Έντυπη Έκδοση

«Ομορφη δεν είναι η ζωή, Κατερίνα;»

Ο βίος και το έργο του Νότη Περγιάλη

Υπήρξε ένας πολυσχιδής λόγιος: θεατρικός συγγραφέας, πεζογράφος, ποιητής, στιχουργός τραγουδιών, σεναριογράφος, ηθοποιός - και σ' όλα άκρως διακριτικός και, ως εκ τούτου, όχι ευρύτερα γνωστός.

Είναι ο Νότης Περγιάλης, που πριν από ένα χρόνο (9 Νοεμβρίου) έφυγε από τη ζωή στα 89 του, εκεί στους Αγίους Θεοδώρους, όπου είχε επιλέξει να ζει τα τελευταία 30 χρόνια.

Να θυμίσω λοιπόν ότι ήταν: συγγραφέας 17 θεατρικών έργων: «Το κορίτσι με το κορδελάκι», «Νυφιάτικο τραγούδι», «Η Αντιγόνη της Κατοχής», «Αυτό το δέντρο δεν το λέγανε υπομονή» κ.ά. Τριών μυθιστορημάτων: «Οταν σηκώθηκαν τα δέντρα», «Η καπετάνισσα», «Τα παλληκάρια» (τα δύο τελευταία από τις εκδ. «Gutenberg») και μιας συλλογής διηγημάτων: «Το κόκκινο πουλί» (εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»). Ποιητής: όλα στην «Ποιητική Συλλογή Νότη Περγιάλη» (εκδ. Δήμου Αγίων Θεοδώρων, 2007). Στιχουργός τραγουδιών:

«Τι να την κάνω τη χαρά», «Ο λεβέντης», «Το μπλόκο της Καισαριανής» (από τον Μίκη Θεοδωράκη), «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι» (Μάνος Χατζιδάκις), «Γκρεμισμένα σπίτια» (Γιάννης Μαρκόπουλος) κ.ά. Σεναριογράφος: «Αγιούπα» (σκην. Γκρεγκ Τάλας), «Το ποτάμι» (Νίκος Κούνδουρος). Και στην τηλεόραση: «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» (με τον Γεράσιμο Σταύρου, σκην. Β. Γεωργιάδης - το ίδιο και στη σκηνή, από το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη). Ηθοποιός σε 30 ταινίες: «Το κορίτσι με τα μαύρα», «Ηλέκτρα» (σκην. Μ. Κακογιάννης), «Ελευθέριος Βενιζέλος» (Π. Βούλγαρης), «Ο αστερισμός της Παρθένου» (Γ. Τζαβέλλας), «Τα κόκκινα φανάρια», «Το αίμα βάφτηκε κόκκινο» (Β. Γεωργιάδης) κ.ά. Και ακόμη πολλών έργων για το ραδιόφωνο και άλλων που ξέμειναν στο συρτάρι του - γιατί πού να χτυπάει πόρτες.

Αύρα καλοσύνης

Προσωπικά δεν είχα την τύχη να τον γνωρίσω. Κάποιο τηλεφώνημα μόνο, για μια συνάντηση που δεν έγινε, επειδή ή εκείνος έπρεπε να έρθει στην Αθήνα ή εγώ να πάω στους Αγίους Θεοδώρους. Οσοι τον γνώρισαν έχουν να λένε για έναν γλυκύτατο κι ευγενέστατο άνθρωπο -στοιχεία άλλωστε αναγνωρίσιμα και στους ρόλους που ερμήνευε στο σινεμά.

«Είναι η αύρα της καλοσύνης και της πραότητας που αποπνέει, αυτή κάνει το πέρασμά του αξέχαστο και δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα: καταθλιπτική στην πρώτη, ελπιδοφόρα στη δεύτερη», γράφει ο Φίλιππος Φιλίππου στο βιβλίο - αφιέρωμα «Νότης Περγιάλης - Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι», των Ελπιδοφόρου Ιντζεμπέλη και Κώστα Φωτεινάκη (εκδ. «Φαρφουλά», 2010), απ' όπου και τα βασικότερα στοιχεία γι' αυτό το κείμενο.

Γεννημένος το 1920 στ' Ανώγεια της Σπάρτης, υπήρξε, όπως ομολογεί ο ίδιος, κακός μαθητής στο σχολείο: «Είναι αλήθεια πως μ' ενδιέφεραν περισσότερο τα δικά μου διαβάσματα. Μ' αυτά ονειρευόμουν και ανακάλυπτα έναν κόσμο δικό μου». Τελειώνοντας το Γυμνάσιο παρακολούθησε -επιθυμία του πατέρα του- χωρίς ενδιαφέρον μια σχολή μηχανικών. «Ο δρόμος μου ήταν η τέχνη». Ηδη, συμμετέχοντας στην Αντίσταση, δεν αγωνιζόταν μόνο· έγραφε, σκηνοθετούσε κι έπαιζε δικά του έργα. Κι όταν άκουσε για τη σχολή του Βασίλη Ρώτα, ήρθε στην Αθήνα. Ο Ρώτας διείδε το ταλέντο του και τον δέχτηκε.

Δάσκαλοί του, πλην του Ρώτα, οι Βεάκης, Σεβαστίκογλου, Ρίτσος κ.ά. Εκεί γνώρισε και τον Κατράκη και του έδειξε κάποια γραφτά του. «Εχεις ταλέντο», του είπε. Ο Βεάκης τού ανέβασε το «Νυφιάτικο τραγούδι» (με θέμα το έθιμο της βεντέτας στη Μάνη). «Σε κάθε παράσταση ο κόσμος χειροκροτούσε ενθουσιασμένος, μας αγκάλιαζε, μας φιλούσε». Ο καλλιτεχνικός του δρόμος είχε ανοίξει.

Με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ

Κοντά στην τέχνη, και ο αγώνας για μια καλύτερη Ελλάδα: «Από το έργο μου μπορείτε να καταλάβετε και την ιδεολογία μου. Ανέβηκα στο βουνό με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Πολέμησα τους Γερμανούς, κυνηγήθηκα γιατί πίστευα και πιστεύω στις ιδέες της Αριστεράς. Συμμετείχα ενεργά στους αγώνες του λαού. Το 1968, στη δικτατορία, όταν κρυβόμουνα, με βοηθούσε ο φίλος Γιάννης Βογιατζής. Ναι, ο γνωστός κωμικός ηθοποιός. Τι ψυχούλα που είναι!»

Στο ίδιο βιβλίο και μερικές απόψεις για τον Περγιάλη, μεταξύ των οποίων και του Μίκη Θεοδωράκη: «Με τον Νότη μάς ενώνει μια δυνατή φιλία. Ξεκινήσαμε από τις ίδιες λαϊκές ρίζες. Τα βιώματά μας είναι ίδια. Οι στόχοι μας οι ίδιοι. Πάντα πολεμήσαμε το ίδιο θεριό κι ονειρευόμαστε ένα λαό με γεμάτα μάτια κι όρθιο κεφάλι».

Θα κλείσω το σημείωμα αυτό για τον Περγιάλη με μια στιχομυθία από «Τα κόκκινα φανάρια», όπου ο ίδιος και η Ηρώ Κυριακάκη υποδύονται ένα ζευγάρι ρακοσυλλεκτών και όπου, παρά το χάλι τους, παραμένουν αισιόδοξοι και κάνουν σχέδια: «Ομορφη δεν είναι η ζωή, Κατερίνα;» ρωτάει κάθε τόσο τη σύντροφό του. «Καλή είναι», συναινεί κι αυτή η έρμη. *

Ετσι & αλλιώς

Θα πολιτικολογήσω κομμάτι σήμερα (μολονότι κι όταν δεν πολιτικολογούμε, κι όταν απέχουμε ή αδιαφορούμε, αυτούς που πολιτικολογούν εξυπηρετούμε).

Οχι πλέον για το παράλογο εκλογικό αλισβερίσι (παράλογο με την έννοια ότι ο βασικός λόγος των εκλογών βούλιαξε στα απόνερα μιας άλλης αντιπαράθεσης). Θα πολιτικολογήσω με αφορμή αυτά τα αλλεπάλληλα εισπρακτικά χαρτιά που μας έρχονται από την εφορία -φονικότερα από οποιαδήποτε επιστολή-βόμβα.

***

Σε παλιότερους -όχι ωστόσο τόσο μακρινούς- καιρούς, όταν έπαιρνες κάποια κλήση από την αστυνομία «δι' υπόθεσίν σας», περνούσες με δέος την είσοδο του τμήματος -κάτι σαν το Κολαστήριο του Δάντη- καθώς όλα ήταν πιθανά. Στις μέρες μας ένα χαρτί από την εφορία είναι τρισχειρότερο, καθώς απαιτεί ένα συγκεκριμένο ποσό -κι εύκολα αντιλαμβάνεσαι τις συνέπειες αν δεν το καταβάλεις. Βέβαια σε περιπτώσεις όπως η περαίωση (γιατί άραγε δεν το ονομάζουν ευθέως χαράτσι;) λένε ότι έχεις τη δυνατότητα να το αγνοήσεις. Κατανοείς όμως ότι αυτό κρύβει μια απειλή: έναν έλεγχο, που ακόμη κι όταν είσαι εντάξει, είναι δυνατό να σου στοιχίσει πολλαπλάσια. Ποιους βολεύει; Αυτούς που κατακλέβουν το Δημόσιο και συνακόλουθα τους συνεπείς φορολογούμενους.

Αλλος ένας συναφής παραλογισμός των φορομπηχτικών ημερών: δεν φτάνει που κόβουν από τους συνταξιούχους 12ο και 13ο μηνιάτικο, συν ΛΑΦΚΑ, ποινικοποιούν και την όποια πρόσθετη ενασχόληση (πράγμα που δεν συμβαίνει με τους άλλους εργαζόμενους, που μπορεί να έχουν δυο και τρεις δουλειές) - για την ενίσχυση των οικονομικών τους και της αίσθησης ότι δεν είναι τελειωμένοι. Οπότε έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε τρία: ή να τα πιάνουν «μαύρα» ή να δουλεύουν τσάμπα ή, άπραγοι, να περιμένουν να πεθάνουν. Κατάφωρα αντισυνταγματικό, ηλίθιο και απάνθρωπο το χαρακτήρισε σε σημείωμά του στα «Νέα» ο Κώστας Γεωργουσόπουλος. Επειδή, συνηγορώ, πλην των περιπτώσεων απλών απόμαχων, περιλαμβάνει επιστήμονες, πανεπιστημιακούς, λόγιους, καλλιτέχνες, στρατιωτικούς, πολιτικούς, συμπεριλαμβανομένου -γιατί όχι;- και του Προέδρου της Δημοκρατίας.

ΣΗΜ. «Τι χαμπάρια, Κώστα;» «Καλά, Χρήστο μου - εσύ;» «Μα δεν με λένε Χρήστο - με ξέχασες;» «Ούτε κι εμένα Κώστα». Χειροτερεύει, γενικά, η κατάσταση.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Φίλιπ Ροθ
Φίλιπ Ροθ λυόμενος
Συνέντευξη: Ράφι Πιτς
«Τίποτα δεν σταματά τους νέους του Ιράν»
Χορός
Το τάνγκο του μέλλοντός μας
Λογοτεχνία
Η ανατρεπτική ματιά της παρωδίας
Συνέντευξη: Αχιλλέας Κυριακίδης
Γράφω με εικόνες, σκηνοθετώ με λέξεις
Συνέντευξη: Πίτερ Μάινεκ
Θεραπεύει βετεράνους του Ιράκ με «Αίαντα» και «Φιλοκτήτη»
Οπερα
Βερολίνο, η πόλη της όπερας
Κομικ(ς)οδρόμιο
Η ιστορία της σύγχρονης Αμερικής σε ένα στριπ
Οταν ο Ποπάι παράτησε το σπανάκι...