Έντυπη Έκδοση

Η άποψή μου

  • ΠΑΣΟΚ: Από τις ελπίδες του 2007 στο σήμερα

    Πριν από τρία χρόνια το ΠΑΣΟΚ έχασε πανηγυρικά τις εκλογές.

    Και αυτό παρά τα χάλια της τότε κυβέρνησης της Ν.Δ. Ο λόγος απλός: Είχε πάψει να λειτουργεί ως αποκούμπι των δυναμικών μεσαίων στρωμάτων και των μισθωτών ομάδων της κοινωνίας και όσων βρίσκονταν στο περιθώριο. Είχε αντικαταστήσει την πολιτική με την επικοινωνία και είχε προσχωρήσει στους σκλάβους των δημοσκοπήσεων. Επικοινωνία και δημοσκοπήσεις, όμως, χωρίς πολιτική ουσία, εξυπηρετούν αποκλειστικά ορισμένες προσωπικές στρατηγικές. Δεν παράγουν πραγματική πολιτική, ούτε δημιουργούν γεγονότα που προκαλούν δημοσκοπικές αλλαγές.

    Μέσα από τη μάχη για την προεδρία του ΠΑΣΟΚ, ο Γ. Παπανδρέου διατύπωσε το 2007 ένα πρόγραμμα υπέρ των δυναμικών και ταλαντούχων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας και των περιθωριοποιημένων. Μπόρεσε, έτσι, να διαμορφώσει ένα πλειοψηφικό ρεύμα ριζοσπαστικού δημοκρατισμού εντός του ΠΑΣΟΚ και μια προοδευτική συμμαχία στην κοινωνία προσελκύοντας ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών. Με αυτή την ταυτότητα έπεισε ο Γ. Παπανδρέου ότι είναι ένας σοβαρός πολιτικός με όραμα. Που θα μπορούσε να φέρει σημαντικές ανατροπές στη χώρα. Να επιβάλει τη διαφάνεια στην πολιτική και την ανεξαρτησία της τελευταίας από τα μεγάλα αντικοινωνικά συμφέροντα που προτάσσουν ακόμα και σήμερα τις δικές τους ανάγκες από εκείνες του έθνους και της κοινωνίας. Μίλησε καθαρά για το ποιους θεωρούσε στηρίγματά του. Μέσα από αυτές τις αλλαγές δημιούργησε ένα ρεύμα ελπίδας και νικηφόρας προοπτικής για τις επόμενες εκλογές.

    Οσο η Ν.Δ. δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στοιχειωδώς στα καθήκοντά της ως κυβέρνησης και όσο το ΠΑΣΟΚ δυνάμωνε, τόσο τα συμφέροντα αναζήτησαν στηρίγματα στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ προκειμένου να το αγκαλιάσουν και να το πνίξουν. Οι δυνάμεις στο ΠΑΣΟΚ που στήριξαν τον Παπανδρέου στη νέα του ταυτότητα βρέθηκαν σε πορεία αποδυνάμωσης και ήττας. Οι δυνάμεις που συνδυάζονταν με τη διαπλοκή έπνιξαν τον όποιο εσωτερικό ριζοσπαστισμό του.

    Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβερνητική εξουσία, η στροφή που είχε αρχίσει λίγο χρόνο νωρίτερα, ολοκληρώθηκε. Τα συνθήματα για αυτονομία της πολιτικής, για τη συμμαχία των κοινωνικών δυνάμεων και τη μάχη ενάντια στη διαπλοκή εγκαταλείφθηκαν με ρυθμό λαγού που πηδά το βράδυ με την ελπίδα ότι δεν θα τον δει κανείς. Η κοινωνική πολιτική εξαφανίστηκε και οι μαθητευομένοι μάγοι του νεοφιλελευθερισμού ξεπέρασαν τους νεοδημοκράτες δασκάλους τους. Στο όνομα της κρίσης στήθηκε μια τεράστια μηχανή ανακατανομής εισοδήματος σε βάρος των μισθωτών και της μικρομεσαίας ιδιοκτησίας. Κάθε μέτρο υπέρ των εχόντων και κατεχόντων θεωρήθηκε αναγκαίο για να βγει η χώρα από την κρίση. Ο εχθρός δεν είναι πια η λαμογιά και η διαπλοκή, αλλά ο εργαζόμενος. Αρχικά έγινε ένα μπαράζ επιθέσεων στους δημόσιους υπάλληλους και μετά γενικεύτηκε ως επίθεση ενάντια στη μισθωτή εργασία. Η επίθεση στα δημοκρατικά δικαιώματα εμφανίστηκε ως επιτακτική ανάγκη για τη σωτηρία της χώρας.

    Η βίαιη ανακατανομή στα εισοδήματα ως οικονομική επιταγή. Η υποχώρηση της διεθνούς θέσης της χώρας ως αποτέλεσμα τρίτων και όχι κυβερνητικών επιλογών. Μαζί με όλα αυτά υιοθετήθηκε και η αντίληψη ότι η χώρα δεν δικαιούται και δεν μπορεί να διαπραγματεύεται και ότι αντίστοιχα οι εργαζόμενοι δεν δικαιούνται να διεκδικούν. Το ΠΑΣΟΚ του 2010 δεν είναι πια εκείνο του 2007. Αλλαξαν οι κοινωνικές αναφορές και τα στηρίγματά του.

  • Οικονομικά αιτήματα και πάλη αξιών

    Η πολύμορφη, γενικευμένη επίθεση ενάντια στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες και η συνεπαγόμενη ενδυνάμωση του αυταρχισμού και της καταστολής έτσι ώστε να καμφθούν οι όποιες αντιδράσεις, έχει σαν συνέπεια το ίδιο το κίνημα αντίστασης να ρίχνει το βάρος του σε διεκδικήσεις οικονομικού χαρακτήρα και δευτερευόντως σε διεκδικήσεις που έχουν να κάνουν με την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.

    Ετσι όμως από τη μια υποβαθμίζεται μια σημαντική πτυχή της επίθεσης του κεφαλαίου, που έχει να κάνει με την παραμόρφωση των ανθρώπων η οποία συντελείται μέσω των αξιών που προωθεί το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα και από την άλλη περιορίζεται η προοπτική διεξόδου σε μια βελτίωση των υλικών όρων ζωής, αν όχι μόνο των αμοιβών, και δεν προβάλλεται ο πυρήνας της απελευθερωτικής προοπτικής, που δεν είναι άλλος από την αναγωγή σε κυρίαρχο του ελεύθερου δημιουργικού χρόνου και την ανάδειξη σε κυρίαρχη αξία της ανεμπόδιστης ανάπτυξης του ανθρώπου.

    Πιο ειδικά, όσον αφορά τις αντιδράσεις ενάντια στη συρρίκνωση των απολαβών των εργαζομένων, αντιδράσεις οι οποίες είναι όχι μόνο καθ' όλα θεμιτές αλλά και εκείνες που ως οι πλέον απτές ενοχλούν πιο άμεσα το κεφάλαιο, καλό είναι να θυμίσουμε τόσο το χαρακτήρα τους όσο και τα όριά τους.

    Ετσι λοιπόν δεν πρέπει να ξεχνάμε:

    1. Οτι μια αύξηση των απολαβών των εργαζομένων σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει και περιορισμό της εκμετάλλευσής τους. Το αντίθετο μάλιστα, μπορεί να έχουμε αύξηση μισθού και ταυτόχρονα αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης στο βαθμό που το ποσοστό της υπεραξίας αυξάνεται.

    2. Οπως γράφει ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο», μια αύξηση στους μισθούς «σημαίνει μόνο ότι το μήκος και το βάρος της χρυσής αλυσίδας, που έχει ήδη σφυρηλατήσει για λογαριασμό του ο μισθωτός εργάτης, επιτρέπεται να χαλαρώσει λιγάκι»(1).

    3. Οπως πολύ γλαφυρά γράφει ο Καστοριάδης, μια αύξηση του μισθού κατά 10% κάθε άλλο παρά σημαίνει μια ανάλογη μείωση της αποξένωσης του εργαζόμενου, η οποία και μπορεί να αυξηθεί παράλληλα με την αύξηση του μισθού.

    Πέρα, λοιπόν, από τις οικονομικές διεκδικήσεις πέρα από τις διεκδικήσεις που σχετίζονται με ζητήματα δημοκρατίας, πέρα από την υπεράσπιση των κεκτημένων, πέρα ακόμη από την προβολή της αναγκαιότητας μιας ριζοσπαστικής πολιτικής αλλαγής, η οποία πολύ συχνά εντάσσεται στο συνδυασμό ενός λεκτικού ριζοσπαστισμού με τον πραγματικό οπορτουνισμό, πρέπει να ανοίξει ένα νέο μέτωπο πάλης ενάντια στις κυρίαρχες αξίες και τον τρόπο ζωής του καπιταλισμού. Ενα μέτωπο πάλης το οποίο ενάντια στο μονοθεϊσμό του χρήματος, τον αδηφάγο ανταγωνισμό, θα προβάλει, όπως μας προτρέπει ο Μαρκούζε, την άρνηση της ανάγκης του κέρδους, την άρνηση του ανταγωνισμού, την άρνηση της συμμόρφωσης, την άρνηση της ανάγκης της μη παραφωνίας, της μη ελευθεριότητας, την άρνηση της ανάγκης για μια σπάταλη παραγωγικότητα, την άρνηση της ζωτικής ανάγκης της απατηλής απώθησης των ενστίκτων, την ανάγκη ηρεμίας, ομορφιάς, τη χαρά της δωρεάν ευτυχίας...(2)

    Απέναντι στην κυριαρχία του φαίνεσθαι, και του έχειν, του ατομισμού και του λαβείν, θα πρέπει να αντιτάξουμε μια κοινωνία του είναι, της αλληλεγγύης και του δούναι, όπως γράφει και ο φίλος Σκαμνάκης(3). Απέναντι σε μια ζωή που χάνεται κερδίζοντάς την, να αντιτάξουμε μια ζωή με κυρίαρχη την ελεύθερη δραστηριότητα πέρα από τον οικονομικό καταναγκασμό.

    Ιδεαλιστικά, διανοουμενίστικα σκιρτήματα, θα σπεύσουν να αναφωνήσουν ορισμένοι. Κατεξοχήν υλιστικά αιτήματα θα σπεύσω να αντιτάξω. Διότι όσο κυριαρχούν οι αξίες και η ιδεολογία της αστικής τάξης στις λαϊκές μάζες, αυτές οι αξίες μετατρέπονται σε υλική δύναμη ενσωμάτωσής τους, κατ' αναλογία της επαναστατικής θεωρίας, η οποία, όπως επισήμαινε ο Μαρξ, μετατρέπεται σε υλική δύναμη στο βαθμό που γίνεται κτήμα των μαζών.

    (1) Marx, «Capital», σελ. 769.

    (2) Χέρμπερτ Μαρκούζε, «Το τέλος της ουτοπίας», σελ. 17.

    (3) Θανάσης Σκαμνάκης, «Τα οχυρά μας», «Πριν» Σαββάτο 14 Αυγούστου 2010, σελ. 9.

  • Η εκρηκτική διάσταση της ανεργίας

    Είναι γνωστό ότι το πρόβλημα της ανεργίας είναι σύμφυτο με τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς, ή, αλλιώς, του καπιταλιστικού συστήματος, που σήμερα κυριαρχεί παγκοσμίως.

    Μπορεί, όμως, να περιοριστεί με δημόσια παρέμβαση, η οποία σε περιόδους οικονομικής άνθισης είναι εφικτή, γιατί η ανεργία είναι μειωμένη και δεν συνεπάγεται μεγάλο φορολογικό βάρος, ούτε ενοχλητικούς περιορισμούς στην ελευθερία των επιχειρήσεων. Αυτό συνέβη μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι την κρίση της δεκαετίας του '70, με το κεϊνσιανό κράτος πρόνοιας.

    Στην περίοδο από τις αρχές της δεκαετίας του '80 μέχρι τη σημερινή παγκόσμια κρίση, όπου η ανεργία αυξήθηκε σημαντικά, το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με πολύ μεγάλη δυσκολία. Η νεοφιλελεύθερη πολιτική που ακολουθήθηκε σχεδόν σ' όλες τις χώρες, προκειμένου να μειώσει το αυξανόμενο φορολογικό βάρος και να απελευθερώσει τις επιχειρήσεις από τους περιορισμούς για να επιταχυνθεί η ανάπτυξη, θεωρούσε ότι η ανεργία οφείλεται στους υψηλούς μισθούς και την προστατευτική εργατική νομοθεσία. Βέβαια, όλες οι προσπάθειες που έγιναν για να αντιμετωπισθούν τα υποτιθέμενα αίτια της ανεργίας δεν απέδωσαν, είτε επειδή οι αιτίες της ανεργίας δεν είναι αυτές που πιστεύουν οι νεοφιλελεύθεροι των διαφόρων αποχρώσεων είτε επειδή τα εργατικά συνδικάτα περιόρισαν σε μεγάλο βαθμό και τη μείωση των πραγματικών μισθών και την ελαστικοποίηση της εργατικής νομοθεσίας.

    Η σημερινή κρίση ανέβασε ακόμη περισσότερο τα ποσοστά ανεργίας. Σε ορισμένες χώρες, ιδίως του ευρωπαϊκού Νότου (Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα), τα ποσοστά σχεδόν διπλασιάσθηκαν. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης, όπου άρχισε το 2010 μια εύθραυστη ανάκαμψη, η ανεργία όχι μόνο δεν μειώνεται αλλά αυξάνεται. Υπάρχουν απόψεις που αποδίδουν το γεγονός αυτό στην όλο και μεγαλύτερη χρήση από τις επιχειρήσεις νέων τεχνολογικών μεθόδων και αυτοματισμών. Οι μέθοδοι αυτές εξοικονομούν εργασία προκειμένου να μειωθεί το κόστος, να αυξηθεί η παραγωγικότητα και η διεθνής ανταγωνιστικότητα των οικονομιών των χωρών αυτών, έναντι των αναδυόμενων οικονομιών, που διαθέτουν χαμηλό κόστος εργασίας.

    Οι προβλέψεις είναι εφιαλτικές για όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, καθώς η ανεργία φαίνεται να παίρνει εκρηκτικές διαστάσεις. Ιδιαίτερα στη χώρα μας, όπου η περιοριστική πολιτική και η διαρθρωτική προσαρμογή έχουν πάρει κατεπείγοντα χαρακτήρα, λόγω των όρων του μνημονίου, η ανεργία αναμένεται να φθάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Η ανεργία αυξάνεται όχι μόνο λόγω της μείωσης της οικονομικής δραστηριότητας και της απαγόρευσης προσλήψεων στο Δημόσιο αλλά και λόγω της ανάγκης αναδιάρθρωσης των επιχειρήσεων με στόχο να επιτευχθεί και στη χώρα μας βελτίωση της παραγωγικότητας και αύξηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, καθώς τα κρίσιμα αυτά μεγέθη βρίσκονται σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με τις βόρειες χώρες της Ε.Ε.

    Ομως, οι άνεργοι νέοι, όπως και οι απολυόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται πλέον με τη γνωστή ελληνική οικογενειακή αλληλεγγύη. Οι ατομικές λύσεις, που συχνά φθάνουν στην κατάθλιψη, μπορεί να οδηγήσουν σε ανεξέλεγκτες κοινωνικές εκρήξεις, καθώς δεν υπάρχουν συνδικάτα ανέργων. Οι τυφλές εκρήξεις μπορεί να δυναμιτίσουν τη συνοχή της κοινωνίας και την ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Σε μια τέτοια προοπτική, ποιο νόημα έχει η πιστή τήρηση των όρων του μνημονίου; Η επίσπευση της δημιουργίας προϋποθέσεων για την αύξηση των δημόσιων και των ιδιωτικών επενδύσεων, με στόχο την απορρόφηση των ανέργων, μπορεί να είναι η μοναδική απάντηση.

  • Η Γερμανία και ο εαυτός της

    Η κυρίαρχη ιδεολογία στη μεταπολεμική Γερμανία προωθούσε ανέκαθεν την επενέργεια άλλοθι-κλισέ, προκειμένου το σύστημα να υπερβαίνει τα δύσκολα.

    Γενικό σύνθημα όλων δε τούτων υπήρξε ο «δαμασμός του παρελθόντος» (Vergangenheitsbewaltigung). Σε μια χώρα των ανοιχτών συζητήσεων και του ελεύθερου προβληματισμού, δύο θέματα είχαν τεθεί έτσι στο απυρόβλητο, για τα οποία επιφυλάσσονταν αυστηρές συνέπειες σε περίπτωση ανακίνησής τους: ο αντισημιτισμός και ο φιλοκομμουνισμός. Το πρώτο σήμαινε πολιτικό αποκλεισμό σε όλα τα επίπεδα ακόμη και για εκείνους που ενδεχομένως συζητούσαν ως προς τα αίτια του πολέμου, χωρίς να αρνούνται βεβαίως το ολοκαύτωμα. Το δεύτερο όμως επέσυρε αμεσότερες συνέπειες, αρχής γενομένης από το «μπερούφσφερμπότ», την απώλεια θέσης εργασίας, ήτοι απόλυση από το Δημόσιο.

    Η κατάσταση αυτή δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά ούτε με την κατάρρευση του Τείχους, παρόλο ότι στο ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο υπάρχει σήμερα και σημαντική αριστερή παρουσία. Εκείνο όμως που μετέβαλε αισθητά τη σύνθεση της πολιτικής εκπροσώπησης αλλά και την εικόνα του πολιτικού σκηνικού της Γερμανίας είναι το μεταναστευτικό φαινόμενο. Ενα ζήτημα για το οποίο ισχύει επίσης ό,τι και για τον αντισημιτισμό, καθώς το κυρίαρχο σύστημα επέβαλε κι εδώ τον εκτοπισμό του από τις πολιτικές συζητήσεις. Μολονότι δε το ζήτημα «των ξένων» (Auslanderfrage), όπως είχε καθιερωθεί παλιότερα, έχει διχάσει τη γερμανική κοινωνία, ιδίως με την ανέγερση τζαμιών σε κεντρικά σημεία των πόλεων, τα πολιτικά κόμματα στο σύνολό τους αρνούνται κάθε είδους άμεσες αναμείξεις. Ανάμεσα στους λόγους που το επιβάλλουν και ψηφοθηρικοί, καθώς η κατευθυνόμενη ψήφος των μεταναστών (ιδίως Τούρκων) καθορίζει συχνά τα γερμανικά εκλογικά αποτελέσματα.

    Στο τέλμα της απαγορευτικής αυτής ακινησίας έπεσε με πάταγο πριν από τρεις εβδομάδες μια τεράστια πέτρα που συγκλόνισε συθέμελα το σύστημα. Εκείνος δε που την έρριξε κάθε άλλο παρά άνθρωπος των άκρων ήταν.

    Αντίθετα, πρόκειται για γνωστό σοσιαλδημοκράτη πολιτικό ενσωματωμένο προ πολλού στο σύστημα, κορυφαίο στέλεχος μάλιστα του δ.σ. της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας. Με το βιβλίο του «Η Γερμανία αυτοκαταργείται», ο οικονομολόγος Τίλο Σάρατσιν προκάλεσε τους πάντες, θέτοντάς τους με εύστοχο τρόπο απέναντι στο γνωστό αλλά ανομολόγητο γερμανικό πρόβλημα. Τούτο δεν είναι άλλο από το καίριο ζήτημα των μεταναστών. Ο συγγραφέας περιγράφει την εκρηκτική κατάσταση που για δεκαετίες διαμορφώθηκε αφ' ενός από μία σταθερή δημογραφική κρίση (δραματική υπογεννητικότητα Γερμανών έναντι υπεργεννητικότητας των ξένων) κι αφ' ετέρου από τους δυσμενείς για τον υπόλοιπο πληθυσμό όρους κοινωνικό-οικονομικής συμβίωσης των μεταναστών στη Γερμανία.

    Ο Σάρατσιν απευθύνεται συνάμα σε όλους τους Ευρωπαίους και θα ήταν χρήσιμο ιδίως για την Ελλάδα, αν κάποιοι αρμόδιοι τον μελετούσαν: θα διέβλεπαν εκεί τις ολέθριες συνέπειες του σημερινού φαινομένου που εντοπίζεται - προς το παρόν - σε συνθήκες αθλιότητας γνωστών υποβαθμισμένων περιοχών.

    Εκείνο όμως που ανησυχεί ιδιαίτερα στη Γερμανία είναι οι αντιδράσεις κατά ενός πολιτικού, ο οποίος τόλμησε να θέσει τη χώρα του απέναντι στον καθρέφτη του εαυτού της. Ο Σάρατσιν λειτούργησε όπως ο γιατρός που εμφανίζει το «εύρημα» αλλά οι ενδιαφερόμενοι, πανικόβλητοι από τη γνωστοποίησή του, τον πετροβολούν ομαδικά. Τούτο αποτελεί, προφανώς, ένα ακόμη στοιχείο του εαυτού της σημερινής Γερμανίας ή μάλλον του νέου πολιτικού της κατεστημένου, το οποίο αρνείται να ακούσει τα κακά μαντάτα εξαπολύοντας πυρ ομαδόν κατά του αγγελιοφόρου.

    Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στον ίδιον, καθώς πρόκειται για επιφανή πολιτικό και δη σοσιαλδημοκράτη που δεν του προσάπτουν εύκολα τη «στάμπα» ενός ρατσιστή ή κάτι παρόμοιο. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι την πλέον σκληρή κριτική δέχθηκε ο Σάρατσιν από τους Σοσιαλδημοκράτες, δηλαδή μέσα από το ίδιο του το κόμμα. Και τούτο την ώρα που η βάση του SPD, η εργατιά δηλαδή της Γερμανίας, επιδοκιμάζει σε μεγάλο ποσοστό την «εθνική διάγνωση» ενός «Σαρακηνού» αμφισβητία του συστήματος.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Πολιτική της έντυπης έκδοσης
Μνημόνιο ευελιξίας
Η τρόικα δείχνει πάλι εργασιακά
Από τις τράπεζες ξεκινά η ευελιξία
Κυβέρνηση
Εμπλεξαν τα... χαρτοφυλάκια!
Κυβερνητικό μπέρδεμα με παράλληλες εξουσίες
Ο Γιώργος λείπει στις ΗΠΑ για δουλειές
Προειδοποίηση στους γείτονες
Ελεγχοι στο ποδόσφαιρο
Οι οφσάιντ λογαριασμοί στα δίχτυα του ΣΔΟΕ
Προσφυγή κατά μνημονίου
Ενα νομικό αίνιγμα με πολιτικές διαστάσεις
Εξαγορά αιολικών πάρκων
Αιολική... κόντρα κορυφής στη ΔΕΗ
Υπόθεση Βατοπεδίου
Νέα «συμμαχία» Καραμανλή-Σαμαρά
Αρσακειάδα αλλά και «τσαμπουκάς»
Υπόθεση Siemens
Siemens: Ελπίδες για φως από την Εισαγγελία Μονάχου
Υπόθεση δομημένων ομολόγων
Δομημένο κάρφωμα στον Δ. Μηλιάκο
Εκλογές στην τοπική αυτοδιοίκηση
Τρία κόμματα, δύο πολιτικές
Ζητούνται πρόθυμοι για πράσινα ψηφοδέλτια
Υποψηφιότητες κατά περίπτωση
Συνεχίζεται η γκρίνια για τον Βασίλη Κικίλια
Οι αμφιλεγόμενοι των εκλογών
Οι «εκτός πλαισίου» ψηφοφόροι
Συνέντευξη: Μ. Καρχιμάκης
«Πρωθυπουργός είναι ο Γ. Παπανδρέου, όχι ο Γ. Ραγκούσης»
Νέα Δημοκρατία
Στο βάθος... Κώστας
Υπουργείο Περιβάλλοντος
Σύμβουλοι της υπουργού ή επιχειρηματίες;
Άλλες ειδήσεις
Τον Νοέμβριο η τελική ρύθμιση