργο Ευρωπαίο, που γεννήθηκε τη Μεγάλη Παρασκευή του 1906 στο Φοξρόκ του Δουβλίνου και πέθανε τη δεύτερη ημέρα του χειμώνα στο Παρίσι το 1989.

Πώς αλλιώς μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι ένας τους πλέον προβεβλημένους, φωτογραφημένους και υπερεκτιμημένους από τα μέσα ενημέρωσης αρχιτέκτονες, ο Σαντιάγκο Καλατράβα, σχεδίασε τη γέφυρα που αφιερώθηκε σε έναν από τους πιο σιωπηλούς καλλιτέχνες του εικοστού αιώνα, ο οποίος προστάτευε με μανία την ιδιωτικότητά του, αρνούνταν μέχρι να πεθάνει να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για το έργο του και ο τρόμος του για τη δημοσιότητα ήταν τόσο μεγάλος, ώστε όταν το 1969 πληροφορήθηκε η γυναίκα του ότι του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας αναφώνησε: «Τι καταστροφή!»;

Το παζλ της παραδοξότητας συμπληρώνεται εάν σε αυτό το ζεύγος των αντιθέσεων προσθέσει κανείς και το θαλάσσιο ταξίδι αυτής της γέφυρας με τους χιλιάδες τόνους από ατσάλι σε μήκος 124 μέτρων και τους τεράστιους πυλώνες ύψους 40 μέτρων. Κατασκευάστηκε σε κάποιο εργοστάσιο του Ρότερνταμ και ταξίδεψε ρυμουλκούμενη από μία μαούνα μέσα από τα ανήσυχα γκριζοπράσινα παγωμένα νερά της Βόρειας θάλασσας, για να εμφανιστεί μία ωραία μέρα στην είσοδο του λιμανιού στο συννεφιασμένο Δουβλίνο.

Τα ζεύγη των αντιθέσεων, που «κυνηγούν» τον Μπέκετ και στην μετά θάνατον ζωή του, εμφανίζονται σαν μοτίβο συχνά και στο έργο του. Ζεύγη που μπορεί να ενώνουν γενεές ή να συμπληρώνουν αντιφάσεις: ο Χαμ και ο Κλοβ στο «Τέλος του Παιχνιδιού», ο Πότζο και ο Λάκι στο «Περιμένοντας τον Γκοντό», ο Σαμ και ο Watt στον «Watt», ο Μπιμ και ο Μπομ στο «Murphy», αλλά κυρίως δίπολα εννοιών, που συνυπάρχοντας δημιουργούν φωνές σχιζοειδείς και διχοτομημένες. Αντιθέσεις που υψώνονται μέσα από τις λέξεις, που επαναλαμβάνονται σαν έσχατες κραυγές αυτογνωσίας: Εγώ ή Οχι Εγώ. Βλέπω ή Δεν Βλέπω. Είμαι ή Δεν Είμαι. Ζω ή Δεν Ζω. Γνωρίζω ή Δεν Γνωρίζω. Γέννηση ή Θάνατος. Κίνηση ή Ακινησία. Παιχνίδι ή Πόνος. Αυγή της συνείδησης ή Εξαφάνιση της συνείδησης.

Ο ίδιος ο Μπέκετ ψάχνει να εντοπίσει τις λέξεις πίσω από «...ένα πέπλο που πρέπει να σχιστεί για να φτάσω σε όσα (ή στο τίποτα) βρίσκονται πίσω του» (επιστολή στον Axel Kann, 1937). Οι λέξεις που χρησιμοποιεί δημιουργούνται σε ένα εσωτερικό βαθύ σκοτάδι και βγαίνουν στο ημίφως της ύπαρξης, δημιουργώντας τρύπες στη σιωπή. Διασχίζουν τον χρόνο και φτάνουν στον εικοστό πρώτο αιώνα σαν να έρχονται από το αύριο, καταρρίπτοντας την κοινή μοίρα των περισσότερων έργων της τέχνης, που συχνά τα καθηλώνει σε μια πολύ στενή σχέση με την εποχή τους.

Και ενώ μπορεί οι γέφυρες και τα συνέδρια να άφηναν ασυγκίνητο τον συγγραφέα της ανεξιχνίαστης έκφρασης, το γεγονός της ανάγνωσης και της θεατρικής αναζήτησης των έργων του σήμερα θα σχημάτιζε ίσως (;) ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπό του. Εξάλλου: «...πρέπει να συνεχίζεις, δεν μπορώ να συνεχίσω, πρέπει να συνεχίζεις, θα συνεχίσω, πρέπει να λες λόγια, όσο ακόμα υπάρχουν, πρέπει να λέγονται...» («Ο ακατονόμαστος» εκδόσεις «Υψιλον»). *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Αρχιτεκτονική
Θέατρο
Σχετικά θέματα: Θέατρο
Πάρτε την Disney στα χέρια σας
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Θέατρο
Το τελευταίο παράδοξο του Μπέκετ λέγεται Καλατράβα
Πάρτε την Disney στα χέρια σας
Κριτική θεάτρου
Ο μικρός χώρος δίνει αισθαντικότητα στην τραγωδία
Ο Τσέχοφ γύρισε σπίτι
Συνέντευξη: Γ. Αρβανίτης
«Δεν επιτρέπω στους σκηνοθέτες να με καταργούν»
Κινηματογράφος
Μες στου Αιγαίου τα νερά κάμερες φτερουγίζουν
Συνέντευξη: Μπάρι Πέρβις
Εποχή του Avatar, κι αυτός παίζει ακόμα κούκλες
Συνέντευξη: Μαρίνα-Λαμπρινή Διαμαντίς
Η Μαρίνα στον ουρανό με τα διαμάντια
Συνέντευξη: Γιώργος Σκαμπαρδώνης
Υπάρχουν άνθρωποι που εκτίουν τα ισόβια του μυαλού τους