Έντυπη Έκδοση

Η ανάγκη επαναξιολόγησης των εκπαιδευτικών μας κριτηρίων

Στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τη σχεδόν καθολική απαξίωση του υπάρχοντος συστήματος αξιολόγησης των γνώσεων των μαθητών, και κυρίως τις προοπτικές ενός εναλλακτικού εκπαιδευτικού προγράμματος, απευθυνθήκαμε στη δρα Λαοκρατία Λάκκα, μία μοριακή βιολόγο που έκανε το διδακτορικό της και εργάστηκε ερευνητικά στο Παρίσι (Πανεπιστήμια Paris VI και Paris VII), ενώ στην Ελλάδα υπηρετεί εδώ και πολλά χρόνια στη Μέση Εκπαίδευση ως επιμορφώτρια και σήμερα ως σχολική σύμβουλος Α' Αθηνών.

Στη χώρα μας εξακολουθεί να επικρατεί η αντίληψη ότι από τις σχολικές επιδόσεις και κυρίως από τις πανελλήνιες εξετάσεις εξαρτάται το «μέλλον των παιδιών». Γεγονός που δημιουργεί πανικό στους γονείς και μεγάλο άγχος στους μαθητές. Πώς θα μπορούσε να βελτιωθεί αυτή η αβάσταχτη κατάσταση;

«Το πέρασμα από τη δευτεροβάθμια στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αποτελεί για τις περισσότερες χώρες μία από τις κρίσιμες φάσεις της εκπαιδευτικής διαδικασίας και η αγωνία των γονέων στη φάση αυτή δεν αποτελεί αποκλειστικό "προνόμιο" της ελληνικής κοινωνίας. Στη χώρα μας όμως αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και σπουδαιότητα για μια σειρά από αιτίες: λόγω του περιορισμένου αριθμού θέσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, και επομένως λόγω του αποκλεισμού ενός σημαντικού μέρους του μαθητικού πληθυσμού, λόγω του τρόπου διεξαγωγής των εξετάσεων, λόγω της συστηματικής οικονομικής αφαίμαξης από τα φροντιστήρια και κυρίως εξ αιτίας της εσφαλμένης αντίληψης ότι οι εξετάσεις αποτελούν την προϋπόθεση για την κοινωνική ανέλιξη και την επαγγελματική επιτυχία του παιδιού.

Ο εκδημοκρατισμός της παιδείας, που η μεταρρύθμιση του 1964 ευαγγελιζόταν, απέβλεπε, μεταξύ άλλων, στην κατάργηση των φροντιστηρίων και της "παραπαιδείας". Ομως, τόσο αυτή όσο και οι διαδοχικές μεταρρυθμίσεις μετά τη μεταπολίτευση, το μόνο που κατάφεραν ήταν να καθιερώσουν την καθολική εξάπλωση των φροντιστηρίων.

Ωστόσο, τα φροντιστήρια διδάσκουν την ίδια ακριβώς ύλη με τα σχολεία, καθώς η ένταξη της τυπικής εξεταστέας ύλης συμβαδίζει με τη θεσμοθετημένη σχολική γνώση. Οσο για το περιεχόμενο της διδασκαλίας, τους στόχους της και τη διδακτική μεθοδολογία που επιλέγεται, αυτά ποτέ δεν εκσυγχρονίστηκαν αρκετά.

Ετσι, τα κριτήρια αξιολόγησης στις εξετάσεις δεν θεμελιώνονται στην κριτική σκέψη αλλά στη μηχανική αποστήθιση. Παρά τις εμφανείς αδυναμίες του όλου συστήματος, αυτό εξακολουθεί να δημιουργεί στους γονείς κάποιο αίσθημα εμπιστοσύνης, επειδή προβάλλεται ο ενιαίος τρόπος διεξαγωγής των εξετάσεων και το αδιάβλητο των διαδικασιών.

Υπό αυτές τις συνθήκες, φαίνεται απολύτως λογικό το ότι οι γονείς επενδύουν οικονομικά και συναισθηματικά στις εξετάσεις των παιδιών τους: η επιτυχία σ' αυτές θεωρείται και δική τους επιτυχία, δεδομένου ότι καλλιεργείται μια ψυχολογική ταύτιση με τα παιδιά τους. Το μόνο που μπορούμε να ευχηθούμε -σε γονείς και μαθητές- αυτή την εξαιρετικά δύσκολη περίοδο των εξετάσεων είναι να αποβάλουν το άγχος τους και να αναλογιστούν ότι υπάρχουν πολλές εναλλακτικές επαγγελματικές λύσεις, που ίσως δεν τις υποπτεύονται. Από τις εξετάσεις δεν κρίνονται τα πάντα».

Ο παραδοσιακός τρόπος οργάνωσης της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα, αλλά και στις περισσότερες χώρες, βασίζεται στον κατακερματισμό του χρόνου και της διδακτέας ύλης σε αυτόνομους και μη επικοινωνούντες γνωστικούς κλάδους. Αλήθεια, πόσο αποδοτικό θεωρείται σήμερα αυτό το σύστημα διδασκαλίας;

«Είναι γεγονός ότι στην εποχή μας, στην οποία η επιστημονική και η τεχνολογική γνώση αναπτύσσονται με θεαματικούς ρυθμούς, η γνώση που προσφέρεται μέσα από την παραδοσιακά κατακερματισμένη εκπαίδευση γεννά πολλά προβλήματα επιστημονικής, πολιτισμικής και κοινωνικής φύσης. Είναι φανερό ότι οι διάφορες επιστήμες και τεχνολογίες δεν μπορούν να παραμείνουν "κλειστές" στον εαυτό τους, και συνεπώς θεωρείται πλέον αναγκαίο το γκρέμισμα των παραδοσιακών διαχωριστικών γραμμών. Το σχολείο, που διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στην επιστημονική και τεχνολογική ενημέρωση και πληροφόρηση των αυριανών πολιτών, δεν μπορεί να παραμείνει αδιάφορο σε αυτήν τη νέα ανάγκη για μια διεπιστημονική προσέγγιση των επιμέρους επιστημών αλλά και για τη συνάρθρωση των εξηγητικών σχημάτων τους. Υποτίθεται ότι τα νέα αναλυτικά σχολικά προγράμματα θεμελιώνονται πάνω σε αυτήν τη νέα αντίληψη που εναντιώνεται στον κατακερματισμό της γνώσης σε ξεχωριστά αντικείμενα, προσεγγίζοντας τον κόσμο της γνώσης με έναν ολιστικό τρόπο. Ομως, τα νέα βιβλία που γράφτηκαν σύμφωνα με αυτά τα προγράμματα δεν κατάφεραν να υπερβούν τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των επιστημονικών κλάδων. Το περιεχόμενό τους παραμένει ασφυκτικά "ακαδημαϊκό". Από την άλλη, στο χώρο της εκπαίδευσης οι θιασώτες της διεπιστημονικής και πολυεπιστημονικής προσέγγισης, κατά την εφαρμογή της στην παιδαγωγική, φρενάρονται από τις θεσμικές δεσμεύσεις των εκπαιδευτικών συστημάτων, αλλά και από τη μη ορθή προετοιμασία της καινοφανούς προσέγγισής τους. Μόνο μέσα από μια ριζικά νέα οργάνωση των προγραμμάτων, από την πολύμορφη διεπιστημονική κατάρτιση και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και από τη δυνατότητα άμεσης, προσωπικής εμπλοκής τους, μπορεί να αλλάξει η εκπαιδευτική σχολική πραγματικότητα».

Τα τελευταία χρόνια έχετε συμμετάσχει και συνεργαστεί ενεργά στο «PISA», ένα πρωτοποριακό πρόγραμμα αξιολόγησης των μαθητών που υλοποιεί ο διεθνής οργανισμός ΟΟΣΑ, και στο οποίο φέτος συμμετείχαν 68 χώρες από όλον τον κόσμο. Θα θέλατε να μας εξηγήσετε ποια εναλλακτική διδακτική προσέγγιση προτείνει αυτό το πρόγραμμα και πώς θα μπορούσαμε να το εκμεταλλευτούμε στη χώρα μας;

«Εχω εμπλακεί σε διάφορες φάσεις του προγράμματος PISA του διεθνούς Οργανισμού για Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ). Πρόκειται για μια διεθνή συγκριτική εκπαιδευτική έρευνα, ένα πολύτιμο εργαλείο αξιολόγησης της ικανότητας των μαθητών -ηλικίας 15 ετών- στο να εφαρμόζουν τις γνώσεις και δεξιότητες που έχουν αποκτήσει στο σχολείο για την επίλυση προβλημάτων της καθημερινής τους ζωής. Ουσιαστικά, είναι μια αξιολόγηση των εκπαιδευτικών συστημάτων ως προς τον τρόπο που προετοιμάζουν τον αυριανό πολίτη για τον ρόλο του στην κοινωνία.

Το κίνητρο για την υλοποίησή του ήταν η διαπίστωση ότι η ευημερία των χωρών βασίζεται κυρίως πάνω στην εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού.

Αποφασιστικό κριτήριο του όλου προγράμματος είναι ο γλωσσικός, μαθηματικός και επιστημονικός αλφαβητισμός, ενώ, μέσα στο ίδιο θεωρητικό πλαίσιο, συνδυάζει τις "επιστημονικές δεξιότητες" των μαθητών, τα "ενδιαφέροντα" και τη "στάση" τους απέναντι στην επιστήμη. Το εκάστοτε πλαίσιο διαμορφώνεται από επιστημονική επιτροπή, της οποίας τα μέλη προέρχονται από τις χώρες που συμμετέχουν στον ΟΟΣΑ, ενώ τα αποτελέσματα δημοσιοποιούνται από τον ΟΟΣΑ.

Οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στο συγκεκριμένο τεστ είναι μάλλον χαμηλές. Σε όλες τις χώρες έχουν γίνει διάφορες μελέτες για την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων που προέκυψαν από το PISA και έχει ανοίξει ένας γονιμότατος διάλογος για τη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής τους. Στην Ελλάδα, αυτό το έργο ανάλυσης είναι σχετικά περιορισμένο, παρά το γεγονός ότι το PISA θα μπορούσε να μας προσφέρει μια πλούσια βάση δεδομένων. Ας ελπίσουμε ότι η πολιτεία θα φροντίσει να το αξιοποιήσει εγκαίρως».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Επιστήμη & Τεχνολογία
Με λέξεις-κλειδιά
Εκπαίδευση
Άλλα θέματα στην κατηγορία Επιστήμη & Τεχνολογία της έντυπης έκδοσης
Αγχολυτικές συνταγές
Βοήθεια! Ερχονται οι εξετάσεις
Αστροφυσική
Αστρονομικές χρονομηχανές για απίστευτα κοσμολογικά ταξίδια
Παιδεία
Η ανάγκη επαναξιολόγησης των εκπαιδευτικών μας κριτηρίων
Τεχνητή νοημοσύνη
Τώρα οι υπολογιστές θα μας νικούν και στα κουίζ;