Έντυπη Έκδοση

ΠΑΡΑΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πληγή αγιάτρευτη

Από αρχαιοτάτων χρόνων ελληνικό «προϊόν», ανθεί ιδιαίτερα στις μέρες μας και σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, βρίσκεται τουλάχιστον στο 35% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 85 δισεκατομμύρια ευρώ

Κάποτε, στην αρχαία Ελλάδα, ένας Ολύμπιος θεός επανέφερε στη ζωή έναν θνητό και όταν έγινε έρευνα από τους άλλους θεούς, αποδείχτηκε ότι αυτός είχε δωροδοκηθεί. Το 300 π.Χ. στα σύνορα Αθηνών - Μεγάρων ένας γεωργός (ο Λεύκων), προκειμένου να αποφύγει το δασμό που επιβαλλόταν τότε στο μέλι, δοκίμασε να φέρει μέλι στην Αθήνα σε ασκούς κρυμμένους μέσα σε κοφίνια με κριθάρι. Σκόνταψε όμως το γαϊδουράκι και σκορπίστηκε το φορτίο. Τότε οι τελωνειακοί ανακάλυψαν τον πρώτο δράστη φοροδιαφυγής (άλλα μεν Λεύκωνος όνος φέρει, άλλα δε Λεύκων).

Από αρχαιοτάτων χρόνων ελληνικό «προϊόν» η παραοικονομία, η οποία ανθεί ιδιαίτερα στις μέρες μας και σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών βρίσκεται τουλάχιστον στο 35% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 85 δισεκατομμύρια ευρώ. Σύμφωνα με τον πρώην υπουργό Οικονομικών Γιώργο Αγαπητό, «η παραοικονομία συνοδεύεται από μεγάλη φοροδιαφυγή, με αποτέλεσμα τον περιορισμό των εισπραττόμενων φορολογικών εσόδων και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης. Ετσι εξηγείται γιατί τα μη εισπραττόμενα φορολογικά έσοδα υπερβαίνουν το 40% των εισπραττομένων».

Πριν από λίγους μήνες, βάσει στοιχείων από την έρευνα του καθηγητή του Πανεπιστημίου Γιοχάνες Κέπλερ του Λιντς, Φρίντριχ Σνάιντερ, στην οποία διατυπώνονται εκτιμήσεις για την έκταση της «μαύρης αγοράς» σε 21 χώρες-μέλη του Οργανισμού για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ), η χώρα μας εμφανίζεται ως πρωταθλήτρια, καθώς το 25% της παραγωγής διακινείται χωρίς παραστατικά, με αποτέλεσμα το κράτος να χάνει έσοδα αρκετών δισεκατομμυρίων ευρώ, τα οποία όχι μόνο θα έφταναν και θα περίσσευαν για την κάλυψη των ετήσιων ελλειμμάτων του κράτους, αλλά και θα επέτρεπαν ακόμη και το μηδενισμό του δημόσιου χρέους μέσα σε λίγα χρόνια.

Στην έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική οικονομία, η παραοικονομία αποτελεί τόσο κοινωνικό όσο και οικονομικό φαινόμενο, καθώς οι δείκτες διαφθοράς παραπέμπουν περισσότερο σε αναπτυσσόμενη οικονομία παρά σε αναπτυγμένη. Μεταξύ των συστάσεων του Οργανισμού είναι η δημιουργία ενιαίου μηχανισμού είσπραξης φορολογικών εσόδων και ασφαλιστικών εισφορών.

Τον περασμένο Δεκέμβριο, σύμφωνα με τη μελέτη της Deutsche Bank..., χάρη στο «μαύρο χρήμα» και στη μεγάλη φοροδιαφυγή το ελληνικό ΑΕΠ συρρικνώθηκε μόνο 1%, ενώ το συνολικό ΑΕΠ της Ε.Ε. «βούλιαξε» 4%.

Ο επικεφαλής της έρευνας, Sebastian Kubsch, είχε παραδεχθεί ότι δεν μπορούσε «να βρει μία ευθεία απάντηση», γιατί η εκτεταμένη ή έστω η μικρή παραοικονομία βοήθησε κάποια χώρα κατά τη διάρκεια της κρίσης. Από τη μία πλευρά, η ύπαρξη καλά οργανωμένης παραοικονομίας προσφέρει διέξοδο στους ανέργους, ενώ από την άλλη η απόλυτη τιμιότητα επίσης φέρνει αποτέλεσμα.

Καθηγητές Οικονομικών τονίζουν πως η παραοικονομία θα περιοριστεί μόνο με χρηστή διοίκηση - διακυβέρνηση, με αποκατάσταση της εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος, με δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών, με βελτίωση των ελεγκτικών μηχανισμών, παραδειγματική τιμωρία των παρανομούντων και βελτίωση των προσφερόμενων δημόσιων αγαθών.

Κατά τον πανεπιστημιακό Μάνο Ματσαγγάνη «η παραοικονομία φέρνει φτηνή ανάπτυξη - και αυτή, με τη σειρά της, συρρίκνωση της ανταγωνιστικότητας: στις διεθνείς αγορές τα ελληνικά προϊόντα ούτε ποιοτικά είναι ούτε καλές τιμές έχουν. Γι' αυτό και δεν προτιμώνται. Τη χρεοκοπία αυτού ακριβώς του μοντέλου παρακολουθούμε σε απ' ευθείας μετάδοση αυτές τις μέρες»

«Πρωταθλητές στην Ε. Ενωση»

Κατ' αρχήν να διευκρινίσουμε ότι στην παραοικονομία περιλαμβάνονται όλες εκείνες οι οικονομικές δραστηριότητες, οι οποίες ενώ δημιουργούν εισόδημα, και κατά συνέπεια θα έπρεπε να καταγράφονται στις στατιστικές εκτιμήσεις της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας, όπως είναι το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ), εξαιτίας της μερικής ή ολικής απόκρυψής τους από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, δεν συμπεριλαμβάνονται στις επίσημες εκτιμήσεις.

Στις σημαντικότερες αιτίες απόκρυψης των οικονομικών δραστηριοτήτων περιλαμβάνονται η αποφυγή φορολογικής επιβάρυνσης (φοροδιαφυγή ή εισφοροδιαφυγή) καθώς και άλλων επιβαρύνσεων που απορρέουν από την υπάρχουσα νομοθεσία (οι οποίες αναφέρονται κυρίως στους όρους εργασίας και στις συνθήκες ασφάλειας των εργαζομένων), η παραγωγή και διακίνηση παράνομων αγαθών και υπηρεσιών, η χαμηλή φορολογική ηθική, οι αδυναμίες των αρμόδιων υπηρεσιών να καταγράψουν όλες τις οικονομικές δραστηριότητες και, τέλος, ο ρόλος του κράτους.

Θα σταθούμε λίγο περισσότερο στο ρόλο του κράτους όσον αφορά την έκταση του φαινομένου. Ενώ είναι γενικά αποδεκτό, σύμφωνα με την υπάρχουσα βιβλιογραφία, ότι η παραοικονομία έχει σημαντικότατες αρνητικές οικονομικές συνέπειες, γιατί όχι μόνον περιορίζει το σχεδιασμό και την αποτελεσματικότητα της γενικότερης οικονομικής πολιτικής του κράτους αλλά και διευρύνει τα δημόσια ελλείμματα, κυρίως γιατί με διάφορους τρόπους αυξάνει τις δημόσιες δαπάνες και περιορίζει τα δημόσια έσοδα, συχνά στην πράξη η παραοικονομία γίνεται ανεκτή από τις κυβερνήσεις και ορισμένες μάλιστα φορές ενισχύεται από αυτές, είτε γιατί θεωρείται εσφαλμένα ότι συμβάλλει, τουλάχιστον βραχυχρόνια, στην εξυπηρέτηση ορισμένων σκοπών της οικονομικής πολιτικής, όπως είναι η αντιμετώπιση της ανεργίας ή και η βελτίωση της κατάστασης του ισοζυγίου πληρωμών της χώρας, είτε γιατί εξυπηρετεί τα συμφέροντα ορισμένων ατόμων ή κοινωνικών ομάδων που είναι σε θέση να επηρεάζουν τις αποφάσεις των κυβερνήσεων. Αυτή η αντιμετώπιση του φαινομένου στη χώρα μας δεν είναι άγνωστη.

Επιπλέον, η ικανότητα του κράτους να περιορίζει το μέγεθος της παραοικονομίας μέσω της δυνατότητάς του να αποτρέπει και να καταστέλλει πράξεις φοροδιαφυγής εξαρτάται από το βαθμό οργάνωσης των φοροτεχνικών υπηρεσιών, από το ισχύον φορολογικό σύστημα και από το βαθμό λογιστικής οργάνωσης των επιχειρήσεων. Ο χαμηλός κίνδυνος εντοπισμού και η περιορισμένη έκταση της ενδεχόμενης τιμωρίας των φοροφυγάδων αποτελούν βασικούς προσδιοριστικούς παράγοντες της παραοικονομίας. Και, βέβαια, η «φορολογική ηθική» ή η «φορολογική συνείδηση» των ατόμων επηρεάζεται σημαντικά από την αντίληψη που έχουν για το ρόλο του κράτους.

Η έκταση της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής επηρεάζεται άμεσα από το βαθμό της διαφθοράς. Ως διαφθορά θεωρείται κατά βάση η κατάχρηση δημόσιας εξουσίας για ιδιωτικό όφελος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι φαινόμενα διαφθοράς δεν εμφανίζονται και στον ιδιωτικό τομέα (δωροδοκία ή προσφορά οικονομικών ανταλλαγμάτων στον ιδιωτικό τομέα για άσκηση επιρροής). Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο που χώρες οι οποίες χαρακτηρίζονται από εκτεταμένη παραοικονομία, χαρακτηρίζονται παράλληλα και από υψηλό βαθμό διαφθοράς.

Κλασικό πλέον παράδειγμα η χώρα μας, που σύμφωνα με τους ερευνητές έχει το υψηλότερο ποσοστό παραοικονομίας σε σχέση με το ΑΕΠ της από όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης των 27 (ΕΕ-27), το οποίο εκτιμάται σε 25-30%, και ταυτόχρονα συνδέεται με τον υψηλότερο βαθμό διαφθοράς, αφού σύμφωνα με το «δείκτη αντίληψης της διαφθοράς» της Διεθνούς Διαφάνειας κατέχει την τελευταία θέση όσον αφορά την ΕΕ-27 μαζί με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία ως προς τον αντιλαμβανόμενο βαθμό καθαρότητας του δημόσιου τομέα (δημόσιας διοίκησης, πολιτικών και γενικότερα του δημόσιου χώρου), ενώ κατατάσσεται στην 71η θέση καθαρότητας παγκοσμίως (υπάρχουν δηλαδή 70 χώρες που θεωρείται ότι ο δημόσιος τομέας τους είναι λιγότερο διεφθαρμένος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται το Κατάρ, το Ομάν, το Μπουτάν, η Μποτσουάνα, η Γκάνα, η Ναμίμπια και οι νήσοι Σαμόα). Αξιοσημείωτο είναι πως ο αντιλαμβανόμενος βαθμός καθαρότητας του δημόσιου τομέα της χώρας μας είναι μόλις 3,8 με μέγιστο το 10. Αν και ο δείκτης αυτός δεν είναι αποτέλεσμα αντικειμενικής ποσοτικής μέτρησης της διαφθοράς, έχει μεγάλη σημασία, γιατί αποκαλύπτει πως το φαινόμενο γίνεται αντιληπτό.

Διακινδυνεύοντας να θεωρηθούμε ότι προβαίνουμε σε απαράδεκτες υπεραπλουστεύσεις, αλλά για να δώσουμε μια περισσότερο απτή εικόνα των επιπτώσεων της παραοικονομίας, ας υποθέσουμε ότι αυτή ανέρχεται στο 30% του ΑΕΠ. Αν λάβουμε υπόψη ότι η μέση φορολογική επιβάρυνση στη χώρα μας ανέρχεται στο 30%, διαπιστώνουμε ότι ο πλήρης έλεγχος της παραοικονομίας θα αύξανε τα δημόσια έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά 9 μονάδες, που αντιστοιχούν σε 22 δισ. ευρώ για το έτος 2010. Τα έσοδα αυτά θα μπορούσαν να διατεθούν για αποπληρωμή μέρους του δημόσιου χρέους, για μεταβιβάσεις προς τις ευπαθέστερες κοινωνικές ομάδες και για επενδύσεις, ανάλογα με το μείγμα πολιτικής που θα ακολουθούσε η κυβέρνηση. Θα μπορούσαν, έτσι, να αντιμετωπιστούν παράλληλα και τα δύο σημαντικά οικονομικά προβλήματα της χώρας μας, δηλαδή και η βελτίωση της δημοσιονομικής της κατάστασης και η αύξηση της συνολικής ζήτησης, ώστε να εξέλθει από την οικονομική ύφεση.

Πέρα όμως από την τεράστια συμβολή της παραοικονομίας στην αδυναμία των κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν τα δημοσιονομικά προβλήματα και να εφαρμόσουν τις κατάλληλες πολιτικές εξόδου από την ύφεση, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το φαινόμενο της παραοικονομίας συνιστά κατά βάση αντικοινωνική συμπεριφορά. Αυτοί που αναπτύσσουν παραοικονομική δράση, ενώ αποδέχονται τη συμμετοχή τους στα οφέλη από τον οικονομικό και κοινωνικό ρόλο του κράτους, δεν αναγνωρίζουν τη συμμετοχή τους στο κόστος παροχής τους, όπως αυτό κατανέμεται κατά τεκμήριο σύμφωνα και με τις δικές τους επιλογές, διά μέσου του μηχανισμού της πολιτικής επιλογής. Κάποτε θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι ο βαθμός «φορολογικής δικαιοσύνης» αποτελεί βασική συνιστώσα του επιπέδου κοινωνικής ανάπτυξης και κατ' επέκταση του βαθμού κοινωνικής συνοχής. Σε περιόδους μάλιστα οικονομικής ύφεσης, που τα εισοδήματα πολλών ατόμων συρρικνώνονται και ορισμένων διευρύνονται, η μείωση του βαθμού κοινωνικής συνοχής μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα κοινωνικής και πολιτικής αποσταθεροποίησης.

*Καθηγητής Οικονομικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, τέως πρύτανης

«Περισσότερα κρύβουν οι πλούσιοι»

Η φοροδιαφυγή είναι ένα φαινόμενο που οδηγεί στην απώλεια φορολογικών εσόδων και κατά συνέπεια σε στρεβλώσεις στη διαμόρφωση και επίτευξη των στόχων της οικονομικής πολιτικής: όσο λιγότερα εισπράττει το κράτος τόσο λιγότερα μπορεί να κάνει.

Συλλογικά λοιπόν η φοροδιαφυγή δεν μας συμφέρει, ιδιωτικά όμως εξασφαλίζει υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα κι έτσι ένα -βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον- ισχυρό οικονομικό κίνητρο για απόκρυψη μέρους του εισοδήματος από τις φορολογικές αρχές. Αυτό σίγουρα δεν αποτελεί αποκαλυπτική διαπίστωση. Το παράδοξο είναι ότι όλοι αδιάφορα ή απλώς συγκαταβατικά την αποδεχόμαστε σε κάποιο βαθμό στη συμπεριφορά των άλλων. Ξέρουμε όμως τις συνέπειες; Ποιοι φοροδιαφεύγουν, πόσο και πώς αυτό μας αφορά όλους;

Τις απαντήσεις αυτές προσπάθησε να δώσει η πρόσφατη μελέτη της υπογράφουσας και του Μάνου Ματσαγγάνη (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών), εστιάζοντας στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων. Πηγή πληροφόρησής μας για τα εισοδήματα που δηλώνουν οι Ελληνες φορολογούμενοι αποτέλεσε ένα τυχαίο, ανώνυμο δείγμα φορολογικών δηλώσεων (αντίστοιχο του 0,53% του συνόλου των φορολογούμενων), που καταβλήθηκαν το 2005 και αφορούσαν εισοδήματα του 2004. Πληροφόρηση για τα πραγματικά εισοδήματα των φορολογουμένων για το ίδιο έτος αντλήσαμε από την Ερευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΟΠ) 2004/05 της ΕΣΥΕ, η οποία διενεργείται σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του ελληνικού πληθυσμού (0,2%).

Η μεθοδολογική προσέγγιση βασίστηκε στη σύγκριση των δύο εισοδηματικών κατανομών ανά γεωγραφική περιφέρεια και κύρια πηγή εισοδήματος, προκειμένου να κατασκευαστεί για τα μέλη της ΕΟΠ μια συνθετική εισοδηματική κατανομή, η οποία αντανακλά τα εισοδήματα που δηλώνουν οι συγκεκριμένοι φορολογούμενοι στην Εφορία. Τα αποτελέσματά μας απορρέουν από τη σύγκριση της συνθετικής αυτής κατανομής με την κατανομή των πραγματικών εισοδημάτων της ΕΟΠ.

Οπως αναμενόταν, τα ευρήματά μας έδειξαν ότι τα εισοδήματα από συντάξεις ή μισθούς δηλώνονται σχεδόν εξ ολοκλήρου (κατά 99%) στην Εφορία. Τα εισοδήματα από αυτοαπασχόληση δηλώνονται μόνο κατά 66%, ενώ για το αγροτικό εισόδημα το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 46%.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αποδεικνύεται και η εισοδηματική κλιμάκωση του φαινομένου. Ενώ συνολικά αποκρύπτεται κατά μέσο όρο σχεδόν 10% του φορολογητέου εισοδήματος, η εξέταση ανά εισοδηματικό δεκατημόριο δείχνει ότι η φοροδιαφυγή είναι πιο εκτεταμένη στα άκρα της εισοδηματικής κατανομής: το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού αποκρύπτει 15% του εισοδήματός του (το πλουσιότερο 1% αποκρύπτει 24%), το φτωχότερο 30% μεταξύ 10 και 11%, ενώ τα ενδιάμεσα έξι εισοδηματικά στρώματα από 5 έως 8%.

Η εισοδηματική αυτή κλιμάκωση έχει σοβαρές δημοσιονομικές και αναδιανεμητικές συνέπειες. Καθώς η φορολογική κλίμακα απαρτίζεται από φορολογικούς συντελεστές που αυξάνουν με το εισόδημα, η απόκρυψη υψηλών εισοδημάτων συνεπάγεται δυσανάλογη απώλεια φορολογικών εσόδων. Ετσι, ενώ κατά μέσο όρο αποκρύπτεται 10% του εισοδήματος, τα φορολογικά έσοδα εμφανίζονται μειωμένα κατά 26%. Παράλληλα, επηρεάζεται και η κατανομή της φορολογικής επιβάρυνσης κατά τρόπο που εντείνει την εισοδηματική ανισότητα, αυξάνοντάς την κατά 3-9%, ανάλογα με τη μέθοδο υπολογισμού.

Τα ευρήματα αυτά, παρότι συντηρητικά, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, καθώς ερμηνεύουμε τις εκτιμήσεις μας ως κατώτατα όρια του πραγματικού μεγέθους της φοροδιαφυγής. Αυτό συμβαίνει γιατί η ανάλυση βασίστηκε στην υπόθεση ότι τα εισοδήματα που δηλώνονται στην ΕΟΠ είναι όντως πραγματικά. Ομολογουμένως, η διατήρηση της ανωνυμίας σε μια στατιστική έρευνα ελαχιστοποιεί τα κίνητρα για απόκρυψη εισοδήματος. Εντούτοις, είναι ίσως αφελές να αποκλείσει κανείς το ενδεχόμενο ότι οι ερωτώμενοι παραμένουν επιφυλακτικοί στην αποκάλυψη ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων.

Οπως και να έχει, η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής μάς αφορά για δύο λόγους: μακροπρόθεσμα μεν, γιατί κάποια στιγμή θα κληθούμε να αναπληρώσουμε τα χαμένα, βραχυπρόθεσμα δε, γιατί όσο πιο εκτεταμένη είναι η φοροδιαφυγή τόσο πιο άνιση γίνεται η κατανομή του εισοδήματος.

*Διδάκτωρ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

«Περιορισμός με χρηστή διοίκηση - διακυβέρνηση»

Η παραοικονομία στη χώρα μας, το ποσοστό της οποίας είναι τουλάχιστον στο 35% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 85 δισεκατομμύρια ευρώ, συνοδεύεται από μεγάλη φοροδιαφυγή, με αποτέλεσμα τον περιορισμό των εισπραττόμενων φορολογικών εσόδων και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.

Αυτό οδήγησε σε διόγκωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, χειροτέρευση της υπάρχουσας άδικης κατανομής του πλούτου και αδυναμία εξασφάλισης των απαραίτητων πόρων για τη χρηματοδότηση των κοινωνικών αγαθών που πρέπει να προσφέρει το κράτος. Ετσι εξηγείται γιατί τα μη εισπραττόμενα φορολογικά έσοδα υπερβαίνουν το 40% των εισπραττομένων».

Αυτά τονίζει ο Γεώργιος Αγαπητός, πρώην υπουργός Οικονομικών, ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΑΣΟΕΕ), ο οποίος εκτιμά ότι «το φαινόμενο θα περιοριστεί μόνο με χρηστή διοίκηση - διακυβέρνηση, με αποκατάσταση της εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος, με δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών, με βελτίωση των ελεγκτικών μηχανισμών, παραδειγματική τιμωρία των παρανομούντων και βελτίωση των προσφερόμενων δημόσιων αγαθών».

Κύριε καθηγητά, υπάρχει μέθοδος για την εκτίμηση της παραοικονομίας;

«Είναι απλή. Είναι η διαπίστωση ότι στους εθνικούς λογαριασμούς οι καταναλωτικές δαπάνες εμφανίζονται υπερβολικά υψηλότερες σε σχέση με τα επίσημα καταγεγραμμένα συνολικά εισοδήματα. Αυτό συμβαίνει γιατί στους εθνικούς λογαριασμούς δεν καταγράφονται π.χ. οι αμοιβές από: ιδιαίτερα μαθήματα, αδήλωτα εισοδήματα διαφόρων νόμιμων επιχειρηματικών - εμπορικών δραστηριοτήτων, αμοιβές σε είδος, αμοιβές από μη κύρια απασχόληση, αυτοαπασχόληση, οικιακές εργασίες, λαθρεργασία και εισοδήματα από διάφορες παράνομες δραστηριότητες».

Η φοροδιαφυγή έχει σχέση με την παραοικονομία;

«Φοροδιαφυγή είναι κάθε παράνομη πράξη ή παράλειψη του φορολογουμένου, δηλαδή καταστρατήγηση των διατάξεων του φορολογικού νόμου, προκειμένου να μειώσει τη φορολογική του επιβάρυνση. Οι πράξεις αυτές δεν εντοπίζονται από τις φορολογικές αρχές γιατί δεν καταγράφονται στις φορολογικές δηλώσεις αυτών των φορολογουμένων και κατά συνέπεια δεν συμπεριλαμβάνονται στα εθνικολογιστικά στοιχεία. Είναι λάθος να ταυτίζεται η παραοικονομία με τη φοροδιαφυγή, γιατί η τελευταία μπορεί να συμβαίνει και στη νόμιμη οικονομία με τη μη έκδοση π.χ. τιμολογίων αγοράς. Η φοροδιαφυγή συνδέεται με την "αδήλωτη οικονομία", ενώ η παραοικονομία με τη "μη καταγεγραμμένη οικονομία". Αρα είναι σαφές ότι η έννοια της φοροδιαφυγής είναι ευρύτερη εκείνης της παραοικονομίας και ενισχύει την τελευταία».

Ποια είναι τα βασικά αίτια - μορφές της υπάρχουσας και διογκωμένης παραοικονομίας;

«Οι κυριότερες αιτίες ύπαρξης αυτού του φαινομένου είναι:

*Η τάση και η ροπή κάθε ανθρώπου να αποφύγει οποιαδήποτε επιβάρυνση και ιδίως φορολογική, και ο βαθμός διαφέρει ανάλογα με το επίπεδο ευσυνειδησίας και κοινωνικοοικονομικών αξιών των μελών μιας κοινωνίας.

*Η διάρθρωση της αγοράς εργασίας και ειδικότερα το ποσοστό των ελεύθερων επαγγελματιών - αυτοαπασχολουμένων στην οικονομία σε σχέση με εκείνους οι οποίοι προσφέρουν εξαρτημένη εργασία (μισθωτοί). Στη χώρα μας το ποσοστό εκείνων που προσφέρουν εξαρτημένη εργασία δεν υπερβαίνει το 40%, ενώ οι ελεύθεροι επαγγελματίες υπερβαίνουν το 60% (π.χ. στην Αγγλία συμβαίνει το αντίστροφο). Το μέγεθος του διακινούμενου "βρώμικου χρήματος" που συνδέεται με: τα ναρκωτικά, την πορνεία, την εμπορία όπλων, τις δωροδοκίες και την κατάχρηση δημοσίου χρήματος. Η υψηλή φοροδιαφυγή, η επιεικής ή ανύπαρκτη τιμωρία των παρανομούντων - παραοικονομούντων και η μεμπτή συμπεριφορά ορισμένων δημοσίων υπαλλήλων».

Η δυσπιστία των πολιτών προς την πολιτεία;

«Βεβαίως, σχετικά με τη χρηστή διαχείριση του δημοσίου χρήματος -του προϊόντος της φορολογίας- και την ποιότητα των προσφερομένων δημοσίων αγαθών-υπηρεσιών. Επίσης ο βαθμός του κρατικού παρεμβατισμού και οι επιβαρύνσεις του (περιορισμοί, πανσπερμία και συχνές αλλαγές νόμων και μέγεθος του δημόσιου τομέα). Τα πληθυσμιακά χαρακτηριστικά της χώρας: μετανάστες (νόμιμοι και λαθραίοι) και μετακινούμενοι πληθυσμοί από τον αγροτικό στον αστικό τομέα. Η οργάνωση και το μέγεθος των επιχειρήσεων (μικρές-μεγάλες-πολυεθνικές). Η οργάνωση των φοροτεχνικών - διοικητικών αρχών».

Υπάρχει δυνατότητα μέτρησης του μεγέθους της παραοικονομίας;

«Η παραοικονομία είναι ένα μεγάλο ποσοστό της συνολικής πραγματικής οικονομίας. Η πραγματική οικονομία αποτελείται από: την επίσημη (μετρούμενη), την ανεπίσημη-άτυπη (η οποία δεν καταγράφεται γιατί ανακύπτουν προβλήματα εκτίμησης της αξίας της, όπως π.χ. υπηρεσίες της νοικοκυράς, των κοινωφελών ιδρυμάτων, της εθελοντικής εργασίας) και την παραοικονομία (νόμιμων πράξεων που γίνονται παράνομες, όταν π.χ. δεν εκδίδονται τιμολόγια αγοράς ενός προϊόντος ή παράνομων πράξεων, π.χ. παραγωγή - πώληση ναρκωτικών). Η ακριβής ποσοτικοποίηση του μεγέθους της παραοικονομίας είναι πολύ δύσκολη και γίνεται μόνον κατά προσέγγιση και πάντοτε με έμμεση μεθοδολογία. Γι' αυτό δεν υπάρχουν διεθνώς αποδεκτές μέθοδοι υπολογισμού της ».

Τι «λένε» οι παραπάνω μελέτες;

«Η συνολική ιδιωτική κατανάλωση αποτελεί το 147% της εγχώριας ιδιωτικής κατανάλωσης των Εθνικών Λογαριασμών, άρα το 47% αντιπροσωπεύει το ποσοστό της παραοικονομίας το οποίο μεταφράζεται σε 35% του ΑΕΠ (δηλ. 85 δισ. ευρώ). Το ποσοστό αυτό είναι σήμερα υψηλότερο και υπερβαίνει κατά πολύ εκείνου που παρατηρείται σε άλλες χώρες (π.χ. Σουηδία 13%, Ιταλία-Ισπανία 20%, Πορτογαλία 22% του ΑΕΠ)».

Πόσο σημαντικές είναι οι επιπτώσεις της διογκούμενης παραοικονομίας στη χώρα μας;

Η παραοικονομία καθιστά αναποτελεσματική την ασκούμενη οικονομική πολιτική, δεδομένου ότι η τελευταία βασίζεται στην εξέλιξη των επίσημων στατιστικών μεγεθών και της νόμιμης οικονομικής δραστηριότητας (ειλικρινείς-νομοταγείς -νόμιμους μισθοσυντήρητους πολίτες ή ειλικρινείς επιχειρηματίες)».

Η ασκούμενη εισοδηματική-δημοσιονομική-σταθεροποιητική πολιτική είναι αποτελεσματική στον τομέα της εξαρτημένης εργασίας;

«Κυρίως εκεί. Οχι στους φοροφυγάδες - εμπόρους ναρκωτικών - εμπόρους όπλων-δωροδοκούμενους - ελεύθερους επαγγελματίες.

Συνοδεύεται με εκροή εισοδημάτων στο εξωτερικό (π.χ. αμοιβές λαθρομεταναστών, μαύρο χρήμα από δωροδοκίες κ.τ.λ.). Ενισχύει την ενεργό ζήτηση και την αποταμίευση ή την αγορά χρηματιστηριακών προϊόντων, με θετικά αποτελέσματα όταν η ζήτηση είναι υποτονική και αρνητικά εάν υπάρχει υπερβάλλουσα ζήτηση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι παραοικονομούντες έχουν πολύ υψηλή οριακή ροπή για κατανάλωση.

«Εμφανίζεται όταν δεν εφαρμόζονται οι νόμοι»

Κάθε ανεπίσημη δραστηριότητα η οποία δεν είναι μια καταγεγραμμένη δραστηριότητα στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της χώρας χαρακτηρίζεται ως μαύρη ή σκιώδης οικονομία ή αδήλωτη (ή εκτός νόμου) οικονομία ή παραοικονομία, από τη στιγμή που έχει προστιθέμενη αξία η οποία προέρχεται από οποιαδήποτε πράξη και η μη καταγραφή της έγινε με σκοπιμότητα ή όχι (μπορεί δηλαδή ακόμη και απλώς να διέφυγε από μία εταιρεία ή ένα άτομο και τελικά δεν καταγράφηκε επισήμως).

Η παραοικονομία επομένως είναι ένα πολυσύνθετο οικονομικό και κοινωνικό φαινόμενο με ποικίλες και σοβαρές επιπτώσεις. Σκοπός της μη καταγραφής της δραστηριότητας είναι συνήθως η αποφυγή της φορολογίας, αλλά δεν είναι απαραίτητο να συμβαίνει πάντοτε κάτι τέτοιο, γιατί -για παράδειγμα- μέρος της παραοικονομίας αποτελούν και όλες οι παράνομες δραστηριότητες, όπως το εμπόριο όπλων, το εμπόριο ναρκωτικών, το εμπόριο λευκής σαρκός, κ.λπ. Η παραοικονομία συνήθως εμπεριέχει μη βίαιες και μη εγκληματικές πράξεις, σε αντίθεση με τα καρτέλ ναρκωτικών και το εμπόριο όπλων, για παράδειγμα, που αποτελούν εγκληματικές πράξεις. Μαύρη οικονομία μπορεί να εμφανιστεί με τη μορφή της διαφθοράς σε διαγωνισμούς, σε ιδιωτικοποιήσεις, με την εμφάνιση φωτογραφικών θέσεων, με φωτογραφικούς νόμους, ενώ επίσης εμφανίζεται όταν δεν εφαρμόζονται οι νόμοι, όταν υπάρχουν ευνοϊκές δικαστικές αποφάσεις, όταν γίνονται προσλήψεις για ψηφοθηρία συνήθως σε κρατικές επιχειρήσεις, όταν υπάρχουν δωροδοκίες και χρηματισμός. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι κάθε δωροδοκία είναι διαφθορά, όμως κάθε μορφή διαφθοράς δεν σχετίζεται απαραιτήτως με δωροδοκία.

Η μαύρη οικονομία (παραοικονομία) εμπεριέχει τη φοροδιαφυγή, τη διαφθορά, τη δωροδοκία, αλλά και την αυτοκατανάλωση. Σχεδόν σε όλες τις μελέτες έχει εξακριβωθεί ότι η φορολογία και οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης είναι μεταξύ των κύριων αιτιών για την ύπαρξη της μαύρης οικονομίας. Δεδομένου ότι οι φόροι έχουν επιπτώσεις στις επιλογές μεταξύ ελεύθερου χρόνου και εργασίας, και υποκινούν επίσης την προσφορά εργασίας στην παραοικονομία, η διαστρέβλωση της γενικής φορολογικής επιβάρυνσης είναι ένας πολύ σημαντικός προβληματισμός για τους οικονομολόγους. Οσο μεγαλύτερη είναι η διαφορά μεταξύ του συνολικού κόστους της εργασίας στην επίσημη οικονομία και των μετά τη φορολόγηση αποδοχών από την εργασία, τόσο μεγαλύτερο είναι το κίνητρο για να αποφύγει κάποιος αυτή τη διαφορά και για να εργαστεί στην παραοικονομία. Δεδομένου ότι αυτή η διαφορά εξαρτάται ευρέως από την επιβάρυνση της κοινωνικής ασφάλισης και των εισφορών αλλά και τη γενική φορολογική επιβάρυνση, όλα αυτά είναι τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της ύπαρξης και της αύξησης της παραοικονομίας. Η μελέτη της παραοικονομίας έχει ως βασική επίπτωσή της την «αποκρυπτογράφηση» ενός σύνθετου φαινομένου, που επηρεάζει άμεσα την οικονομική ζωή της χώρας. Η ανάλυση των στοιχείων που συνιστούν την παραοικονομία επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων οικονομικού, πολιτικού, νομικού και κοινωνικού περιεχομένου, τα οποία είναι και οι βάσεις για τη διατύπωση προτάσεων επίλυσης των προβλημάτων που δημιουργούνται από τα φαινόμενα παραοικονομίας. Με τον τρόπο αυτό είναι εφικτό να εκτιμηθεί όχι απλώς η επίπτωση της παραοικονομίας στην εθνική οικονομία αλλά και η δυνατότητα ελέγχου του φαινομένου αυτού, τόσο σε τυπικό επίπεδο, με νομικούς κανόνες, όσο και σε ουσιαστικό επίπεδο, με κανόνες πολιτικής και κοινωνικής συμπεριφοράς απέναντι σε τέτοια φαινόμενα. Αυτό έχει μια συνολική επίπτωση αλλαγής κουλτούρας, που θα αντίκειται στην ανοχή συμπεριφορών ή χρήση καταστάσεων που εμπίπτουν στον κύκλο της παραοικονομίας.

Ο κυριότερος από τους σύγχρονους μελετητές της παραοικονομίας, Αυστριακός κ. Schneider, υποστηρίζει ότι το μέσο μέγεθος της σκιώδους οικονομίας στην Ελλάδα αγγίζει το 28-30% του επίσημου ΑΕΠ της Ελλάδας, το μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ των αναπτυγμένων Ευρωπαϊκών χωρών. Στην Ελλάδα διαχρονικά δεν έχει γίνει πρωτογενής έρευνα η οποία να αφορά ένα τέτοιο θέμα ημερήσιας διάταξης, το οποίο βρίσκεται στην αιχμή της τρέχουσας δημόσιας και ακαδημαϊκής συζήτησης.

Το 28-30% και οποιαδήποτε άλλα ποσοστά τα οποία έχουν δημοσιευτεί αφορούν επιστημονικές εκτιμήσεις, επομένως δεν έχει γίνει συστηματική και θεσμική καταμέτρηση της μαύρης οικονομίας στην Ελλάδα. Δεν έχει εξεταστεί το φαινόμενο της παραοικονομίας κάθετα με τη μελέτη την εισφοροδιαφυγής και φοροδιαφυγής, της διαφθοράς και αρκετών άλλων. Το εκτιμώμενο μέγεθος της παραοικονομίας στην Ελλάδα προκύπτει μόνο με έμμεσες προσεγγίσεις, οι οποίες είναι μεν εύκολα εφαρμόσιμες αλλά εμφανίζουν μεγάλο ενδεχόμενο σφάλματος στο μέγεθος της σκιώδους οικονομίας και αδυνατούν να προσδιορίσουν τους παράγοντες που την προκαλούν. Οι προαναφερόμενες έμμεσες προσεγγίσεις είναι οι ευρέως διαδεδομένοι υπολογισμοί της σκιώδους οικονομίας, που βασίζονται σε δευτερογενή μακροοικονομικά δεδομένα: νομισματική μέθοδος της ζήτησης χρήματος και αφαιρετική προσέγγιση της μη είσπραξης προσδοκώμενων εσόδων βάσει κρατικού προϋπολογισμού.

* Επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, στο Τμήμα Διεθνών Ευρωπαϊκών Σπουδών

Οι τρεις μύθοι της φοροδιαφυγής

Η καταπολέμηση της παραοικονομίας -δηλαδή του συνόλου των οικονομικών δραστηριοτήτων που ασκούνται πέρα από το ρυθμιστικό και φορολογικό πλαίσιο του κράτους- είναι η μόνιμη επωδός των περισσότερων υπουργών Οικονομικών.

Και όμως, το φαινόμενο είναι ανθεκτικό και, ας το παραδεχτούμε, δημοφιλές: η γνώση ότι ο ιατρός χ ή ο υδραυλικός ψ φοροδιαφεύγει προκαλεί στον περίγυρό του αντιδράσεις επιείκειας (στην καλύτερη περίπτωση) ή φθόνου (στη χειρότερη). Πάντως όχι περιφρόνησης και απόρριψης.

Το γιατί συμβαίνει αυτό είναι μια μεγάλη ιστορία, που σχετίζεται με τη μακρόχρονη παράδοση αμοιβαίας δυσπιστίας στη σχέση κράτους και πολιτών. Στην κοινωνική αποδοχή, όμως, της φοροδιαφυγής (τυπικότερης εκδήλωσης της παραοικονομίας) συμβάλλουν ορισμένοι μύθοι. Ο πρώτος είναι αναρχοφιλελεύθερος, διαδεδομένος στον παράδεισο του αντικρατισμού (τις ΗΠΑ) και δημοφιλής στην κατά βάθος πιο «αμερικανική» χώρα της Ευρώπης (την Ελλάδα): «Η φοροδιαφυγή είναι η θεμιτή άμυνα του πολίτη απέναντι σε ένα ληστρικό κράτος». Εδώ η απάντηση έχει δοθεί από έναν άλλον Αμερικανό φιλελεύθερο, τον Φ. Ρούζβελτ: «Οι φόροι είναι τα τέλη συνδρομής που πληρώνουμε για τα προνόμια που απολαμβάνουμε ως μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας». Συνεπώς, η φοροδιαφυγή (αυτό το αγαπημένο χόμπι των τζαμπατζήδων που απαιτούν τα προνόμια χωρίς όμως να πληρώσουν τα «τέλη συνδρομής») υποσκάπτει τα θεμέλια μιας τέτοιας κοινωνίας.

Ο δεύτερος μύθος είναι ότι η φοροδιαφυγή βοηθά τους φτωχούς να τα βγάλουν πέρα, πράγμα δύσκολο ή αδύνατο εάν επρόκειτο να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούν. Σε αυτόν το μύθο απαντά πρόσφατη έρευνα της Μαρίας Φλεβοτόμου και του υπογράφοντος για τις διανεμητικές επιδράσεις της φοροδιαφυγής. Οπως εξηγεί σε διπλανή στήλη η διδάκτωρ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, επειδή οι πλούσιοι αποκρύπτουν μεγαλύτερο τμήμα του εισοδήματός τους από τους φτωχούς, άρα πολύ περισσότερο εισόδημα (σε απόλυτα μεγέθη), λόγω και της κλιμάκωσης των φορολογικών συντελεστών τα οφέλη τους είναι ακόμη μεγαλύτερα.

Ο τρίτος μύθος είναι ότι χωρίς φοροδιαφυγή πολλές επιχειρήσεις θα έκλειναν. Ο μύθος εδώ δεν αφορά το εάν αυτό ισχύει. Η φοροδιαφυγή (όπως και η πολιτική των χαμηλών μισθών, της κατά συρροήν παραβίασης του εργατικού ή του ασφαλιστικού δικαίου κ.τ.λ.) πράγματι συνέβαλε στην επιβίωση (και στην τεχνητή συντήρηση στη ζωή) επιχειρήσεων ουσιαστικά μη βιώσιμων. Καλό ήταν αυτό; Βραχυπρόθεσμα ίσως. Μακροπρόθεσμα, πάνω στη σαθρή αυτή βάση οικοδομήθηκε ένα ολόκληρο μοντέλο φτηνής ανάπτυξης.

Η παραοικονομία φέρνει φτηνή ανάπτυξη λοιπόν -και αυτή με τη σειρά της συρρίκνωση της ανταγωνιστικότητας: στις διεθνείς αγορές τα ελληνικά προϊόντα ούτε ποιοτικά είναι ούτε καλές τιμές έχουν. Γι' αυτό και δεν προτιμώνται. Τη χρεοκοπία αυτού ακριβώς του μοντέλου παρακολουθούμε σε απ' ευθείας μετάδοση αυτές τις μέρες.

* Επίκουρος καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Φάκελος
Άλλα θέματα στην κατηγορία Ελλάδα της έντυπης έκδοσης
Προμήθειες & εξοπλισμοί
Ελλάδα, ο καλύτερος πελάτης της Γερμανίας
Ελληνοτουρκικές σχέσεις
Τα «δικαιώματα σε Αιγαίο και Α. Μεσόγειο» προασπίζει η Τουρκία
Υπουργείο Υγείας
Ευθύνες για Διοίκηση και εταιρεία σεκιούριτι
Δικαστικό ρεπορτάζ
Κατηγορηματικός ο ιατροδικαστής για Κορκονέα
«Ληστέψαμε, αλλά όχι από το κελί»
Αστυνομικό ρεπορτάζ
Μπιλιά 600.000 € σήκωσαν οι ληστές
Φάκελος: Παρακοικονομία
Πληγή αγιάτρευτη
Ακτοπλοΐα
Κύματα περικοπών στα δρομολόγια
Αλιεία
Προς ευρω-απαγόρευση του εμπορίου κόκκινου τόνου
Μετρό Θεσσαλονίκης
Βούλιαξαν στα λασπόνερα
Υπερχείλιση
Καστοριά: ανάσα μέσω... Αλιάκμονα
40 χρόνια ασυντήρητο
Ονοματοδοσία οδών
Πρωταθλητής των δρόμων ο Βενιζέλος
Εκπαίδευση
Τι βαθμό θα παίρνουν πτυχία- απολυτήρια
Χανιά
«Χάνονται μαθητές σε τροχαία»
Κάπνισμα
Προαιώνιες «λύσεις» κατά του καπνίσματος
Εκθεση φωτογραφίας
Διασημότητες από τα καρέ μιας ζωής
Άλλες ειδήσεις
Εφυγε ο αγωνιστής Χασάν
ΥΠΑ: Φρένο στον διαγωνισμό για την αερο-εξυπηρέτηση
Στέλνουν υπολογιστές σε ακριτικά νησιά
Οστεοπόρωση: Το μυστικό σε 130 ψαράδες;