Έντυπη Έκδοση

Μίζες και μπίζνες

Η ιστορία της εγκληματικής καμόρα στο βιβλίο του ιταλού δημοσιογράφου Βιτόριο Πελότι

Νάπολη, 1845. Ο Ντομένικο Γιακαρίνο, πρώην αλητάκι που έχει εξελιχθεί στον «πιο ταλαντούχο μακελάρη» της πόλης, παίρνει εντολή από τον επικεφαλής της ομάδας «μπελαλήδες Βενετσιάνοι» να χαρακώσει στο πρόσωπο μια κυρία η οποία «καθυστερεί συνεχώς τις πληρωμές της».

Μ' ένα ακονισμένο νόμισμα αντί για ξυράφι, ο νταής φέρνει σε πέρας την αποστολή του. Οπως αποκαλύπτεται, όμως, το θύμα δεν ήταν άλλο από τη μητέρα του, την οποία ο ίδιος δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Ο Γιακαρίνο θα τρέξει να δολοφονήσει τον εντολέα του. Κι αμέσως μετά, θα μαχαιρώσει θανάσιμα και τον εαυτό του. Ηταν μόλις 16 χρόνων...

Παρελθόν και μέλλον

Επεισόδια σαν τα παραπάνω υπάρχουν άφθονα στην «Ιστορία της Καμόρας» του ιταλού συγγραφέα και δημοσιογράφου Βιτόριο Πελότι (μετ. Χρ. Σιάφκος, εκδ. «Κατάρτι»). Μια ιστορία που χάνεται ανάμεσα στο θρύλο και την πραγματικότητα, καθώς είναι ελάχιστα τα γραπτά ντοκουμέντα από την εγκληματική δράση της πολυπλόκαμης αυτής οργάνωσης, μια ιστορία πολύ παλιά, όπως μαθαίνουμε, ριζωμένη στην περιοχή της Καμπανίας από το 1500. Τι σχέση έχει όμως η οργάνωση που γνώρισε τη χρυσή της περίοδο κατά τον 19ο αιώνα μ' εκείνη για την οποία μίλησε στα «Γόμορρα» ο Ρομπέρτο Σαβιάνο;

Οπως επισημαίνει ο Πελότι, μεταξύ 1913 και 1975, η λέξη «καμόρα» στη Νάπολη αναφερόταν γενικά σ' ένα είδος νοοτροπίας που έχει να κάνει με τη βιαιοπραγία, την κατάχρηση, τον εκβιασμό. Κι ο όρος «καμορίστας» χρησιμοποιούνταν περιφρονητικά για όποιον επέβαλλε λύσεις με το έτσι θέλω ή έπαιρνε μίζες - είτε επρόκειτο για φύλακα σε γκαράζ είτε για καθηγητή πανεπιστημίου. Η παραδοσιακή καμόρα, ωστόσο, ενεργούσε τελετουργικά, σαν θρησκεία σχεδόν, μέσα σ' έναν κύκλο μυημένων, ικανών για τα πιο στυγερά εγκλήματα αλλά, κάποιες φορές, και για πράξεις γενναιοδωρίας και ελέους.

Οργανωμένη στα πρότυπα της ισπανικής «Αδελφότητας της Γκουραντούνα που είχε ιδρυθεί στη Σεβίλη το 1417, η Υψηλή Συγκροτημένη Εταιρεία» που συστάθηκε επισήμως στην πόλη το 1820 διέφερε από την ισπανική στο εξής: μολονότι έπαιρνε μίζες από τους κλέφτες, ούτε η κλοπή ούτε οι ληστείες περιλαμβάνονταν στις δραστηριότητές της. Οι βρόμικοι δρόμοι της Νάπολης τότε έβριθαν από υπαίθριες λέσχες τυχερών παιχνιδιών κι ήταν σ' αυτές που η καμόρα εξασκούσε τον πιο αποδοτικό της έλεγχο, παρακρατώντας το 20% των κερδών.

«Οι άντρες με τα κοστούμια»

Τα μέλη της αδελφότητας τα έπαιρναν απ' όλους: τους χονδρεμπόρους, τους μεταφορείς, τους φορτοεκφορτωτές, αλλά και τους πλανόδιους πωλητές, τους εστιάτορες, τους καπετάνιους, τους ιδιοκτήτες γραφείων κηδειών, τις χαρτορίχτρες! «Ο πληθυσμός δεν έδειχνε ιδιαίτερα ανήσυχος», γράφει ο Πελότι. «Η κακή διακυβέρνηση», άλλωστε, «ήταν που έδινε πόντους στην Καμόρα», στο μέτρο που η αδελφότητα βοηθούσε τους πολίτες όπου τα έβρισκαν σκούρα η αστυνομία και η δημόσια διοίκηση. Τον Σεπτέμβριο του 1860 μάλιστα η καμόρα έζησε την πιο θριαμβευτική στιγμή της, όταν της ανατέθηκε από την κυβέρνηση ο ρόλος της Πολιτοφυλακής.

Οι ζώνες επιρροής της αδελφότητας, από τις φυλακές ώς τα δικαστήρια, οι διασυνδέσεις της πρώτα με τη βασιλική αυλή κι έπειτα με το επίσημο κράτος, οι συμπλοκές ανάμεσα στους «μάγκες με κοστούμια» και οι ανατριχιαστικές πρακτικές τους, όπως το χαράκωμα, παρατίθενται στο βιβλίο διεξοδικά, με τον συγγραφέα να τραβά μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην «αυθεντική» καμόρα, που εκμηδενίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, και σ' εκείνη που επέστρεψε πανηγυρικά γύρω στα 1970 «δίχως το παραμικρό ίχνος του παλιού, αν και διεστραμμένου ρομαντισμού».

Οι καινούριοι καμορίστες θα βαδίσουν στα μονοπάτια του Λάκι Λουτσιάνο κι η δράση τους θα διέπεται από τα σκληρά κριτήρια της βορειοαμερικανής σχολής. Η Νέα Οργανωμένη Καμόρα θα τελεί υπό την καθοδήγηση του διοπτροφόρου «καθηγητή» Ραφαέλε Κούτολο, έχοντας να ανταγωνιστεί ένα επίσης πανίσχυρο παρακλάδι, τη Νέα Οικογένεια. Αμείλικτες, οι δυο οργανώσεις θα αλώσουν την Νάπολη διακινώντας όπλα, τσιγάρα και ναρκωτικά και ξεπλένοντας λύτρα απαγωγών, σ' ένα δίκτυο όπου εμπλέκονται πολίτες υπεράνω υποψίας, από επιχειρηματίες και δικαστικούς μέχρι υπουργούς και βουλευτές. Οι μίζες έδωσαν τη θέση τους στις «μπίζνες» με την εξουσία. Κι αυτή την καμόρα, αλίμονο, κανείς δεν μπορεί να την πατάξει αποτελεσματικά. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Πενέλοπε Κρουζ
Moulin Cruz
Μουσική
Χριστούγεννα με τη Σου Μορένο
Παράσταση
Καραγκιόζης σινεμασκόπ
Θέατρο
Ιστορία μιας βλασφημίας
Ονειρα στον «Βυσσινόκηπο»
Κινηματογράφος
Ο Σκρουτζ με πίξελ
Συνέντευξη: Νίκος Παπάζογλου
«Η οικογένεια και η ορχήστρα μου είναι το πλήρωμά μου»
Βιβλίο
Μίζες και μπίζνες
Αφιέρωμα
Γύρνα σελίδα!
Ιτε, παίδες
Οταν η Σαγκάν «συνάντησε» τον Κύρκο
Άλλες ειδήσεις
Ελληνική σοδειά
Ιστορίες από Ανατολή και Δύση