Έντυπη Έκδοση

Η Πέννυ Παναγιωτοπούλου γύρισε από το Κάρλοβι Βάρι, όπου θριάμβευσε

«Αν οι κυβερνώντες δρουν παντού όπως με την ΕΡΤ, δεν υπάρχει σωτηρία»

«Δεν έχω ιδέα πώς θα επιβιώσω από εδώ και πέρα» λέει η σκηνοθέτις, που έχει γυρίσει πάνω από 80 ντοκιμαντέρ για τη δημόσια τηλεόραση

«Βιάστηκαν ορισμένοι να ταχθούν με τη νέα κατάσταση, αντί ν' αγωνιστούν. Αυτό, πολιτικά και ηθικά, μου φαίνεται απαράδεκτο. Περίμενα να συναντήσω την Πέννυ Παναγιωτοπούλου χαρούμενη μετά τη θερμή υποδοχή που επιφυλάχτηκε στη νέα ταινία της «September» στο Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι, αλλά, όσο και αν κρατιόταν, κάποια στιγμή το ομολόγησε:

Η Παναγιωτοπούλου άργισε να κάνει τη δεύτερη ταινία της. Τώρα όμως πήρε φόρα και ετοιμάζει την επόμενη Η Παναγιωτοπούλου άργισε να κάνει τη δεύτερη ταινία της. Τώρα όμως πήρε φόρα και ετοιμάζει την επόμενη  «Ας μην κοροϊδευόμαστε. Εχει μαυρίσει η ψυχή μου. Με το που επέστρεψα, βρέθηκα πεσμένη μέσα στην τρύπα της ΕΡΤ. Με τρόμαξε πολύ αυτή η ιστορία, μου δημιούργησε μια αίσθηση ανημπόριας, που δεν είχα ξαναζήσει, και σκέφτομαι διαρκώς τα χειρότερα. Δημιουργείται επικίνδυνο προηγούμενο. Δεν νοσούσε το μαγαζί όσο θέλουν να το παρουσιάσουν. Αν εξαιρέσεις τους συνδικαλιστές, που έλεγαν πάντα "όχι", ό,τι κακό συνέβαινε από τους από πάνω προερχόταν: τους πολιτικούς. Εγώ δεν γνωρίζω με ακρίβεια τι συμβαίνει σε άλλους τομείς. Αν όμως οι κυβερνώντες δρούν παντού όπως έδρασαν στη δημόσια τηλεόραση, εκ του πονηρού και χωρίς κανέναν σχεδιασμό για την επόμενη μέρα, δεν υπάρχει σωτηρία. Ολα απαξιώνονται σε τρομακτικό βαθμό».

Με σπουδές κινηματογράφου στο Λονδίνο και με ακόμη μία μεγάλου μήκους ταινία πίσω της, την πολυβραβευμένη «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί - Ο μπαμπάς μου», η Πέννυ Παναγιωτοπούλου έχει γυρίσει πάνω από 80 ντοκιμαντέρ για την ΕΡΤ. Ετσι αποκαλεί τα επεισόδια των πολιτιστικών και κοινωνικών εκπομπών που σκηνοθετεί: «ντοκιμαντέρ». Και όντως, από τα «Χρώματα» και το «Ψηφιδωτό» ώς τα «Ιχνη ψυχής», τα «Ψυχολογικά» ή τα «Βιβλία στο κουτί», όλα έφεραν την αισθητική της σφραγίδα, ενώ κάθε ρεπορτάζ ή συνέντευξη παρουσιαζόταν σαν μια μικρή, αυτόνομη ιστορία, συνοδευμένη από μουσικές τής επιλογής της και από ένα ταιριαστό λογοτεχνικό απόσπασμα. Μέσα από τη λογοτεχνία άλλωστε ακόνισε την κινηματογραφική της ματιά η ίδια, και σ' αυτήν πρωτίστως εξακολουθεί να αναζητάει παρηγοριά.

«September»

Τώρα βέβαια αναρωτιέται: «Τι θα απογίνουν τα πνευματικά μας δικαιώματα; Ποιοι θα τα διαχειρίζονται; Ακόμη κι ο δικός μας χώρος αποδείχτηκε διχασμένος. Βιάστηκαν ορισμένοι να ταχθούν με την καινούργια κατάσταση. Αντί να αγωνιστούν για να μη σβήσει η ΕΡΤ, κάτι που όλοι οι σοβαροί άνθρωποι έπρεπε να κάνουν, σπεύδουν να δώσουν ιδέες για το πώς θα στηθεί η ΝΕΡΙΤ. Εμένα αυτό, και ηθικά και πολιτικά, μου φαίνεται απαράδεκτο. Υπήρχε περίπτωση αν ζούσε ο Χατζιδάκις να μην έβαζε μπροστά το στήθος του για το Τρίτο Πρόγραμμα; Δεν έχω ιδέα πώς θα επιβιώνω από εδώ και πέρα. Πάλι καλά που τέλειωσα την ταινία. Δέκα χρόνια βασανιζόμουν ώσπου να επιχειρήσω το επόμενο βήμα. Είχα πολλούς λογαριασμούς να λύσω με τον εαυτό μου, ώστε να ελευθερώσω την ενέργειά μου σε κάτι δημιουργικό. Μόλις το αποφάσισα όμως, έγινε! Σαν να είχα τη θεά Τύχη με το μέρος μου».

Η ιδέα για το «September» άρχισε να σχηματίζεται μέσα της το 2009, μια περίοδο που έψαχνε να αγοράσει σπίτι και είχε εντοπίσει κάποιο σε πολύ χαμηλή τιμή. Οταν θέλησε να το δει όμως, δεν της το επέτρεψαν: «Εβγαινε σε πλειστηριασμό, εξ ου και η τιμή του, και, όπως συμβαίνει σ' αυτές τις περιπτώσεις, δεν σε αφήνουν να μπεις, είναι κλειστό. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα, από την εικόνα μιας γυναίκας έξω από ένα σπίτι, που της ήταν απρόσιτο. Την πέρασα σε μια σελίδα -δεν θα την έλεγες καν treatment- και την παρουσίασα στο σεμινάριο επεξεργασίας σεναρίων που διοργανώνεται στη Νίσυρο από το Μεσογειακό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, στον ίδιο άνθρωπο που είχα συμβουλευτεί για τους "Δύσκολους αποχαιρετισμούς", τον Γιαν Φλάισερ. Εκεί γνώρισα και την Κάλλια Παπαδάκη, που άφησε στην άκρη ένα άλλο πρότζεκτ και με ακολούθησε. Σιγά σιγά άρχισα να ονειρεύομαι αυτή τη γυναίκα, να τη βλέπω ερωτευμένη με το συγκεκριμένο σπίτι, και στη συνέχεια ερωτευμένη με τη ζωή που παλλόταν μέσα του, ερωτευμένη με την οικογένεια που ζούσε σε αυτό».

Μετά το σεμινάριο της Νισύρου, το σχέδιο του «September» κέρδισε ένα μικρό χρηματικό βραβείο από το βαλκανικό ταμείο στήριξης κινηματογραφικών ταινιών (7.000 ευρώ) και τον Δεκέμβριο του 2011 ήρθε και η απάντηση των Γερμανών: «Η ZDF δέχτηκε να το χρηματοδοτήσει με 150.000 ευρώ, αρκεί να υπήρχε έτοιμη κόπια ώς το τέλος του 2012. Με άλλα λόγια ή ταν ή επί τας! Εκ των υστέρων μπήκε συμπαραγωγός η ΕΡΤ με άλλα 100.000 ευρώ και τώρα περιμένω τη συμμετοχή του Κέντρου Κινηματογράφου. Η ταινία ωστόσο είναι απολύτως χειροποίητη. Τα έκανα όλα μόνη μου: και σκηνοθεσία και κάμερα και εκτέλεση παραγωγής. Τα λίγα μέσα έγιναν στιλ!».

Η Πέννυ Παναγιωτοπούλου πέρασε καλά παιδικά χρόνια, «αν και η οικογένειά μου είχε αρκετά προβλήματα», όπως ομολογεί. «Δεν υπήρχε σύμπνοια ανάμεσα στους γονείς μου, αλλά έμειναν μαζί ώς το τέλος και ίσως στη διαδρομή να αγαπήθηκαν. Αυτό τουλάχιστον κατάλαβα όταν τους έχασα». Δική της οικογένεια δεν απέκτησε. Το μετάνιωσε; «Και ναι και όχι. Θα έλεγα πως περισσότερο μου λείπει η ιδέα της οικογένειας, που την κρατάω στο μυαλό μου πολύ εξιδανικευμένη. Το συνηθίζω αυτό. Παρ' ότι αντιλαμβάνομαι τη σκοτεινή όψη της πραγματικότητας, κάνω πως την αγνοώ και οχυρώνομαι πίσω από το πέπλο της αθωότητας. Στην ταινία εν τούτοις το βλέμμα της Αννας, την οποία υποδύεται η Κόρα Καρβούνη, δεν αντικρίζει μόνο συντροφικότητα, τρυφερότητα και ζωντάνια στο ξένο σπίτι, αλλά και φόβο και μοναξιά, που επίσης ελλοχεύουν στο οικογενειακό σκηνικό».

Η ίδια, μόλις αντίκρισε το «απόκοσμο πρόσωπο» της Καρβούνη, ξετρελάθηκε. «Χρειαζόμουν μια ηθοποιό που να ενσάρκωνε μια νέα, αυτάρκη και με προσωπικότητα γυναίκα, όχι κάποια που θα θύμιζε γεροντοκόρη, εκπέμποντας κακομοιριά. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα πως ο ρόλος τής ταίριαζε γάντι. Ούτε η Μαρία Σκουλά ήταν στις πρώτες επιλογές μου, αλλά, όπως διαπίστωσα, διαθέτει απίστευτο βάθος κι έναν πόνο που της βγαίνει σχεδόν αυθόρμητα στην επιφάνεια. Προσέγγισα εντελώς διαφορετικά την καθεμιά τους, καθώς είναι ηθοποιοί διαφορετικών αυτοματισμών, και ήταν φανερό πως θα δούλευαν με την καρδιά τους. Αμέσως το αισθάνθηκα...».

Νεανικό κοινό

Πώς ήταν η εμπειρία της στο Κάρλοβι Βάρι; «Η αίθουσα ήταν φίσκα και το κοινό πάρα πολύ νεανικό. Ο μέσος όρος ηλικίας ήταν γύρω στα 20, κι αυτό στην αρχή με πανικόβαλε, γιατί το "September" είναι λίγο πιο μπροστά απ' ό,τι θα χαρακτηρίζαμε σήμερα "trendy". Δεν είναι ταινία ανοιχτών συγκρούσεων και εκρήξεων, είναι μάλλον ήσυχη και ευγενική, και δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες εκείνων που θα ήθελαν ένα ακόμη δείγμα του weird greek cinema σαν τον "Κυνόδοντα", που, σημειωτέον, με είχε ενθουσιάσει. Υπάρχει μια τάση στους κριτικούς να κατηγοριοποιούν τις ταινίες για να τις καταλαβαίνουν χωρίς μεγάλη προσπάθεια, όπως υπάρχει και στους κινηματογραφιστές μια τάση μιμητισμού. Το δικό μου σινεμά φέρει την ταμπέλα του ανθρωποκεντρικού - και είναι. Δεν πρόκειται όμως για σινεμά... νιανιά, με τρυφεράδες και αγάπες, αλλά σκληρό, στο μέτρο που σε αφήνει έκθετο συναισθηματικά και τολμηρό, καθώς δεν δείχνει τα πράγματα, αλλά τα ακουμπάει, και ό,τι καταλάβεις. Εν πάση περιπτώσει, μια χαρά τα πήγαμε στο Φεστιβάλ».

Οι Γερμανοί παραγωγοί «φαγώθηκαν», όπως λέει, να φαίνεται ανάγλυφα η κρίση στην ταινία, αλλά η Παναγιωτοπούλου την πέρασε διακριτικά και κανείς δεν τη μάλωσε. «Είναι φανερό πως το ζευγάρι είναι στριμωγμένο, ενώ και η διάθεση όλων των ηρώων είναι συντονισμένη με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα». Ο κοινωνικός περίγυρος πάντως απουσιάζει. Γιατί; «Για τον ίδιο λόγο που λατρεύω τις ιστορίες του Ρέιμοντ Κάρβερ» απαντάει. «Επειδή, λέγοντας λίγα, λες πιο πολλά». Και τώρα; «Τώρα, που πήρα φόρα, λέω να κάνω μια ακόμα ταινία για τους ξένους που ζουν μόνιμα στη χώρα μας. Θα την γυρίσω στα Κύθηρα και το καστ θα είναι μοιρασμένο ανάμεσα σε πραγματικούς χαρακτήρες και ηθοποιούς. Θα είναι μια ταινία για αυτούς που ήρθαν εδώ τη δεκαετία του '70, στη Σέριφο και την Πάτμο, και ξέμειναν. Για αυτούς που κουβαλούσαν μέσα τους μια ιδέα για την Ελλάδα, την οποία η δική μας κωλογενιά την ξέχασε ή τη μόλυνε. Γι' αυτό και δεν έχουμε πια πού να πατήσουμε».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Συνεντεύξεις
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Οπερα
«Μας εξαπάτησαν»
Βιβλίο
Να φύγουν αυτοί που κατέστρεψαν τη χώρα
«Ο λαός είμαστε εμείς!»
Ο mr. Dax πέρασε Διαφωτισμό χαμογελώντας
«Σύγκρουση»: μια μεταμοντέρνα Grand Tour στην εποχή των Μνημονίων
Η επόμενη μέρα: πολύ λιγότερες τράπεζες
Ενας «παραμυθάς» τής πολιτικής οικονομίας
Αλληλέγγυοι, κατά των σχεδιασμών των Γερμανών
Συνθέτες - Στιχουργοί
«Η Ελλάδα ρημάζει και ξεπουλιέται»
Κινηματογράφος
«Αν οι κυβερνώντες δρουν παντού όπως με την ΕΡΤ, δεν υπάρχει σωτηρία»
Μυθιστορήματα
Νουάρ μυθιστόρημα οι Μαπούτσε
Υγεία
Εγκεφαλικές «ασκήσεις» σώζουν από άνοια!
Αυτοεξέταση κατά μελανώματος!
Ηλίαση: όταν ο ήλιος από σύμμαχος γίνεται εχθρός
Οι «αγαπημένοι» των κουνουπιών
Οταν το πνεύμα πρόθυμο, αλλά η σαρξ ασθενεί...
Ιατρικές έρευνες & μελέτες
Μια φωνή, μια καρδιά
Παιδί
Μηχάνημα που «μεταφράζει» το κλάμα του μωρού
Αναπαραγωγή και σεξουαλική συμπεριφορά
Πότε μια γυναίκα είναι πιο ερωτική
Αναπλάσεις/Ανακαινίσεις
Και όμως, το νεοκλασικό σχολείο της Ρόδου αναστηλώνεται
Θέατρο
«Δεν έχουμε φτάσει ακόμη στα όρια της βίας και της ντροπής»
Υγεία & Διατροφή
Βόμβες θερμίδων στο ποτήρι!
Γιατί δεν παχαίνουν οι Ιάπωνες