Έντυπη Έκδοση

Τέχνες & Πολιτισμός

Διαχρονικά

  • Με το τιμόνι πάντα αριστερά

    Μια άγνωστη κουβέντα με τον ποιητή Νίκο Καββαδία Θα μπορούσε το 2010 να έχει κηρυχτεί «Ετος Νίκου Καββαδία», αφού στις 11 Ιανουαρίου συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννησή του και στις 10 Φεβρουαρίου 35 χρόνια από τότε που έφυγε από τη ζωή, στα 65 του -τρεις μήνες αφότου ξεμπάρκαρε.

    Δεν κηρύχτηκε, απ' ό,τι γνωρίζω. Δεν είναι το μόνο ατόπημα. Ο Νίκος Καββαδίας, ο Μαραμπού των νεανικών μας χρόνων, ο Κόλλιας για τους φίλους του, μολονότι ολιγογράφος, παραμένει ωστόσο ένας από τους μείζονες και πολυδιαβασμένους (συν πολυτραγουδισμένους) νεοέλληνες ποιητές.

    Λαμπρό ξεκίνημα

    Ενας ποιητής που ξεχώρισε από την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα το 1933, στα 23 του, με τη συλλογή «Μαραμπού». Ολόκληρη επιφυλλίδα τού αφιέρωσε ο απαιτητικός Φώτος Πολίτης στην εφημερίδα «Πρωία» στις 15 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, υπογραμμίζοντας τη «λαχτάρα του για γνώση και για ευρύτερη ζωή. Τέτοιοι νέοι είναι τα πρώτα θεμέλια ενός πολιτισμού μελλοντικού, που θ' ανανεώσει τις ηθικές ανθρώπινες αξίες».

    Το 1947 κυκλοφόρησε η δεύτερη ποιητική του συλλογή, το «Πούσι» και το 1954 το μοναδικό του μυθιστόρημα, η «Βάρδια». Μετά το θάνατό του, το 1975, βγήκε η τρίτη ποιητική του συλλογή «Τραβέρσο» και αργότερα τα μικρά πεζά «Λι», «Του πολέμου» και «Στο άλογό μου», καθώς και «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» -αθησαύριστα πεζογραφήματα και ποιήματα (όλα απ' τις εκδόσεις «Αγρα»).

    Η συνάδελφος δημοσιογράφος Μιράντα Ποτηριάδου είχε το προνόμιο, λίγο πριν ο Καββαδίας φύγει από τη ζωή, να έχει μια κουβέντα μαζί του, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Τετράδιο» τον Οκτώβριο του 1974 (Ζαχαριάδη το επίθετό της τότε). Μεταφέρω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα της άγνωστης εν πολλοίς αυτής κουβέντας (χαρακτηρίζεται κουβέντα επειδή ο Καββαδίας δεν έδινε συνεντεύξεις -πού να βρεθεί άλλωστε, αφού τον μεγαλύτερο χρόνο της ζωής του ήταν στις θάλασσες):

    * «Αν δεν ήμουνα θαλασσινός και δεν είχα γράψει ποιήματα, θα 'μουνα ένας ολότελα συνηθισμένος άνθρωπος. Κι έπειτα εγώ δεν ανήκω στον κόσμο της τέχνης, γι' αυτό σώζομαι. Πες το παραξενιά, πες το μοίρα, μου 'λαχε να ζήσω τα όσα έζησα και να τα κάνω ποίηση».

    * «Δεν ξέρω αν υπάρχουν πολλοί σαν κι εμένα που θα 'θελαν να πεθάνουν στη θάλασσα».

    Η ελευθερία του

    * «Τα καράβια που προτιμώ είναι τα φορτηγά. Γιατί έχουν ησυχία, μπορείς να σκέφτεσαι, οι άνθρωποι, παλαιότερα τουλάχιστον, ήσαν λίγοι. Τώρα τα καράβια έχουν ευκολίες, είναι πολυτελή, θυμίζουν ξενοδοχεία. Οταν μπάρκαρα εγώ έπαιρνες μαζί σου στρώμα, μαξιλάρι, σεντόνι, το κουτάλι σου και το μαχαίρι σου, κι αν ταξίδευες στα τροπικά, δεν είχες νερό να πλυθείς. Κι έπειτα, όσο πιο πολύ υπόφερα σ' ένα καράβι, τόσο πιο πολύ το θυμόμουνα αργότερα με αγάπη... Το αγαπημένο μου καράβι όμως ήταν το "Κυρήνεια". Πάνω σ' αυτό έγραψα και τη "Βάρδια"».

    *«Αν δεν ήμουν Κεφαλονίτης θα 'θελα να 'μουν Κινέζος (σ.σ. όπως είναι γνωστό είχε γεννηθεί σε μια μικρή πόλη της Μαντζουρίας, κοντά στο Χοακίν, από γονείς Κεφαλονίτες). Μέσα στη βρωμιά και στην αθλιότητα της προπολεμικής Κίνας, βρήκα τις φιγούρες και τα χρώματα που με συγκλόνισαν πιο πολύ από κάθε τι στη ζωή μου. Υστερα, ενώ οι άνθρωποι σ' όλα τα πλάτη και τα μήκη μοιάζουν λίγο - πολύ, οι Ανατολίτες είναι διαφορετικοί. Εχουν μια εγκαρτέρηση απέναντι στο θάνατο, που οι Δυτικοί δεν μπορούν να συλλάβουν».

    * «Παρ' όλο που λένε πως τα καράβια είναι σκλαβιά, εγώ ένιωθα εκεί μια ελευθερία που προσπαθούσα πάντα να μεταδώσω και στους άλλους. Εκτός από την Κατοχή και τα εφτά χρόνια (σ.σ. εννοεί τη δικτατορία) -που τα θεώρησα χειρότερα από την Κατοχή- όλη μου την άλλη ζωή ήμουν ελεύθερος. Πάντα πήγαινα αριστερά το τιμόνι και ποτέ δεν κοίταζα την πρύμνη!...».

    * «Τις μέρες αυτές σκέφτομαι τον Σικελιανό. Την παλικαριά του στην Κατοχή και τα έντυπα που είχε το κουράγιο και κυκλοφορούσε λιθογραφημένα. Μεγάλος ποιητής. Κι από τους επιζώντες, ο μεγαλύτερος, ο Βάρναλης (...) Μου αρέσουν, από τους γνωστούς μας ποιητές, ο Αναγνωστάκης, ο Ρίτσος που είναι παλικάρι κι ο Ελύτης. Με όλους με συνδέει φιλία και τους αγαπώ, γιατί εκτός από άξιοι ποιητές είναι και καλοί άνθρωποι».

    * «Είναι γνωστό πως είμαι ολιγογράφος. Τα περισσότερα από τα δώδεκα ποιήματα της καινούργιας μου συλλογής τα έχω γράψει εδώ και χρόνια. Ωστόσο μέσα στα χρόνια της δικτατορίας απόφυγα την οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας με το έργο μου, γιατί πίστευα ότι τότε άλλα ήταν τα πρώτιστα και τα σπουδαία!...». *

    Ετσι & Αλλιώς

    Στη μνήμη του Βασίλη Ρώτα είναι αφιερωμένο και το νέο δίτομο βιβλίο της Βούλας Δαμιανάκου με τον σεξπιρικό τίτλο «Το κακό κρατάει από μεγάλο σπίτι κι έχει μεγάλο συγγενολόι» (εκδ. «Επικαιρότητα»).

    Με συμβάντα, εν πολλοίς, γλαφυρά, από τη συμβίωση και την κοινή της πορεία με τον Ρώτα. Με έμφαση σε «φίλια» κομματικά πυρά που δέχονταν, παραμένοντας ωστόσο αλώβητοι και σταθεροί στις αρχές και στο πνευματικό τους έργο. Ενα βιβλίο εξόχως αποκαλυπτικό με πολλούς αποδέκτες -για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του συρμού, που εδώ πάντως ανταποκρίνεται πλήρως στο περιεχόμενό του.

    ***

    Ηταν ένας λαμπρός επιστήμονας ο διευθυντής του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Δημήτρης Κωνστάντιος, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή στα 59 του. Ενας αρχαιολόγος παθιασμένος με το έργο του, αυτό που επιτέλεσε και αυτό που δεν πρόλαβε. Συνυπογράφω το κείμενο που του αφιέρωσε την περασμένη Τρίτη στις ημέτερες σελίδες η Νινέττα Κοντράρου-Ρασσιά, που τον γνώριζε και είχε εκτιμήσει το έργο και το ήθος του.

    Το είχε θεσπίσει ο ίδιος ο λογοτέχνης - φιλόλογος καθηγητής Βασίλης Μοσκόβης (1908-1994) όσο ζούσε, συνεχίζεται τώρα από το υποδειγματικό «Δωδεκανησιακό Σπίτι»-μουσείο (Δωδώνης 119, Σεπόλια), που δώρισε και το υιοθέτησε ο Πολιτιστικός Οργανισμός του Δήμου Αθηναίων. Το βραβείο, που φέρει τ' όνομα του δωρητή, επιβραβεύει συγγράμματα σχετικά με τον πολιτισμό της Δωδεκανήσου. Φετινός βραβευμένος, στην τελετή που έγινε στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, ο Μανώλης Γ. Κασσώτης για το βιβλίο του «Η Κάρπαθος στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο». Οπου το έργο μιας ζωής δεν πήγε χαράμι.

    ΣΗΜ.: «Είμαι γεμάτος βιβλία που φοβάμαι ότι δεν θα βρω χρόνο να διαβάσω, DVD που δεν πρόκειται να ιδώ, CD που δεν πρόκειται ν' ακούσω -και όμως εξακολουθώ και μαζεύω». Βάλε και τα ρούχα και τα παπούτσια που δεν έχεις φορέσει, μαζί με ό,τι άλλο σ' έχει φορτώσει ο καταναλωτισμός. Αυτά καλείσαι τώρα να (ξανα)πληρώσεις (μαζί μ' αυτούς που έχουν μάθει να μην πληρώνουν -αν τους πιάσουν).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Θέατρο
Το τελευταίο παράδοξο του Μπέκετ λέγεται Καλατράβα
Πάρτε την Disney στα χέρια σας
Κριτική θεάτρου
Ο μικρός χώρος δίνει αισθαντικότητα στην τραγωδία
Ο Τσέχοφ γύρισε σπίτι
Συνέντευξη: Γ. Αρβανίτης
«Δεν επιτρέπω στους σκηνοθέτες να με καταργούν»
Κινηματογράφος
Μες στου Αιγαίου τα νερά κάμερες φτερουγίζουν
Συνέντευξη: Μπάρι Πέρβις
Εποχή του Avatar, κι αυτός παίζει ακόμα κούκλες
Συνέντευξη: Μαρίνα-Λαμπρινή Διαμαντίς
Η Μαρίνα στον ουρανό με τα διαμάντια
Συνέντευξη: Γιώργος Σκαμπαρδώνης
Υπάρχουν άνθρωποι που εκτίουν τα ισόβια του μυαλού τους