Έντυπη Έκδοση

Διαχρονικά

  • Στον καιρό των «μαγισσών»

    Αρθουρ Μίλερ, ο συγγραφέας, ο ακτιβιστής, ο σύζυγος της Μονρόε Γράφοντας το περασμένο Σάββατο για τον Χάρολντ Πίντερ, καθώς κοίταζα τα χαρτιά μου, τον συνάντησα να επισκέπτεται το 1985, μαζί με τον Αμερικανό ομότεχνό του Αρθουρ Μίλερ την Τουρκία, σε μια αποστολή για λογαριασμό της Πεν Κλαμπ (της Διεθνούς Οργάνωσης Συγγραφέων), της οποίας ο Μίλερ ήταν πρόεδρος.

    Είχαν τις πληροφορίες τους, αλλά εκεί διαπίστωσαν ότι συγγραφείς όχι μόνο είχαν φυλακιστεί, αλλά και βασανιστεί από το στρατιωτικό καθεστώς του Κενάν Εβρέν. Το αναφέρει ο ίδιος ο Μίλερ στην αυτοβιογραφία του «Στη δίνη του χρόνου» (στα ελληνικά σε μτφ. Φώντα Κονδύλη, εκδ. Καστανιώτη, 1988):

    «Ηταν λίγο-πολύ αριστεροί -όπως οι περισσότεροι μορφωμένοι στον Τρίτο Κόσμο- και χλεύαζαν τους αμερικανικούς ισχυρισμούς περί δημοκρατικών αρχών, όταν το μόνο που ήξεραν για εμάς ήταν η υποστήριξη σε δεξιές δικτατορίες, ανάμεσα στις οποίες και η τουρκική στρατιωτική κυβέρνηση που τους είχε κλείσει στα σίδερα».

    Μακαρθισμός

    Ο,τι ήταν ο Πίντερ για την Αγγλία ήταν, θα μπορούσε να ειπωθεί, για την Αμερική ο Μίλερ, καθώς και ο ένας και ο άλλος, εκτός από σπουδαίοι συγγραφείς, υπεράσπιζαν τους διωκόμενους όπου γης. Με τον Μίλερ όμως να υφίσταται και ο ίδιος το 1956 διώξεις από την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ερευνών του διαβόητου γερουσιαστή Μακάρθι.

    Να σταθούμε λοιπόν και σ' αυτόν τον συγγραφέα, καθώς φέτος συμπληρώθηκαν πέντε χρόνια από τον θάνατό του (10 Φεβρουαρίου 2005) και ενενήντα πέντε από τη γέννησή του (17 Οκτωβρίου 1915).

    Ο Μίλερ, όπως και ο Πίντερ, έχει αγαπηθεί από το ελληνικό κοινό για τα έργα του, που έχουν πολυπαιχθεί στις ελληνικές σκηνές, με πρώτη, όπως και στην περίπτωση του Πίντερ, το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν, που ανέβασε το «Ηταν όλοι τους παιδιά μου» το 1947, την ίδια χρονιά που ανέβηκε στη Νέα Υόρκη. Ακολούθησε, από τον ίδιο, το βραβευμένο με Πούλιτζερ «Ο θάνατος του εμποράκου», το 1949, και το «Ψηλά απ' τη γέφυρα», το 1967. Κι από κοντά άλλοι, με τα ίδια ή άλλα έργα. Συνεπής ωστόσο στις αρχές του, ο Μίλερ, αντιτιθέμενος στο δικτατορικό καθεστώς, απαγόρευσε το 1969 το ανέβασμα έργων του στην Ελλάδα.

    Ηταν λοιπόν τον Ιούνιο του 1956, όταν κλήθηκε από την επιτροπή του Μακάρθι να «απολογηθεί» για τις κομμουνιστικές του, όπως είχε εκτιμηθεί, ιδέες και να δώσει ονόματα «συνενόχων». Αρνήθηκε, με συνέπεια να στιγματιστεί από το Κογκρέσο. Οχι με φυλάκιση, αλλά με προσκόμματα στο ανέβασμα των έργων του.

    Στην πραγματικότητα η «ανατρεπτική» του δράση περιοριζόταν σε συναντήσεις με μερικούς κομμουνιστές συγγραφείς, στη συμπάθειά με ό,τι θετικό εκτιμούσε ότι γινόταν στις υπό κομμουνισμό χώρες («πραγματικά είχα πιστέψει κατά καιρούς με παθιασμένη ηθική βεβαιότητα ότι στο Μαρξισμό βρισκόταν η ελπίδα της ανθρωπότητας», γράφει στην αυτοβιογραφία του) και στην αντίθεσή του σε όποια ιδεολογική δίωξη. Ενδεικτικό της στάσης του είναι το έργο «Οι μάγισσες του Σάλεμ» - του Σάλεμ του 17ου αιώνα, με τις θρησκευτικές δίκες και θανατικές καταδίκες για συνέργεια με τον Σατανά.

    Με τη Μονρόε

    Σε αντίθεση με τον Μίλερ, αυτός που προθυμοποιήθηκε, ως γνωστόν, να δώσει ονόματα ήταν ο φίλος του σκηνοθέτης, Ελία Καζάν, με τον οποίο είχε συνεργαστεί στο ανέβασμα έργων του. «Εστω κι αν εξακολουθούσα να νιώθω κάποια αηδία για το ότι ο Καζάν είχε απαρνηθεί το παρελθόν του μ' εκβιασμό, δεν ήμουν σίγουρος πως θα έπρεπε ν' αποκλειστεί από μια θέση για την οποία ήταν εξαιρετικά κατάλληλος με το ταλέντο και την ανεκτίμητη πείρα του», σημειώνει με σχετική κατανόηση.

    Ηταν λοιπόν ο επιτυχημένος και βραβευμένος, παρά τα προσκόμματα, συγγραφέας, όχι μόνο στην Αμερική, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο, ο ακτιβιστής, αλλά και ο άνθρωπος με μια ενδιαφέρουσα προσωπική ζωή.

    Αίσθηση ανά τον κόσμο έκανε το 1956 ο γάμος του με το σύμβολο του σεξ Μέριλιν Μονρόε. Είχε προηγηθεί ένας γάμος και δύο παιδιά και, μετά τη Μονρόε, ένας τρίτος κι ακόμη ένα παιδί. Με τη Μονρόε συνέζησε πέντε χρόνια, ώς το 1961. Λίγους μήνες αργότερα η Μέριλιν πέθανε από χρήση ναρκωτικών στα 36 της. «Με γέμιζαν απελπισία αυτά που είχα πιστέψει, η ηλιθιότητα να νομίζω πως εγώ θα μπορούσα να προλάβω το κακό», γράφει. Πρόλαβε ωστόσο να κάνει τους «Απροσάρμοστους», μια ταινία σε δικό του σενάριο, σκηνοθεσία Τζον Χιούστον, με πρωταγωνιστές τη Μονρόε, τον Κλαρκ Γκέιμπλ και τον Μοντγκόμερι Κλιφτ.

    Ο ίδιος απήλαυσε, στο υπόλοιπο της ζωής του, την αναγνώριση κι έναν ανέφελο οικογενειακό βίο. Κι εμείς έχουμε ν' απολαμβάνουμε τα έργα του και να εκτιμούμε τον υποδειγματικό τρόπο ζωής του. *

    Ετσι κι αλλιώς

    Από μια διαστροφή της φύσης δεν κατάφερα να μάθω το τσιγάρο.

    Προσπάθησα δηλαδή στην ηλικία που όλα θέλουμε να τα δοκιμάσουμε (και κυρίως αυτά που μας απαγορεύουν), αλλά δεν μου έκατσε. Ειδικότερα όταν βγαίναμε με κάποιο φλερτ, οπότε καθώς λέγαμε τα πάντα, εκτός από εκείνα που σκεφτόμαστε ή θέλαμε, σε κάποιες τρύπες σιωπής, ανάβαμε το τσιγαράκι, αφ' ενός για να δείξουμε ότι δεν είμαστε καθυστερημένοι -βάλτε και τη μαγκιά- και αφ' ετέρου ότι το φιλοσοφούμε κομμάτι το πράγμα. Μόλις όμως έκανα να το κατεβάσω, μαντάρα το στομάχι και χάλια το στόμα. «Υπάρχει και αλλεργία στο τσιγάρο», αποφάνθηκε γιατρός μόλις του είπα.

    ***

    Και ιδού τώρα η απαγόρευση, που ξεσήκωσε τους θεριακλήδες, που εκτίμησαν ως φασιστικό-ναζιστικό το μέτρο (είχαν απαγορεύσει και το τσιγάρο οι ναζί;). Κι από κοντά συνήγοροι μη καπνιστές, στ' όνομα της ελευθερίας των άλλων. Τι κι αν αναφέρονται περί τις 24.000 θάνατοι το χρόνο στην Ελλάδα και τα τεράστια ποσά που δαπανώνται για τη νοσηλεία των πασχόντων, συμπεριλαμβανομένων και παθητικών καπνιστών; Ολο και θ' ακουστεί για κάποιον αιωνόβιο παππού, που κάπνιζε ώς τα τελευταία του ή για έναν που «έφυγε», και μάλιστα νεότατος, από καρκίνο του πνεύμονα, χωρίς να 'χει καπνίσει ποτέ. («Η Ιατρική είναι και στατιστική», η επιστημονική άποψη - ισχνότατα τα ποσοστά των δύο περιπτώσεων).

    Οι Ελληνες δεν χαμπαρίζουν από περιορισμούς και απαγορεύσεις, η επωδός. Πώς γίνεται όμως και συμμορφώνονται σε χώρες που οι νόμοι δεν υπάρχουν για να παραβιάζονται; Και αν είναι φασιστική η απαγόρευση του τσιγάρου σε κλειστούς κοινόχρηστους χώρους -που ισχύει ακόμη και στην Τουρκία- γιατί να μην είναι η ποινικοποίηση των «ουσιών», που στο κάτω κάτω, σε αντίθεση με το τσιγάρο, βλάπτουν μόνον εκείνον που τις παίρνει; (Και συγγνώμη, εν πάση περιπτώσει -ο ομολογημένος καημός που δεν κατάφερα να περάσω σ' αυτή την απόλαυση).

    ΣΗΜ.: Κατά τα άλλα: «Πώς πάμε - όλα καλά;» «Ολα καλά - εσύ;» «Ολα καλά».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Λογοτεχνία
Παίζοντας με την τέχνη και τον κόσμο
Ντοκιμαντέρ
Η καρδιά της βιομηχανίας χτυπά στις ελληνικές φαβέλες
Συνέντευξη: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλου
«Ας ζυγιστούμε, να δούμε ποιος έφαγε περισσότερο»
Εικαστικά
Σκιές και χρώματα
Κριτική θεάτρου
Εξευτελισμός αισιόδοξου επαναστάτη
«Η Πατρίς κινδυνεύει»
Συνέντευξη: Νίκος Ξυδάκης
Ψάχνω στην Αθήνα το άσπρο σακάκι του Καβάφη
Έκθεση
Πρωτοπόρος της φωτογραφίας, αλλά και του Photoshop
Χορηγίες
Οι χορηγοί δίνουν εκατομμύρια και το κράτος δεν τα παίρνει
Το προφίλ του καλού χορηγού
Ανύπαρκτη η πολιτική για τις χορηγίες
Κομικ(ς)οδρόμιο
Τα κόμικς στους ρυθμούς της ρέγκε
Εγκεκριμένα κόμικς και με σφραγίδα
Άλλες ειδήσεις
Για τον Πλούμπι το νερό είναι πολυτέλεια