Έντυπη Έκδοση

Ενα βλέμμα, έργο τέχνης

Pierre Assouline

Το πορτρέτο

μτφρ.: Μαρία Γαβαλά

εκδόσεις Πόλις, σ. 322, 17 ευρώ

«Ενα πορτρέτο ανήκει σ' αυτόν που το κοιτάζει. Είναι παραδομένο στη βούληση αυτού που το κοιτάζει». Ωστόσο, η βαρόνη Μπέτυ ντε Ρότσιλντ από το ύψος της τελευταίας επίγειας κατοικίας της, φιλοτεχνημένης από τον Ενγκρ το 1858, 28 χρόνια πριν από τον θάνατό της, δεν αμφιβάλλει καθόλου πως η δική της ματιά κατισχύει εκείνης των παρατηρητών της. Στην περίπτωσή της κάθε βλέμμα είναι εξ ορισμού κατώτερο απ' ό,τι αυτό αντικρίζει. Αλλωστε, ακόμα και αν από τη χρυσή εποχή της δυναστείας των Ρότσιλντ δεν έχουν μείνει παρά μερικά «ωραία απομεινάρια», διαπιστευτήρια του θρύλου και εύσημα των επιγόνων, η βαρόνη, απολαμβάνοντας την αθανασία ενός εξαίρετου καλλιτεχνήματος, μπορεί να διαιωνίζει την ύπαρξή της, ως άφθαρτο σύμβολο. Σύμβολο ενός κόσμου ανέκκλητα χαμένου πια, όπου άλλοτε η αυθάδης εκλέπτυνση της αριστοκρατίας αργούσε ακόμη να «εισέλθει στην εποχή της ματαιοδοξίας». Ο Πιερ Ασουλίν, γνώριμος ήδη από το «Ξενοδοχείο Lutetia» (Πόλις, 2007), δίνει τον λόγο όχι στη Μπέτυ ντε Ρότσιλντ, αλλά στο πορτρέτο της, το οποίο, καίτοι εξίσου πνευματώδες, είναι, σε αντίθεση με εκείνη, απαλλαγμένο από τη θνητότητα, είναι συνεπώς σε θέση να κατοπτεύει ένα εξαιρετικά αναπεπταμένο χρονικό πεδίο. Ενα πορτρέτο που δεν το βλέπουμε, αλλά το ακούμε. Δεν το βλέπουμε, αλλά μας βλέπει. Στο ανά χείρας μυθιστόρημα, όπως και στο προηγούμενο, ο Ασουλίν επιστρατεύει τις δύο μείζονες ιδιότητές του, του βιογράφου και του συγγραφέα, συναιρώντας αριστοτεχνικά τη φιλοπονία και μεθοδικότητα του πρώτου με το αφηγηματικό χάρισμα του δεύτερου. Μέσα από τις εκμυστηρεύσεις του διάσημου πορτρέτου ανασυσταίνει με απαράμιλλη λεπτολογία τον παρισινό 19ο αιώνα, περιδιαβαίνοντας με άνεση σε μέγαρα, πύργους και μουσεία, τόποι όπου ανασαίνει ακόμα μια «λεπτή υποψία του Μεγάλου Αιώνα», ψηλαφώντας, με ακράδαντη πίστη στην αλήθεια της λογοτεχνίας, τον σφυγμό της βαρόνης πάνω στον καμβά. Μολονότι δικαίως εντυπωσιάζει η οργάνωση του ογκωδέστατου, όπως μπορεί να εικάσει κανείς από την έκταση της βιβλιογραφίας, ιστοριογραφικού υλικού από το οποίο οικοδομήθηκε ο μυθοπλαστικός σκελετός, εκείνο που αναντίλεκτα σφραγίζει το βιβλίο είναι η απερίγραπτη ομορφιά της γραφής. Η γραφή του Ασουλίν οφείλει πολλά στην υπαινικτικότητα, που της επιτρέπει να μετεωρίζεται μεταξύ μιας δηλητηριώδους ειρωνείας και μιας σαγηνευτικής αβρότητας. Ο πίνακας του Ενγκρ με τη φωνή του Ασουλίν συνιστά ένα απολύτως ξεχωριστό έργο τέχνης.

Προσφυγής η ανάθεση της αφήγησης στο πορτρέτο, στο μέτρο που αποδεσμεύει την εκλεκτή του ένοικο από τους κανόνες ευπρέπειας της τάξης της, ανυπόστατης πια ούτως ή άλλως. Από το άλλο μέρος, ο συγγραφέας παραχωρώντας το πρώτο πρόσωπο στη βαρόνη ξεφορτώνεται το χρέος της αντικειμενικότητας και μαζί την πληκτικότητα του πολιτικώς ορθού. Η αφηγήτριά του είναι ελεύθερη να περιφρονεί κάποιες φορές, με περίσσεια χάρης ασφαλώς, την ευγένεια της αυτοσυγκράτησης και να αποτολμά κρίσεις αιφνιδιαστικά προκλητικές. Προκλήσεις που έρχονται να υπογραμμίσουν την αταλάντευτη πεποίθησή της στη σπουδαιότητα της οικογένειάς της, σπουδαιότητα πιστοποιημένη από δύο αιώνες υπεροχής. Η καινούρια της υπόσταση μοιάζει να της ξαναδίνει το προνόμιο της υπεροψίας, να της επιτρέπει να γίνει ξανά κοινωνός αυτής της ιδιαιτερότητας, που τόσο θαύμαζε στους αληθινούς ευγενείς, να βρίσκονται «υπεράνω του κόσμου, και του δικού τους και των άλλων», «να είναι τελείως απαλλαγμένοι από τον σνομπισμό». Γνωρίζοντας καλά την τέχνη του να στέκεται ευθυτενής στο σημείο της χρυσής τομής, ισορροπεί ανάμεσα στην ελίτ του χρήματος και εκείνη του πνεύματος, άλλοτε διατεινόμενη με άνεση πως ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην Ιστορία της Γαλλίας υπήρξε για εκείνη το άνοιγμα του καταστήματος «Bon Marchi» και άλλοτε εντοπίζοντας την επιτυχία των Ρότσιλντ στην άγνοια, ώς έναν βαθμό, του ακριβούς μεγέθους της ιστορικής τους αποστολής, προβαίνοντας στον αποστομωτικό παραλληλισμό: «Εάν οι άνθρωποι της προϊστορικής εποχής γνώριζαν πως είναι προϊστορικοί, θα βυθίζονταν σε βαθιά μελαγχολία».

Η μελαγχολία της νοσταλγίας για όσα χάθηκαν υπερακοντίζεται από την ανέλπιστη νίκη επί των βιολογικών της ορίων· η κατοχύρωση της αιωνιότητας με τη στέγαση της ψυχής της σε ένα αριστούργημα της ζωγραφικής, σαφώς ανώτερο από μια πεταλούδα που φτεροκοπά στο επέκεινα, αρκεί για να την παρηγορήσει για την απώλεια των ημερών της δόξας και του καλού γούστου. Οι διαδοχικές αναρτήσεις της στα μέγαρα των πρωτότοκων γιων της οικογένειας την οδηγούν σε όλως ευχάριστες διαπιστώσεις. «Ιδωμένη από τον τοίχο μου, η ανθρώπινη κωμωδία είναι μια πρωτόγνωρη εμπειρία». Κωμωδία της οποίας τη συνέχεια αναλαμβάνουν οι απόγονοί της, επιβεβαιώνοντας με την κληρονομημένη «αλήθεια του αίματος», προς μέγιστη ικανοποίηση της βαρόνης, πως η γενεαλογία έχει γίνει επιτυχώς ισοδύναμη με «το πνεύμα της κάστας», πνεύμα εγχαραγμένο στο συλλογικό φαντασιακό. Μόνον η απόσυρσή της από τη ζωή θα μπορούσε να της προσφέρει τη συγκίνηση αυτής της μύχιας αυτοεπιβεβαίωσης. «Τίποτα δεν συγκρίνεται με το να αφήνεις τα εγκόσμια για να υπενθυμίζεις στους συγχρόνους σου πως κάποτε υπήρξες».

Το ζήτημα της καταγωγής και της επιτακτικής περιφρούρησής της απασχολεί πολύ την Μπέτυ ντε Ρότσιλντ. Χωρίς να ανησυχεί για τον ενδεχόμενο καταλογισμό αλαζονείας, αναλογίζεται επίμονα τη «γενετική μοίρα» του τραπεζικού τους οίκου, εδρασμένη, αφενός στην αυταπόδεικτη ισχύ του πλούτου και αφ' ετέρου, στη μακραίωνη μεταλαμπάδευση ενός απαράβατου κώδικα αξιών. Η ίδια θεωρεί καταλυτική τη συμβολή της στην «ηθική ευημερία» της δυναστείας, από τη στιγμή μάλιστα που, όπως επισημαίνει, ένα πρωτεύον σημείο σύγκλισης ανάμεσα στους ισραηλίτες και τους αριστοκράτες έγκειται στην αναπτυγμένη αντίληψη και των μεν και των δε περί καταγωγής, στην κοινή αγωνία τους για τη διαφύλαξη «μιας πατρογονικής κληρονομιάς που χάνεται στα βάθη των αιώνων». Εκείνη μετέχει και στις δύο κοινότητες, μπορεί συνεπώς να θεωρεί εαυτόν διπλά εκλεκτό. Αν ο Ασουλίν εστιάζει το ενδιαφέρον του στις εβραϊκές ρίζες των Ρότσιλντ, οπωσδήποτε δεν το κάνει με την πρόθεση να δοξολογήσει τον περιούσιο λαό του Θεού. Τον ενδιαφέρει κυρίως να υποδείξει τη στέρεη ένταξη των Ρότσιλντ στην υψηλή κοινωνία του Παρισιού, επικυρωμένη και από την κατάνευση της συνοικίας Σεν-Ζερμέν, ως απόρροια, εν μέρει, της διακριτικής τους επαγρύπνησης σχετικά με τον αντισημιτισμό. Οπως και αν έχει, όσο περισσότερο η βαρόνη υπεραμύνεται της εβραϊκής της καταγωγής τόσο πιο πολύ καυστική ακούγεται. Ιδιαίτερα τολμηρή η ειρωνεία στο κεφάλαιο που αναφέρεται στην αιχμαλωσία του πορτρέτου στον πύργο του Νόισβανσταϊν της Βαυαρίας, επί γερμανικής κατοχής. Η μεγάλη κυρία της ισραηλιτικής αριστοκρατίας που ενσωματώθηκε στον οίκο του Παρισιού, στον γαλλικό κλάδο της δυναστείας, αφήνοντας τον οίκο της Βιέννης, δεν παύει να νιώθει τη Γερμανία ως την πρώτη της πατρίδα. Το Γ' Ράιχ δεν αμαυρώνει ούτε στιγμή τον θαυμασμό της για τον γερμανικό πολιτισμό. Γεγονός που δεικνύει τη συγγένειά της με τον Εντουάρ Κιφέρ, τον αφηγητή του προηγούμενου μυθιστορήματος του Ασουλίν, του οποίου η αλσατική καταγωγή λειτουργούσε σαν ανάχωμα στο μίσος του για εκείνους που πέταξαν την πατρίδα του, τη «Lutetia».

Με το τέλος του πολέμου το πορτρέτο του Ενγκρ θα βρει προσωρινά στο μουσείο Ζε ντε Πομ τη δική του Λουτέσια. Μέχρι τότε θα αντιμάχεται την αμφιθυμία του απέναντι στους αξιωματικούς του Γ' Ράιχ που λεηλατούν τη συλλογή έργων τέχνης των Ρότσιλντ, συλλογιζόμενο με αδιανόητη μεγαθυμία: «Πρέπει να βρω τη δύναμη να μην τους αφήσω να με γοητεύσουν». Αν κάτι λυπεί βαθύτατα τη βαρόνη είναι να ακούει τη γερμανική γλώσσα, «τόσο όμορφη μέχρι το 1933», να στραγγαλίζεται στα στόματα των κατακτητών, με τις λέξεις να αποπνέουν «μυρωδιά από ψοφίμι». Μια κακοποίηση απέναντι στην οποία δεν έχει να αντιτάξει παρά τους στίχους του Χάινε. Από το άλλο μέρος, ο κυνισμός της, απόδειξη της τέλειας εγκόλπωσης των αριστοκρατικών τρόπων, την παροτρύνει να στοχαστεί, αν μη τι άλλο, με πρωτοτυπία την παράλογη εχθρότητα του Χίτλερ εναντίον των Εβραίων. «Αν οι Γερμανοί δεν ήταν τόσο τυφλωμένοι από τον αρχηγό τους, θα καταλάβαιναν πως δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από μας, διότι το να είσαι εκλεκτός είναι κι αυτό ένα βάρος».

Η βαρόνη αποδεικνύει την ιδιοτυπία της ως Εβραίας και μέσω της επιφυλακτικότητάς της για τη δημοκρατία και επαγωγικά την Επανάσταση που ισοπέδωσε έναν κόσμο όπου θα ήθελε όσο τίποτα να ανήκει. Απολαυστική η συναρμογή του σκεπτικισμού για τη δημοκρατία με την υποτιθέμενη ανωτερότητα του εβραϊκού λαού: «Η δημοκρατία είναι συνώνυμο της αναρχίας και του χάους, και ας μην τολμήσει κανείς να μου μιλήσει για τις συνθήκες διαβίωσης των Εβραίων στα γκέτο· η χειραφέτησή τους θα ήταν γεγονός μία των ημερών, έτσι κι αλλιώς». Βέβαια, προς υπεράσπισή της προσθέτει: «Δεν έφτανα μέχρι του σημείου να δίνω εντολή να κλείνουν τα παραθυρόφυλλα τη 14η Ιουλίου».

Θα ήταν δυνατόν να ειπωθεί πως η εξαίσια γραφή του Πιερ Ασουλίν, αμάλγαμα καλού γούστου, κομψότητας, εκλέπτυνσης και απαρέσκειας, αντανακλά τη μετουσίωση σε λέξεις του νόστου τής Μπέτυ ντε Ρότσιλντ για την καταποντισμένη Ατλαντίδα της αριστοκρατίας.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Γενετήσιες τελετουργίες
Το παρελθόν τελεί υπό έλεγχο
Διονύσιος Σολωμός ο Μωυσής της ελληνικής ποίησης
Τα λόγια «κόβουν», ενώ ο Καββαδίας χορεύει
Ανοικτοί λογαριασμοί
Μύηση στα μυστικά του σινεμά
Ο τρόπος να σκέφτεσαι
Ακροβατώντας στο σημείο μηδέν του Λόγου
Κρυστάλλινοι ήχοι
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Σύντομα θα είναι παρελθόν
Ακτιβιστής και μουσικός για 70 χρόνια
Αφιέρωμα στην Πηνελόπη Δέλτα
Πηνελόπη Σ. Δέλτα Η συγγραφική της παραγωγή
Η Δέλτα και τα αναγνωστικά του Δημοτικού σχολείου
Η Πηνελόπη Δέλτα με γαλλικό μάτι
Από τα εν οίκω στα εν δήμω
Κριτική βιβλίου
Γενετήσιες τελετουργίες
Ενα βλέμμα, έργο τέχνης
Το παρελθόν τελεί υπό έλεγχο
Διονύσιος Σολωμός ο Μωυσής της ελληνικής ποίησης
Τα λόγια «κόβουν», ενώ ο Καββαδίας χορεύει
Ανοικτοί λογαριασμοί
Μύηση στα μυστικά του σινεμά
Ο τρόπος να σκέφτεσαι
Ακροβατώντας στο σημείο μηδέν του Λόγου
Κρυστάλλινοι ήχοι
Παραμύθια
Παραμύθια με αστραφτερή γλώσσα και σπάνια ομορφιά
Προδημοσίευση
Παραδείσια γαλήνη
Άλλες ειδήσεις
«Το σπίτι της χαράς»