Έντυπη Έκδοση

HUGO VON HOFMANNSTAHL

Ακροβατώντας στο σημείο μηδέν του Λόγου

Hugo von Hofmannstahl

Η Επιστολή του Λόρδου Τσάντος

εισαγωγές: Claudio Magris-

Enrique Vila-Matas

μτφρ.-επιμ.: Εφη Γιαννοπούλου

εκδόσεις Αγρα, σ. 80, 10 ευρώ

Εστω κι αν ο συγγραφέας του, ο τόσο ευσυνείδητος Χόφμανσταλ, που εν ονόματι της δικαιοσύνης αναζητούσε «την τελειότητα στο όριο και στο περίγραμμα» (Claudio Magris), δεν διατυπώνει μέσα σ' αυτό καλλιτεχνικές αρχές, ούτε έχει την πρόθεση να ενοποιήσει τις πολυμορφίες ενός συγκεκριμένου ρεύματος της λογοτεχνίας, ο όρος «Μανιφέστο» συμπυκνώνει, θα 'λεγε κανείς, το πολυσήμαντο περιεχόμενο του μικρού αυτού βιβλίου, που γράφτηκε πριν από 107 χρόνια. Ενα μανιφέστο που όμως πιστοποιεί τη θρυψαλιασμένη υπόσταση των λέξεων και συνάμα αναγγέλλει τη σιωπή του συγγραφέα ή, καλύτερα, την τέχνη της σιωπής μπροστά στην άφατη άβυσσο της ζωής, την οποία ο νεαρός αφηγητής Τσάντος βιώνει με κατατρεγμό εξαιτίας της διάλυσης της ομιλίας που ο καλλιτεχνικός του πατέρας διαγιγνώσκει στο κατώφλι του 20ού αιώνα.

350 χρόνια μετά τον Καρτέσιο, περίπου 112 χρόνια μετά τη δεύτερη Κοπερνίκεια Επανάσταση (Καντ), 60 και πλέον χρόνια μετά τη σφοδρή «αντεπίθεση» του Ρομαντισμού, όπου υπερβαίνεται ο άτεγκτος δυϊσμός της καντιανής ηθικής και επιχειρείται εκ νέου να συμφιλιωθούν οι δύο διαφορετικές φυσικές ροπές που ενυπάρχουν στον άνθρωπο, οι αισθησιακές ροπές από τη μια και ο ηθικός προορισμός από την άλλη (ένα εγχείρημα που εν πολλοίς διαμόρφωσε το κίνημα αυτό ενθαρρύνοντάς το να προβάλλει τις ατομικές αξίες της ζωής και τον ρόλο της θρησκείας στην επίλυση των προβλημάτων του ανθρώπου), το βιβλίο αυτό έρχεται να καταδείξει το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η γλώσσα με και μέσα στην υπερδισχιλιετή προσπάθειά της να μετατρέπει τις εποπτείες, τα συναισθήματα και τις ορμές του ανθρώπου σε έννοιες. Ο Χόφμανσταλ, ως γνήσιος Ευρωπαίος της παράδοσης και ανήσυχος στοχαστής, με βλέμμα παγωμένο πάνω από το γλιστερό φιλιατρό του fin de siecle, τον καιρό της σύνθεσης της Επιστολής (1902) δείχνει να αφομοιώνει και συνάμα να ξεπερνά τα «ιστορικά ισχύοντα» δοκιμάζοντας να κάνει ένα βήμα παραπέρα: μέσω του αφηγητή του να προσαρμόσει το πνευματικό του ανάστημα στα νέα δεδομένα που επιβάλλουν τη σιγή του Λόγου και την παραίτηση του δημιουργού από τα πνευματικά πράγματα δίχως ίχνος μεταμέλειας ή μυστικοπάθειας.

Γεννημένος στη Βιέννη το 1874, ο Χόφμανσταλ ανέρχεται γρήγορα την κλίμακα των αυστριακών γραμμάτων. Στα 1892 γίνεται ευρύτερα γνωστός με τον Θάνατο του Τισιανού, ένα θεατρικό έργο, διαλογική ελεγεία έχει ονομαστεί, που αποδίδει το προσωπικό ύφος του δημιουργού της. Με δημοσιεύσεις σχεδόν κάθε χρόνο, μελετών και θεατρικών έργων κυρίως, γίνεται όλο και πιο γνωστός. Ενα παιδί-θαύμα. Η Επιστολή, αντίθετα στα όσα υπεραμύνεται, εγκαινιάζει την πιο παραγωγική φάση στη συγγραφική πορεία του Χόφμανσταλ. Στα γερμανικά τιτλοφορούμενη Ein Brief, γράφεται όταν ο συγγραφέας μας είναι 28 ετών, περίπου όσο και ο φανταστικός συντάκτης της, λόρδος Τσάντος (26 ετών). Απευθύνεται στον Φράνσις Μπέικον, στον οποίο ο νεαρός ανακοινώνει την απόφασή του να εγκαταλείψει το επάγγελμα του συγγραφέα, γιατί καμία λέξη δεν του φαίνεται ικανή για να εκφράσει την αντικειμενική πραγματικότητα. Φανταστικός χρόνος εκτέλεσης της είναι το 1603, όταν ο Σαίξπηρ εγκαταλείπει την ποίηση για να στραφεί στη δραματουργία, ένα γεγονός πολύ σημαντικό για την κατανόηση της αφήγησης του Τσάντος. Αυτή ακριβώς η αντίφαση μεταξύ των όσων αναγγέλλονται στην επιστολή και της κατοπινής δράσης του δημιουργού, που μέχρι τον θάνατό του, το 1929, υπηρέτησε με πληθωρική συνέπεια όλα τα είδη του λογοτεχνικού λόγου, απαιτεί την προσοχή μας, αφού συνιστά ενδεικτικό τεκμήριο της κρίσης του συγγραφέα, μιας κρίσης που όμως αποδείχτηκε αρκούντως χρηστική για το έργο του, και θα μπορούσε να την παρομοιάσει κανείς με την απρόβλεπτη και ξαφνική αναρρίπιση της φλόγας από τη νεκρή στάχτη. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, ή μάλλον από το τέλος.

Η δυναμική των έργων του Χόφμανσταλ στα χρόνια μετά την έκδοση της Επιστολής επισφραγίζεται από την προσπάθεια να απαλλάξει την τέχνη του από το βαρύ ένδυμα του Αισθητισμού, που χαρακτηριζόταν από έντονο συναισθηματικό αρχαϊσμό και εκλεπτυσμένο στόμφο. Ωστόσο, ως απόγονος των Ρομαντικών δημιουργών πρώτης γενιάς, του Γουόρντσγουορθ, του Κόλεριτζ, του Μπλέικ και ακόμη των Μπίργκερ, Σίλερ και Σλέγκελ, και ως θαυμαστής της ιερής τριάδας: Μπάιρον, Σέλεϊ και Κιτς, καθώς και του Βίκτορος Ουγκό, ο Χόφμανσταλ παραμένει πιστός στο βασικό πρόταγμα του κινήματος αυτού, τουτέστιν στον αισθητικό ανθρωπισμό και στην ηθική τελείωση του ανθρώπου μέσα στη μόρφωση (Bildung), που θα οδηγούσε στην κατάκτηση του ιδανικού της «ωραίας ψυχής», όπως τούτο συγκροτείται μέσα από την προσωπικότητα του Γκαίτε, στον οποίον η ηθική τάση και η αισθησιακή παρόρμηση είναι σύμφυτες και απολύτως εναρμονισμένες η μία με την άλλη, και μπορούμε πλέον να μιλούμε για μια ενότητα λόγου και φύσης, εντέλει για τον ενσαρκωθέντα φυσικό νόμο του λόγου.

Πράγματι, από το 1902 αρχίζει μια διαδικασία «εκκαθάρισης» του ύστερου Ρομαντισμού από όλα εκείνα τα στοιχεία που τον απωθούσαν: την υπεροψία που καλλιέργησε το πρότυπο της ηθικής μεγαλοφυΐας και την εξέλιξη αυτού του προτύπου σε μια αισθητική αριστοκρατία της μόρφωσης. Ετσι, το ακραία εκλεπτυσμένο ύφος των πρώιμων έργων μεταγράφεται, έστω και με κάποιες επιφυλάξεις, πάνω σε βάσεις που επιφύλαξε για αργότερα το ρεύμα του Εξπρεσιονισμού (βλ. Γκέοργκ Τρακλ), ενώ το αισθητικό πρόταγμά του προσαρμόζεται σε κοινωνικής φύσης ωφελιμιστικά αιτήματα, όπως είχε γίνει πρωτύτερα στους πρώτους Ρομαντικούς. Αυτό απαλλάσσει τους χαρακτήρες των δραμάτων του -τουλάχιστον- από τα γνωρίσματα που σμίλεψαν την ατομικότητα στα μετα-διαφωτιστικά χρόνια, τον μικροαστισμό και την απουσία πνευματικών οριζόντων. Τέλος, ο αναγεννησιακού τύπου ουτοπισμός του στέφεται από την κυριαρχία της θρησκευτικής πίστης, που αίφνης αναλαμβάνει να ενώσει τις χωριστές σφαίρες των αυτόνομων δράσεων του ανθρώπου.

Σημείο κομβικό για τούτη τη μεταστροφή είναι αναντίρρητα Η Επιστολή, το υπαρξιακό βάθος της οποίας είναι εμφανές, ένα βιβλίο που αναπνέει, θα 'λεγε κανείς, μέσα στη νοσταλγία του νοήματος του Ανοικτού και τόσο μακριά από τις μεγάλες σάλες ή αίθουσες αναμονής των Αισθητικών, όπου θαρρείς το ημίφως και η σκονισμένη ατμόσφαιρα από τα μεγαλοπρεπή έπιπλα, εντέλει αυτός ο ανυπόστατος μες στις βεβαιότητές του βίος έχει εκδιώξει την ανησυχία. Την αληθινή αγωνία που κανείς αισθάνεται στα μύχια της ψυχής του όταν έρχεται αντιμέτωπος με το ίδιο το φαινόμενο της ζωής, της παρουσίας εν τω γίγνεσθαι. Της φυσικής εμπειρίας, αλλά όχι μόνο, της σωματικότητας και των παθών της, της ύλης και της δράσης που γεννιέται και πεθαίνει. Ο δημιουργός εδώ ταυτίζεται με αυτή τη βαθύτατα ενδο-κοσμική συνθήκη: «...ένα πλάσμα ασήμαντο, ένα σκυλί, ένας αρουραίος, ένα σκαθάρι, μια μαραμένη μηλιά, ένας φιδογυριστός αμαξιτός δρόμος σ' έναν λόφο, μια πέτρα καλυμμένη με βρύα σημαίνουν για μένα περισσότερα απ' ό,τι η ωραιότερη και η πιο παραδομένη ερωμένη στην πιο ευτυχισμένη από τις νύχτες μου» (σ.39). Ή αλλού: «Κανένας από αυτούς που στέκονται στην πόρτα του σπιτιού τους, με την τραγιάσκα στο χέρι, όταν το σούρουπο περνώ με το άλογο από μπροστά τους, δεν διακρίνει πως το βλέμμα μου... γλιστράει με βουβή λαχτάρα πάνω στις σάπιες σανίδες κάτω από τις οποίες συνηθίζουν να αναζητούν σκουλήκια για ψάρεμα, εισχωρεί μέσα από τα στενά, με σιδερένιες γρίλιες, παράθυρα, ώς το ανήλιαγο δωμάτιο, στη γωνία του οποίου το χαμηλό ντιβάνι και τα χρωματιστά σεντόνια περιμένουν κάποιον που θέλει να πεθάνει ή κάποιον που θα γεννήσει...» (σ.41). Ο Λόρδος Τσάντος βρίσκεται, τρόπον τινά, στα ριζώματα των πάντων, εκεί όπου οι φυσικές, οι ηθικές και οι λογικές τάξεις του Κόσμου συνιστούν μεταγενέστερες καταγραφές και οι έννοιες του υποκειμένου-αντικειμένου έχουν προ πολλού χάσει το νόημά τους, γιατί όλα διαπραγματεύονται κάτω από το φως Ολον-Τίποτα. Ετσι, την ίδια στιγμή αυτό το «σύνολο» μοιάζει με κάτι τόσο μακρινό και αδιόρατο στα μάτια του νεαρού συγγραφέα που οποιαδήποτε απόπειρα αποκρυπτογράφησής του πέφτει στο κενό. Ολα μοιάζουν με όνειρο και τη μόνη βεβαιότητα κατέχει ο θάνατος: «Ωστόσο, όταν με εγκαταλείπει αυτή η παράξενη μαγεία», γράφει αναφερόμενος στη διαισθητική σχέση του είναι του με το όλον, «δεν μπορώ πια να πω τίποτα γι' αυτήν...» (σ. 40). Οι λέξεις χαίνουν. Η ποίηση, ως η πιο γνήσια έκφραση του πρωτεϊκού, της πρωταρχικής αίσθησης των πραγμάτων δηλαδή, στο σημείο τομής της υποκειμενικότητας και της αντικειμενικότητας, χάνει την αξία της. Ο Τσάντος ζει μέσα του την κατάρρευση του εγώ του και της τάξης, και έτσι στα μάτια του Χόφμανσταλ εκφράζει όχι μόνον ένα προαιώνιο ρήγμα στο ίδιο το Είναι, που η προσέγγισή του σηματοδοτεί παράπλευρα την απομάκρυνση του υποκειμένου απ' αυτό, αλλά επίσης μια παραδειγματική συνθήκη του 20ού αιώνα, τη συνθήκη με τον μεγάλο Καντ στον οποίον Η Επιστολή πισωπατά, αν κανείς θελήσει να τη διαβάσει προσεκτικά, λαμβάνοντας υπόψη πως ο καταγγελτικός τόνος της αφήγησης δεν θα ήταν δυνατός στην προ-καντιανή φάση της ιστορίας, με τη ρασιοναλιστική μεταφυσική να διαγράφεται ακόμη στον ορίζοντα της σκέψης ως δυνατότητα, και τα συστήματα της σκέψης να υπερισχύουν των μικρών και ευσύνοπτων αναλύσεων συγκεκριμένων παραστάσεων, που τώρα, στη χαραυγή του 20ού αιώνα, μένουν ανολοκλήρωτες.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως τα δύο πρόσωπα της Επιστολής, ο αφηγητής της και ο σιωπηλός, σχεδόν αθέατος παραλήπτης της, συγκροτούν δύο διαφορετικές πτυχές της ευρωπαϊκής εμπειρίας: από τη μια, ο νεαρός Τσάντος, τη δυσχέρεια της σκέψης να εκφράσει την πραγματικότητα, όπως επίσης και τον σκεπτικισμό της, και από την άλλη, ο Φράνσις Μπέικον, την αστείρευτη δίψα του δυτικού ανθρώπου για πραγματικότητα, όπως επίσης την πίστη στη γνώση, που είναι ανέκαθεν ο στυλοβάτης κάθε διανοητικής προσπάθειας. «...Είναι κάτι παραπάνω από ευγενικό», λέει ο Τσάντος στον Μπέικον, «που την ανησυχία σας για μένα... την εκφράζετε με ελαφρότητα και τρόπο παιγνιώδη...» (σ.25), προκαθορίζοντας έτσι, μέσω της δεύτερης ταύτισης του συγγραφέα μας με τον Φράνσις Μπέικον, την πληθωρική, αλλά τόσο διαφορετικής υφής επιστροφή του μετά το 1902, όπου πια με ώριμο βλέμμα προσπαθεί να σχηματοποιήσει το αίνιγμα της ύπαρξής και της ιστορίας. Ωστόσο στη χρονική φάση της συγγραφής της Επιστολής, το alter ego του Τσάντος είναι ο «φωτισμένος» Μπέικον, ενώ εκείνο του Μπέικον ο «σκεπτικιστής» Τσάντος, αφού η βασική προκείμενη όλου του βιβλίου συνίσταται στη θέση πως όσο πιο κοντά βρίσκεται κανείς στην αντικειμενική πραγματικότητα τόσο πιο δύσκολο είναι το έργο της γλωσσικής αποκατάστασής της. Η ειδοποιός διαφορά είναι πως ο Τσάντος γνωρίζει όσα ο Μπέικον ακόμη αγνοεί.

Γραμμένη 15 χρόνια πριν τα Μαθήματα του Σωσύρ, 20 πριν εκδοθεί το Tractatus του Βίτγκενσταϊν, την ίδια εποχή που ο Φρόιντ σχηματοποιεί την ψυχανάλυσή του, η Επιστολή με το έντονα στιβαρό μπαρόκ ύφος της γίνεται ο αγωγός μιας αποκάλυψης για τους δημιουργούς στον 20ό αιώνα που προσπάθησαν να εκφράσουν το αίσθημα της εδαφικότητας και συνάμα αυτό της αποξένωσης.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Γενετήσιες τελετουργίες
Ενα βλέμμα, έργο τέχνης
Το παρελθόν τελεί υπό έλεγχο
Διονύσιος Σολωμός ο Μωυσής της ελληνικής ποίησης
Τα λόγια «κόβουν», ενώ ο Καββαδίας χορεύει
Ανοικτοί λογαριασμοί
Μύηση στα μυστικά του σινεμά
Ο τρόπος να σκέφτεσαι
Κρυστάλλινοι ήχοι
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Σύντομα θα είναι παρελθόν
Ακτιβιστής και μουσικός για 70 χρόνια
Αφιέρωμα στην Πηνελόπη Δέλτα
Πηνελόπη Σ. Δέλτα Η συγγραφική της παραγωγή
Η Δέλτα και τα αναγνωστικά του Δημοτικού σχολείου
Η Πηνελόπη Δέλτα με γαλλικό μάτι
Από τα εν οίκω στα εν δήμω
Κριτική βιβλίου
Γενετήσιες τελετουργίες
Ενα βλέμμα, έργο τέχνης
Το παρελθόν τελεί υπό έλεγχο
Διονύσιος Σολωμός ο Μωυσής της ελληνικής ποίησης
Τα λόγια «κόβουν», ενώ ο Καββαδίας χορεύει
Ανοικτοί λογαριασμοί
Μύηση στα μυστικά του σινεμά
Ο τρόπος να σκέφτεσαι
Ακροβατώντας στο σημείο μηδέν του Λόγου
Κρυστάλλινοι ήχοι
Παραμύθια
Παραμύθια με αστραφτερή γλώσσα και σπάνια ομορφιά
Προδημοσίευση
Παραδείσια γαλήνη
Άλλες ειδήσεις
«Το σπίτι της χαράς»