Έντυπη Έκδοση

Τυπωθήτω

  • Τυπωθήτω

    Τα βιβλία αυτοσυστήνονται; Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη; Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα πώς συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή;

    Η στήλη «Τυπωθήτω» προκαλεί και απαντά σε τέτοιας υφής ερωτήματα. Βιβλία όλου του φάσματος, πριν φτάσουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εξομολογούνται λεπτομέρειες της γραφής τους. Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, ανθολόγοι, σε πρώτο πρόσωπο, πριν παραδοθούν στον συστηματικό και στον απλό αναγνώστη - βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε.

    Το παιχνίδι τού κρύβω και κρύβομαι

    Λουίζα Σπηλιωτοπούλου

    Ασπρο σκοτάδι

    διηγήματα

    εκδόσεις Πατάκη

    Το να γράφει κάποιος μια ιστορία προϋποθέτει να τη φαντάζεται κιόλας. Σωστά; Αρα, κάθε φορά που ξεκινάς να γράφεις -εγώ ξεκίνησα αρκετές φορές, αλλά μέχρι στιγμής κατέληξα τις 17- προσπαθείς να πλάσεις μια ιστορία από την αρχή. Οπως όταν κλείνεις τα μάτια και ψάχνεις εικόνες. Ή ένα χρώμα. Μια λέξη. Ενα «αχ», κάτι. Κάτι για να αρχίσεις ή κάτι για να κολλήσεις δίπλα σε αυτό που ήδη υπάρχει. Ή εμφανίστηκε ξαφνικά. Για μένα γράφω ιδανικά σημαίνει δημιουργώ από το μηδέν. Δεν δανείζομαι από τον εαυτό μου, δεν τον αποκαλύπτω, δεν τον εκθέτω. Δεν μοιράζομαι μνήμες και πάθη. Φροντίζω με ευλάβεια να στρέψω το βλέμμα στον άλλο. Στον ξένο, στον δίπλα. Κι αν κάποια στιγμή γλιστρήσω μαλακά σε μια ανάγκη εξομολογητική, φροντίζω τουλάχιστον να το κρύψω καλά κάτω από στρώσεις με περίτεχνα ψέματα, ώστε να μην το πάρει χαμπάρι κανείς. Στα δυόμισι περίπου χρόνια που χρειάστηκα για να ολοκληρώσω 17 διηγήματα ή αλλιώς ένα βιβλίο, μία από τις συναρπαστικές αγωνίες μου ήταν το παιχνίδι του κρύβω και κρύβομαι. Στο πλαίσιο αυτού, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν συναντά κανείς ένα όνομα. Ανθρώπου ή τόπου. Και στις λίγες αυτές εξαιρέσεις που οι πρωταγωνιστές συστήνονται κάπως, πίσω από αυτή τους την πράξη υπάρχει έντονα η επιθυμία, μέσα ακριβώς από αυτό το σαν ψεύτικο όνομα, να διατηρηθεί στο ακέραιο το προνόμιο της ανωνυμίας, της μη ταυτότητας. Ακολουθώντας την ίδια λογική, στις ιστορίες δεν χωρούν χρονολογίες, μέρες και μήνες, επαγγέλματα, ιδιότητες, προβλήματα που κάποιος θα βρει το κουράγιο να ξεστομίσει στα μούτρα του πιθανού αναγνώστη. Αρκούν μόνο περιγραφές, αναφορές, υπονοούμενα. Απόπειρες συγκάλυψης και αποκάλυψης. Η αποκάλυψη, ένα επίσης ενδιαφέρον παιχνίδι. Χτίζεις, χτίζεις και ξάφνου με μία γρήγορη κίνηση όλα γκρεμίζονται. Δημιουργείς έναν κόσμο γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως κάποιες εκατοντάδες λέξεις πιο κάτω όλα αυτά θα αναποδογυριστούν κι αυτό θα το κάνεις εσύ και πιθανώς θα πονέσει, αλλά ταυτόχρονα θα λειτουργήσει σαν λύτρωση. Γοητευτική, αλλά δύστροπη διαδρομή που δεν ξέρεις πάντα πού οδηγεί κι αν θέλεις να πας. Τα πρόσωπα κατά προτίμηση με κάποιο «ελάττωμα». Εμμονές, ιδιοτροπίες, παράξενες ιδιότητες. Συχνά μία ανίατη ασθένεια. Περιθωριοποιημένοι τύποι ή και αβάσταχτα κανονικοί που αδυνατούν να εντοπίσουν τον εαυτό τους μέσα στο σύνολο. Αρχικά στριμωγμένοι σε σύντομες, ερμητικές προτάσεις, διακοπτόμενες ακανόνιστα από τελείες και κόμματα. Ασθματικές. Βιαστικές. Κι όταν σιγά σιγά το πληκτρολόγιο και το μυαλό ξεθαρρεύουν, μεταλλάσσονται σε ακατάσχετη, μπερδεμένη λογοδιάρροια με χαμένα υποκείμενα και αντικείμενα που απαιτούν από τον άλλο την αμέριστη προσοχή του. Πάνω-κάτω κάπως έτσι νομίζω σκέφτηκα, δούλεψα και ξαναδούλεψα, κουράστηκα, έγραψα, έσβησα, διόρθωσα, διάβασα, ξαναδιάβασα το πρώτο μου βιβλίο.

    Κάπως έτσι.

    Επιτάφιος εις εαυτόν

    Εζρα Πάουντ

    Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ

    εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια: Χάρης Βλαβιανός

    (δίγλωσση, αναθεωρημένη έκδοση. Περιλαμβάνει cd, στο οποίο ο Εζρα Πάουντ απαγγέλλει το ποίημα)

    εκδόσεις Πατάκη

    Το συνθετικό ποίημα Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ σημαδεύει μια στροφή στην ποιητική πορεία του Πάουντ. Ξεκινώντας με μια σειρά από μικρότερα, αλλά εξαιρετικής εμβέλειας και τεχνικής αρτιότητας, ποιήματα («Sestina: Altaforte», «Portrait d'Une Femme») και μεταφράσεις (Σονέτα και Μπαλάντες του Γκουίντο Καβαλκάντι, Cathay), φτάνοντας στο συνθετικό έργο Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ και καταλήγοντας στο επικών διαστάσεων εγχείρημα των Cantos, ο Πάουντ κατάφερε (όπως και ο Τζόυς με το Finnegans Wake) να αποξενώσει μεγάλο μέρος των αφοσιωμένων αναγνωστών του. Κανείς βέβαια δεν αμφισβήτησε ποτέ την ποιητική του ιδιοφυΐα (ούτε και οι ορκισμένοι εχθροί του, που βρήκαν στον απεχθή αντισημιτισμό του ένα καλό πρόσχημα ώστε να προσπαθήσουν να τον διαγράψουν διά παντός από τον ποιητικό χάρτη), αλλά είναι αλήθεια πως δεν ήταν λίγοι εκείνοι που θεώρησαν ότι αυτή σπαταλήθηκε σε λάθος ποιητικές και κοινωνικοπολιτικές επιλογές.

    Σύμφωνα με τον Γέητς, το Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ είναι ένα «αριστούργημα», ενώ τα λιγότερο συνεκτικά Cantos φανερώνουν έναν νου σε σύγχυση, που δεν ήταν σε θέση να τιθασεύσει το υλικό του και να του δώσει μια ολοκληρωμένη μορφή. Κατ' άλλους, όπως ο Ελιοτ, η ποίηση του Πάουντ είναι μια πορεία αδιάσπαστης ανέλιξης, που ξεκινά από τα μικρότερα ποιήματα των πρώτων χρόνων, περνά στο μεταβατικό Mauberley, το «εκπληκτικό ποίημα», και κλείνει με το «δαντικών βλέψεων» έργο των Cantos. Το αν ο Πάουντ οφείλει την περίοπτη θέση που κατέχει στην ιστορία της αμερικανικής και της ευρωπαϊκής ποίησης αποκλειστικά ή, κυρίως, στο Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ, είναι ζήτημα υποκειμενικής θεώρησης. Είναι σαφές όμως πως το συγκεκριμένο ποίημα έχει εξυμνηθεί τόσο από τους θαυμαστές όσο και από τους επικριτές των Cantos και κατά γενική ομολογία αντιπροσωπεύει -μαζί με την Ερημη χώρα του Ελιοτ- το μανιφέστο του αγγλοσαξονικού μοντερνισμού, και κατ' επέκταση, λόγω της βαρύνουσας σημασίας που είχε στην εξέλιξη της παγκόσμιας ποίησης, του μοντερνισμού γενικότερα.

    Ο Πάουντ έχει συνθέσει αρκετούς επιτάφιους για τον εαυτό του, από τους οποίους ο Mauberley είναι ο πλέον άρτιος. Είναι ένας «αποχαιρετισμός στο Λονδίνο» και δημοσιεύτηκε το 1920, τον «δωδέκατο και τελευταίο χρόνο της πολιορκίας του ποιητή». Ανοίγοντας ως νεκρολογία του ποιητή για τον εαυτό του ή ως παρωδία του εαυτού του στο πρόσωπο του ηθογραφικού του ήρωα, εξελίσσεται σε σάτιρα για τον πόλεμο και τις μεταπολεμικές λογοτεχνικές αξίες του Λονδίνου. Το ποίημα αντανακλά την ασυμφωνία μεταξύ σύγχρονου κόσμου και καλλιτέχνη, την αμφίβολη θέση του δημιουργού στον κόσμο αυτό. Οπως έχει ισχυριστεί ο Εσπεϋ, με το Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ ο Πάουντ «δημιούργησε ένα ποίημα που πραγματεύεται τη θέση του ποιητή σε μια κοινωνία που παραβλέπει το ατομικό σθένος και πάθος, για χάρη της υποτιθέμενης κοινωνικής εντιμότητας και ηθικής». Κάποιοι επιμένουν να θεωρούν το ποίημα αυτοβιογραφικό, αφού ο Πάουντ μοιάζει, στο πρόσωπο της περσόνας που επινοεί, να ισχυρίζεται ότι η συνεχιζόμενη παραμονή του στο μεταπολεμικό Λονδίνο, με τις παρωχημένες και αντιδραστικές ιδέες του, θα οδηγούσε σε βέβαιη αποτυχία και ακύρωση των όποιων ποιητικών του φιλοδοξιών. Ωστόσο κανένα έργο, όσο προσωπικό κι αν είναι, και μάλιστα της εμβέλειας ενός Mauberley, δεν μπορεί να διαβαστεί ως καθαρή αυτοβιογραφία. Δεν θα αναγνωρίζαμε στο κάτοπτρό του, όπως πιστεύω ότι αναγνωρίζουμε, ένα μέρος του εαυτού μας (έστω και στρεβλωμένο, για να θυμηθούμε τον Ασμπερυ), αν δεν ενυπήρχαν σε αυτό στοιχεία που να το αποδεσμεύουν από συγκεκριμένες προσωπικές και ιστορικές αναφορές, και να του προσδίδουν μια διάσταση διαχρονική.

    Στο έργο του ABC of Reading ο Πάουντ έγραφε: «Η ανώτερη λογοτεχνία είναι απλώς γλώσσα φορτισμένη με νόημα στον υπέρτατο βαθμό». Πιστεύω ότι το Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ αποτελεί ένα από τα τελειότερα δείγματα αυτής της «ανώτερης λογοτεχνίας» που επιδίωξε να δημιουργήσει ο Πάουντ. Ωστόσο ο αναγνώστης είναι αυτός που καλείται να εκτιμήσει το έργο και τη μετάφραση που επιχείρησα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ενα συνταρακτικό βιβλίο του Ταγκόρ
Βύθισμα αυτογνωσίας
Υπέροχος θησαυρός δύναμης
Οι πληθωρικοί δαίμονες
Η σουρεαλιστική μπόμπα
Υπάρχει φιλόσοφος Αλαίν Μπαντιού;
Το Σύμπαν σε μινιατούρα
Ο Μίνως Βολανάκης των λόγων και των πράξεων
Εννέα μήνες από τη ζωή μιας γυναίκας
Στιγμές από την ιστορία της Αριστεράς
Τρεις όψεις του κωμικού
Ενα γλοιώδες ανθρωπάκι της «κοινής γνώμης»
Ο διπλός ψυχισμός της εφηβείας
Από τις 4:00 στις 6:00
Ο Ηλιος λάμπει και στη μουσική
Syd Barrett
Άλλες ειδήσεις
Κάθε τέλος είναι μια δικαιοσύνη
Τα σκηνικά παιχνίδια του Λόρκα
Ενα μικρό ελάττωμα
Από την ποίηση και την κατάσταση*