Έντυπη Έκδοση

«Τους Τυράννους τους μισώ πολύ»...

Αλέξανδρος Παναγούλης, ο (και) ποιητής

Το πρωινό εκείνο της Κυριακής 2 Μαΐου 1976 (ακριβώς πριν από 33 χρόνια) ένα τηλεφώνημα από την εφημερίδα με φέρνει για ρεπορτάζ (εκείνο τον καιρό έκανα κοινοβουλευτικό) στο σπίτι του Αλέξανδρου Παναγούλη, του ανθρώπου που τόλμησε την πιο ηρωική και απόκοτη ενέργεια κατά της χούντας και ο οποίος, λίγες ώρες πριν, μέσα στην πρωτομαγιάτικη νύχτα, είχε βρει το θάνατο στο βίαια χτυπημένο και στραπατσαρισμένο αυτοκίνητό του, στη λεωφόρο Βουλιαγμένης.

Εικόνα ευφορίας με την Οριάνα Φαλάτσι Εικόνα ευφορίας με την Οριάνα Φαλάτσι Στην αρχή, καθώς ο άνθρωπος που του είχε καταφέρει το θανατηφόρο χτύπημα εξαφανίστηκε, εκτιμήθηκε ότι επρόκειτο για δολοφονική ενέργεια, και μάλιστα από δύο αυτοκίνητα. Δυο ημέρες αργότερα, όμως, παρουσιάστηκε ο οδηγός-δράστης του Ι.Χ., ο οποίος υποστήριξε ότι επρόκειτο για τροχαίο -εκδοχή (ανθρωποκτονία εξ αμελείας) που τελικά επικράτησε νομικά, με αποτέλεσμα να γλιτώσει με ολιγόμηνη εξαγοράσιμη φυλάκιση.

Στο χρόνο ωστόσο που βρέθηκα στο σπίτι του Παναγούλη στη Γλυφάδα, υπήρχε (και παρέμεινε) η βεβαιότητα ότι ο Αλέξανδρος είχε δολοφονηθεί. «Τον φάγανε...» έλεγε και ξανάλεγε με σπαραγμό η μάνα του, η κυρία Αθηνά, η οποία θρηνούσε το δεύτερο γιο που έχανε στους χουντικούς καιρούς. Ο πρώτος, ο Γιώργος, αξιωματικός του στρατού, ο οποίος είχε εναντιωθεί στη χούντα, είχε δολοφονηθεί κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, χωρίς να βρεθεί ποτέ. Ο πατέρας Βασίλειος, αξιωματικός του στρατού κι αυτός, είχε ήδη φύγει απ' τη ζωή. Ο μόνος που απέμενε ήταν ο Στάθης, αντιχουντικός και διωκόμενος κι εκείνος (μεταπολιτευτικά βουλευτής, όπως και ο Αλέξανδρος).

«Θέλω να νικήσω»

Εδώ θ' αναφερθώ στον ποιητή Παναγούλη, ο οποίος, σε ώρες κυρίως δοκιμασίας, κατέφευγε στην ποίηση, που κατάφερνε, ακόμα και όταν βρισκόταν στην απομόνωση, να τη διοχετεύει στο εξωτερικό.

Τα πρώτα του, με τίτλο «Ποιήματα», κυκλοφόρησαν τον Αύγουστο του 1970 στο εξωτερικό από τις εκδόσεις «8,1/2» του Βασίλη Βασιλικού. Εκεί υπάρχουν και τρία που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, μαζί με ένα δικό του, αφιερωμένο στον Αλέξανδρο, και κυκλοφόρησαν, μαζί με άλλα, με τον γενικό τίτλο «Τραγούδια του αγώνα», ένα χρόνο αργότερα, επίσης στο εξωτερικό.

Σημειώνει προλογίζοντας ο Βασιλικός:

Θέλω να νικήσω, αφού δεν μπορώ να νικηθώ», γράφει ο Παναγούλης. Σ' αυτό το «δεν μπορώ», συνοψίζεται όλη η τραγική μοίρα του. Είχε ζητήσει να τον εκτελέσουν κι εκείνοι δεν τόλμησαν. Θέλησαν τη δικτατορία τους τυπικά αναίμακτη. Ετσι προτίμησαν να τον καταδικάσουν σε αργό θάνατο. Μα ούτε και κάτω απ' τις άθλιες συνθήκες της μακροχρόνιας απομόνωσης «μπόρεσε να νικηθεί». Απόδειξη είναι τα ποιήματα αυτά, κραυγές εμπιστοσύνης στον Ανθρωπο και στον Αγώνα του.

Δυο χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1972, κυκλοφόρησε, επίσης από τις εκδόσεις «8,1/2», μια νέα συλλογή ποιημάτων του Παναγούλη, που, όπως αναφέρεται, «έφτασαν παράνομα μέσα από τη φυλακή», με τίτλο «Η Μπογιά», όπου και το ξέσπασμα: «...τους Τυράννους τους μισώ πολύ».

Τρόπος ύπαρξης

Τον ίδιο χρόνο (1972) τα ποιήματα βγήκαν και στην Ιταλία σε δίγλωσση έκδοση (ελληνικά - ιταλικά) από τον οίκο «Φλάβιο» του Παλέρμο, ενώ μετά την πτώση της χούντας κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα δύο εκδόσεις (η μια στ' αγγλικά) από τον οίκο «Παπαζήση». Και τις δύο προλογίζει ο σκηνοθέτης Πιερ Πάολο Παζολίνι, ο οποίος παρατηρεί:

Ο Παναγούλης μεταμορφώθηκε σε ποιητή μέσα από τα βασανιστήρια. Τη λογοτεχνία, που ήταν σ' αυτόν καθαρά ρητορική, μεταμορφώνουν τα βασανιστήρια σε λογοτεχνία γνήσια.

Τη μετάφραση των ποιημάτων στ' αγγλικά έκανε η Ιρλανδή συγγραφέας και μεταφράστρια Αμι Μιμς, η οποία στο πρόσφατο βιβλίο της «Τα κυπρογέννητα της Δαίδαλας» (εκδ. «Αλφειός») γράφει:

Για τον Αλέξανδρο Παναγούλη η ποίηση δεν ήταν πάρεργον ενός «εστέτ» (...) Ηταν ο μοναδικός τρόπος ύπαρξης που του είχε μείνει μέσα σε κείνο το κελί - μνήμα, όπου οι δικτάτορες τον είχαν ενταφιάσει. Επί πέντε ολόκληρα χρόνια, η ποίηση ήταν η αντίστασή του εναντίον της καταδίκης του θανάτου.

«Πάντα έγραφες ποιήματα, από παιδί, αλλά κείνη την περίοδο ήταν που έσκασε η δημιουργική φλόγα "ασυγκράτητη", του «λέει» η αγαπημένη του Οριάνα Φαλάτσι στο βιβλίο «Ενας Αντρας» (εκδ. «Εξάντας») που του αφιέρωσε. Και συνεχίζει: «Εγραφες ακόμα κι όταν ο Ζαχαράκης σου 'παιρνε το χαρτί και το μολύβι, γιατί άρπαζες τη λιμίτσα που είχες κατά μέρος γι' αυτόν το σκοπό, χάραζες τον αριστερό σου καρπό, μούσκευες στην πληγή ένα σπίρτο ή ένα ξυλαράκι, κι έγραφες με αίμα όπου έβρισκες: στο περιτύλιγμα μιας γάζας, σ' ένα κομματάκι πανί, ένα άδειο πακέτο από τσιγάρα».

«Το τέλος μου θα' ρθεί έτσι όπως το θέλουν/ αυτοί που έχουν την Εξουσία», καταλήγει ο ίδιος ο Παναγούλης σ' ένα (προφητικό;) στερνό πεζοτράγουδό του. *

Ετσι κι αλλιώς

Εκατό χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου (που μνημόνευσα εγκαίρως πριν από μερικές εβδομάδες), 33 από το θάνατο του Αλέξανδρου Παναγούλη (στον οποίο αναφέρομαι παραπλεύρως) - πρωτομαγιάτικα γέννηση και θάνατος.

Κι ας προσθέσω ότι ο Ρίτσος τίμησε (και θρήνησε) τον Παναγούλη τόσο με δήλωση για τον θάνατό του (...«μας αναστήλωσε την πίστη μας στον Ανθρωπο, μαζί με το καμάρι να 'μαστε Ελληνες»), όσο και με την ποίησή του («Μικρό Ηρώον για τον Αλέκο» και «Ο Εξαδάκτυλος»).

***

Τον Παναγούλη θέλησε να τιμήσει και η πολιτεία δίνοντας τ' όνομά του σ' ένα σταθμό του μετρό, που όμως «καπέλωσε» με τον Αγιο Δημήτριο - χωρίς γι' αυτό να ευθύνεται ο Αγιος. («Αρκεί να πω ότι μένω στην Αγία Παρασκευή, παίρνω για τη δουλειά μου το μετρό Αγιος Αντώνιος - Αγιος Δημήτριος και κατεβαίνω στον Αγιο Ιωάννη», έγραφα σ' ένα παλιό μου ΥΓ.)

«Νεκροθάφτες της ελληνικής γλώσσας» αποκαλεί έμμεσα αναγνώστης, με επιστολή του την περασμένη εβδομάδα στο ημέτερο φύλλο, αυτούς που χρησιμοποιούν ξένες ονομασίες σε ελληνικά έντυπα. «Από τους 500 τίτλους περιοδικών, όπως υπολογίζω, πάνω από τους μισούς είναι λέξεις αγγλικές και γράφονται με γράμματα της λατινικής. Γιατί αυτό;» αναρωτιέται. Προφανώς αγνοεί κι αυτός ότι υπάρχει από το 1984 ο νόμος 1491 του υπουργείου Εσωτερικών, που απαγορεύει τις ξενόγλωσσες ονομασίες σε ελληνικά προϊόντα και επιχειρήσεις (σαν δεύτερη ονομασία, ναι), ο οποίος παραμένει στην κατάψυξη. Είπαμε, οι νόμοι σ' αυτό τον τόπο γίνονται για να μην εφαρμόζονται.

Στο ξενόγλωσσο, για μια ακόμη φορά, και το τραγούδι που θα μας εκπροσωπήσει στον (πιθηκίζοντα, κατά τον Μίκη Θεοδωράκη) διαγωνισμό της Γιουροβίζιον (Αμερικανοβίζιον, κατά τον Σταύρο Ξαρχάκο). Ενα τραγούδι που επελέγη, έπειτα από άγριο ανταγωνισμό μεταξύ τριών του ίδιου συνθέτη, κι έπειτα από έναν, επίσης άγριο, ανταγωνισμό του τραγουδιστή που θα το πει με τον εαυτό του. Απομένουν οι συμμαχίες για την αλληλοϋποστήριξη.

ΣΗΜ. «Ολα καλά;» τον ρωτάει. «Ναι», απαντάει - και αρχίζει να αραδιάζει τις συμφορές που τον βρήκαν.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Blue Note
70άρα και ακόμα ανήσυχη για το μέλλον
Αρχαιολογικό Μουσείο Πύργου
Μουσείο Πύργου σε Αγορά
Εικαστικά
Η μεγάλη μεταστροφή, η περίπτωση ντε Κίρικο και η θέση της κριτικής
Ελληνικός Κινηματογράφος
Ομοβροντία από κλακέτες
Πρώτη μεγάλου μήκους ευκαιρία
Θέατρο
Ιδανικοί αυτόχειρες
Συνέντευξη Palov & Mishkin
Δύσκολη δουλειά η τυμβωρυχία
Συνέντευξη χορογράφου Τεντ Στόφερ
Θέλουμε να επικοινωνήσουμε αλλά δεν μπορούμε
Τάιλερ Πέρι
Ο πρώτος μαύρος μεγιστάνας του Χόλιγουντ