Έντυπη Έκδοση

«Η οικογένεια και η ορχήστρα μου είναι το πλήρωμά μου»

Ξεκίνησε τη δεκαετία του '70. Και παρ' ότι υπήρξε πρωτοστάτης σε πολλές τολμηρές στροφές τού ελληνικού τραγουδιού, ο ίδιος, σαν άνθρωπος, μοιάζει ελάχιστα να έχει αλλάξει.

Ο Νίκος Παπάζογλου επιμένει να συνεργάζεται με τους ίδιους μουσικούς, να μελετά πολύ τα μουσικά του βήματα, να κυκλοφορεί δίσκους με διαφορά πολλών ετών, να γεμίζει γήπεδα και στα πιο απόμακρα σημεία στις καλοκαιρινές του συναυλίες. Ποιος δεν έχει ταυτίσει έναν έρωτά του με τον «Αύγουστο»; Και ποιος δεν έχει γλεντήσει με το «Τρελή κι αδέσποτη»;

Τα καλύτερα τραγούδια αυτής της σημαντικής καριέρας μοιρασμένα σε τρία cd προσφέρει η «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» από την ερχόμενη Κυριακή στους αναγνώστες της. Ανάμεσά τους τα «Κανείς εδώ δεν τραγουδά», «Λεμόνι στην πορτοκαλιά», «Με το τραγούδι με το κρασί», «Υδροχόος», «Στάλα στάλα», «Πότε Βούδας, πότε Κούδας», «Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια», «Αχ, Ελλάδα» κι άλλα πολλά.

Νέα τραγούδια σε σκίτσα

Ο Νίκος Παπάζογλου ανέκαθεν έμοιαζε να τραβά το δικό του δρόμο. Συντηρεί μια φάρμα. Λατρεύει τη Νίσυρο. Διατηρεί το δικό του στούντιο στο σπίτι. Παίρνει κάθε καλοκαίρι μέρος σε ιστιοπλοϊκούς αγώνες στο Αιγαίο. Εχει αγοράσει μαζί με τους φίλους του αεροπλάνο. Και τον ελεύθερο χρόνο του περιποιείται τα αμπέλια του. «Δυστυχώς δεν τους αφιερώνω όσο χρόνο πρέπει», λέει. «Φέτος πάντως, παρ' όλο που ήταν μια κακή χρονιά, μου έδωσαν πολύ και καλό κρασί. Με βοήθησε πολύ ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου».

Το τελευταίο διάστημα το περνά στη Θεσσαλονίκη. «Είμαι σε φάση δημιουργική», λέει και μας διηγείται πώς πήγαν οι εμφανίσεις του στο Πρίνσιπαλ. «Και στην Αθήνα θα κατέβω, αλλά θ' αργήσω λίγο ακόμα -ενδεχομένως και μετά το Πάσχα. Ψάχνω κάποιον νέο χώρο». Συγχρόνως, καθισμένος στο γραφείο του στην Ανω Τούμπα, δουλεύει τα καινούρια του τραγούδια.

«Εχω κάποια κομμάτια σε σκίτσα και προσπαθώ να τους δώσω μορφή. Μόνο στη Θεσσαλονίκη και μόνο στο γραφείο μου μπορώ και συγκεντρώνομαι. Αφ' ενός θέλω ησυχία, αφετέρου δεν αντέχω να βλέπω τις δουλειές που εκκρεμούν να με κυνηγούν. Υπ' αυτή την έννοια το σπίτι είναι ολίγον καταπιεστικό».

- Το γραφείο είναι το παρατηρητήριό σας;

«Ναι, από εδώ παρακολουθώ τους ξεσηκωμούς των νέων. Δυστυχώς αυτά τα πράγματα η πρώτη που τα τραβάει είναι η Αθήνα. Στη Θεσσαλονίκη φτάνουν σαν απόηχος. Σε ό,τι με αφορά προσωπικά, πιστεύω ότι σε τέτοιες στιγμές οι καλλιτέχνες δεν πρέπει να έχουν τον πρώτο ρόλο, απλά να συνυποφέρουν με όλο τον κόσμο. Αλλωστε δεν χρειάζονται πολλές φωνές. Ενα καλλιτεχνικό έργο είναι από μόνο του μια φωτογραφία ενός συμβάντος λίγο πριν συμβεί».

- Πάντως από τη μουσική λείπουν πια οι μεγάλες φυσιογνωμίες.

«Φυσικά, και νομίζω ότι το τρομακτικότερο κενό είναι αυτό του Χατζιδάκι. Ορφανέψαμε φρικτά και δεν ξέρω πού θα βρούμε κάποιον να του μοιάζει έστω και λίγο. Δυστυχώς η παλιότερη γενιά απλώς αγωνίζεται να κρατηθεί στην ίδια θέση. Δεν την βλέπω μαχητική, δεν θέλει να εξελιχθεί. Κάνει υπερπροσπάθεια για να κουνηθεί ένα εκατοστό από τη θέση της. Εναποθέτω τις ελπίδες μου στους νέους. Πουθενά αλλού δεν βρίσκω παρηγοριά.

»Καταλαβαίνω ότι η βιομηχανία βασανίζεται. Πιστεύω στη βαθιά κρίση της δισκογραφίας. Αλλά συγχρόνως δεν θεωρώ ότι μας λείπουν οι ταλαντούχοι καλλιτέχνες. Εγώ συνεχώς συναντώ νέα στέκια όπου καταφεύγουν πιτσιρικάδες και εκφράζονται. Αφήστε που και η τεχνολογία μάς έχει δώσει τη δυνατότητα να είμαστε δημιουργικοί ακόμα και σε ένα δωμάτιο με μόνο σύμμαχο τον υπολογιστή».

-Γι' αυτό νομίζετε ότι οι νέες γενιές απαξιώνουν τις δισκογραφικές εταιρείες;

«Φυσικά, βλέπουν ότι η μουσική βιομηχανία έχει πάθει πατατράκ, ότι δεν είναι σε θέση να τους παράσχει καμία βοήθεια. Θα παίξουν ζωντανά, θα τους γνωρίσει διά ζώσης ο κόσμος».

- Εσείς ξέρετε καλύτερα. Οι ζωντανές συναυλίες και κυρίως οι καλοκαιρινές υπήρξαν πάντα αδυναμία σας.

«Η δική μου καριέρα χτίστηκε αποκλειστικά μέσα από τη σκηνή και τις ζωντανές εμφανίσεις. Λιθαράκι λιθαράκι γέμισαν τα θέατρα. Μπορώ να περιγράψω και να θυμηθώ αρκετά μέρη στα οποία πήγα και έπαιξα μπροστά σε 13 ανθρώπους. Τη δεύτερη χρονιά έγιναν 300 και την τρίτη 1.500. Σε κάθε περίπτωση στόχος ήταν να περάσουμε καλά».

- Δεν νιώσατε ποτέ ανασφάλεια;

«Οχι βέβαια. Είχα πάντοτε καλούς συνεργάτες και πάντα μοιραζόμασταν τα πράγματα "καϊκίσια". Εγώ είχα ένα μικρό λεωφορείο Φολκσβάγκεν, οπότε έπαιρνε ένα μερτικό το αυτοκίνητο κι οι υπόλοιποι μοιράζαμε τα κέρδη σε ισόποσα μέρη».

- Αυτή, όμως, είναι μια ερασιτεχνική σχέση με το τραγούδι.

«Ετσι αρχίζουν όλα. Το αν θα το διατηρήσεις μέχρι τέλους εξαρτάται από το πόση δύναμη και αντοχή έχεις να λες όχι. Ευτυχώς είχα -και έχω- μια πολύ καλή σύντροφο, τη φοβερή Βαρβάρα, η οποία πάντα με κρατούσε με ασφάλεια στη γη. Αν δεν έχεις κάνει καλή ναυτιλία, πνίγεσαι γρήγορα. Είναι πολύ εύκολο να σε παραπλανήσει η απίστευτη θέρμη, η ενέργεια και η αποδοχή του κοινού».

- Λαϊκό τραγούδι σήμερα ποιο είναι;

«Αυτό που ήταν και χθες. Λαϊκό τραγούδι είναι αυτό που βασίζεται σε έναν καλό στίχο. Εξακολουθώ να πιστεύω πως είναι αδύνατον να χωρίσεις και να αναζητήσεις την παρηγοριά σε ένα φτηνοτράγουδο. Δεν μου λένε τίποτα οι φοβερές ενορχηστρώσεις, τα δήθεν ευρηματικά ρεφρέν που επαναλαμβάνονται 40 φορές για να καταλήξουν σε μια σαχλαμάρα. Το λαϊκό τραγούδι είχε πάντα πολύ συγκροτημένο στίχο, ρυθμούς που είχαν να κάνουν με τη λαϊκή μας κουλτούρα. Και δυστυχώς δεν έχουν πια καμία σχέση με τις σημερινές πίστες. Μόνο στα ρεμπετάδικα μπορείς να ακούσεις αυθεντικό ήχο».

- Δεν σας πρότειναν ποτέ να ανέβετε σε μεγάλη πίστα;

«Βέβαια και με σκέφτηκαν, αλλά βλέπετε εγώ αλλάζω δύσκολα και πάντα το κάνω με μέτρο. Γενικά επιζητώ τη σταθερότητα στη ζωή μου. Είμαι σαν τον λύκο τον μοναχικό. Δεν μπορώ να λειτουργήσω σε καθεστώς ανασφάλειας. Αφήστε που δεν μπορώ ούτε να διανοηθώ ότι θα τσακωθώ για τη σειρά που θα μπει το όνομά μου και πότε θα βγουν τα μπαλέτα. Αυτοί που έρχονται να με ακούσουν στις συναυλίες, ξέρουν τι θα βρουν. Μου αρέσει για παράδειγμα που συχνά συναντώ στις συναυλίες ερωτευμένους ανθρώπους, γιατί ξέρω πως ο πόνος όταν τον μοιράζεσαι αμβλύνεται».

- Το τσιφτετέλι το αγαπάτε ακόμα;

«Μου αρέσει πολύ ο συνδυασμός ψυχαγωγίας και διασκέδασης. Χοροί όπως το τσιφτετέλι είναι μαγικοί. Οταν έρθει την ώρα που πρέπει, είναι βάλσαμο. Τελευταία μου αρέσουν πολύ και οι νησιώτικοι χοροί. Οταν βρεθώ σε πανηγύρι του δίνω και καταλαβαίνει».

- Τι άλλο σας ανακουφίζει;

«Πολύ μεγάλη ασφάλεια είναι πάντοτε οι συνεργάτες και η οικογένεια. Μην ξεχνάτε ότι δουλεύω με τους ίδιους μουσικούς εδώ και 30 χρόνια. Εχω επί δεκαετίες τον ίδιο μπασίστα και μπουζουξή. Αφήστε που δεν είναι μόνο συνοδοιπόροι στη σκηνή αλλά και στο σκάφος. Η οικογένεια και η ορχήστρα μου είναι το πλήρωμα. Επίσης στα ζόρια βρίσκω παρηγοριά σε γείτονες οργανοποιούς με τους οποίους στήνουμε μικρά γλέντια στο άψε-σβήσε».

- Θα λάβετε μέρος στους αγώνες και φέτος;

«Φυσικά και στη Ρεγκάτα Ανατολικού Αιγαίου θα ξαναπάω και σε διάφορους τοπικούς αγώνες στη Ρόδο και την Κω. Μην με ρωτήσετε για προπόνηση, προτιμώ την έμπνευση της τελευταίας στιγμής».*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Πενέλοπε Κρουζ
Moulin Cruz
Μουσική
Χριστούγεννα με τη Σου Μορένο
Παράσταση
Καραγκιόζης σινεμασκόπ
Θέατρο
Ιστορία μιας βλασφημίας
Ονειρα στον «Βυσσινόκηπο»
Κινηματογράφος
Ο Σκρουτζ με πίξελ
Συνέντευξη: Νίκος Παπάζογλου
«Η οικογένεια και η ορχήστρα μου είναι το πλήρωμά μου»
Βιβλίο
Μίζες και μπίζνες
Αφιέρωμα
Γύρνα σελίδα!
Ιτε, παίδες
Οταν η Σαγκάν «συνάντησε» τον Κύρκο
Άλλες ειδήσεις
Ελληνική σοδειά
Ιστορίες από Ανατολή και Δύση