Έντυπη Έκδοση

Διαχρονικά

  • Γιατί Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

    Μια διπλή επέτειος - και όχι μόνο Ανήκω στη γενιά των μαθητών που ενώ μιλούσαν στη δημοτική, στο σχολείο τούς επέβαλλαν να γράφουν τις εκθέσεις στην καθαρεύουσα.

    Ηταν ένα βάσανο, με την έμφαση που έδιναν μερικοί εκπαιδευτικοί στο συντακτικό και στη γραμματική. Κάτι ανάλογο γινόταν και με τα αρχαία -άλλο βάσανο- με αποτέλεσμα, και στη μία και στην άλλη περίπτωση, το περιεχόμενο των κειμένων να έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Θα 'πρεπε να μεγαλώσουμε, και μέσα από προσωπικές αναγνώσεις να απολαύσουμε τις μουσικές τους.

    Εν τέλει δεν μας έκανε κακό. Αντίθετα, μας επέτρεψε να μυηθούμε και να απολαύσουμε τη γλώσσα τους, σε σημείο να δυσφορούμε με τους μεταγλωττισμούς κειμένων της νεότερης γραμματείας (τα αρχαία είναι άλλη ιστορία). Γιατί, τι απομένει αν αλλοιωθεί η γλώσσα του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού, του Ροΐδη (τα συχνότερα θύματα του μεταγλωττισμού), ενώ δεν έχει γλιτώσει και ο Καβάφης.

    Οχι μόνο «άγιος»

    Ο λόγος σήμερα για τον Παπαδιαμάντη - όχι με την έννοια του πολυφορεμένου, επ' ευκαιρία των εορτών, «αγίου της λογοτεχνίας», αλλά επειδή στις 2 Ιανουαρίου συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τότε (1911) που έφυγε από τη ζωή (γέροντας στα 60 του!) και στις 4 Μαρτίου εκατόν εξήντα (1851) από τη γέννησή του.

    Γιατί είναι μεν ο Παπαδιαμάντης ο λογοτέχνης των εορτών, αφού ένα μεγάλο μέρος τού έργου του αναφέρεται στα Χριστούγεννα, στην Πρωτοχρονιά, στη Μεγάλη Εβδομάδα και στο Πάσχα. Είναι όμως παράλληλα, όπως έχει εκτιμηθεί από έγκυρους μελετητές του έργου του, και ο ηθογράφος, ο κοινωνιολόγος, ακόμα και ο πολιτικός. Και ας μη μας διαφεύγει, ότι υπήρξε επαγγελματίας γραφιάς - σε έντυπα, εφημερίδες και περιοδικά δημοσίευε τα μυθιστορήματα (σε συνέχειες), τα διηγήματα, τις μεταφράσεις ξένων ομοτέχνων. Τα έργα του βγήκαν, ως γνωστόν, σε βιβλία μετά το θάνατό του. Οπότε υπήρξε, όπως και άλλοι λόγιοι, δημοσιογράφος πριν οι εργαζόμενοι στον Τύπο αποκτήσουν, το 1914, το συλλογικό τους όργανο, τη σημερινή ΕΣΗΕΑ, με πρώτο πρόεδρο τον συγγραφέα Ιωάννη Κονδυλάκη.

    Από τα πάμπολλα κείμενα που έχουν γραφτεί και γράφονται για το έργο και την προσωπικότητά του, θα σταθώ σ' ένα γλαφυρό πορτρέτο του από τον Κώστα Βάρναλη (1884-1974), που τον είχε γνωρίσει, στον τόμο «Ανθρωποι» (εκδ. «Κέδρος», 1958), που ξεκινάει με μια ειδυλλιακή εικόνα της εποχής του:

    «Καλότυχη η γενιά του 1905-10! Η Αθήνα είτανε τότες μια ειδυλλιακή μικροπολιτεία. Οι δρόμοι άστρωτοι, γεμάτοι σκόνη, νερά και λάσπη - κατά την εποχή. Δεν υπήρχαν ηλεχτρικά φώτα, αυτοκίνητα χιλιάδες και πολυκατοικίες, που κρύβουν τον ουρανό. Υπήρχαν όμως λάμπες πετρελαίου, ιπποσιδηρόδρομος στην οδό Σταδίου και στην οδό Πατησίων και δωμάτια "άνευ επίπλων" στη Νεάπολη και στο Λυκαβηττό. Δεν υπήρχεν ελεύθερος έρωτας, υπήρχε όμως ακατάλυτος ερωτικός καημός, που απειλούσε τ' άστρα κάθε νύχτα με τις καντάδες του στα σοκάκια των συνοικιών».

    Στη Δεξαμενή

    Και περνάει στη Δεξαμενή, που τότε «βρισκότανε στις δόξες της», στους πρόποδες του Λυκαβηττού - στέκι των λογίων: Παπαδιαμάντης, Κονδυλάκης, Βλαχογιάννης Μαλακάσης, Χατζόπουλος κ.ά. Κι από κοντά οι νεοσσοί: Αυγέρης, Ροδοκανάκης, Καζαντζάκης, Βάρναλης, «γεμάτοι αυτοπεποίθηση, όχι για το έργο που κάνανε, παρά για κείνο που θα κάνανε!»

    «Τέσσερα χρόνια», γράφει πιο κάτω, «ζήσαμε δίπλα στο μεγαλύτερο Ελληνα διηγηματογράφο και κατά τη δίκαιη παραδοξολογία του Μαλακάση, δίπλα στο μεγαλύτερο Ελληνα ποιητή, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Φτωχοντυμένος και συμμαζεμένος, με τα γένια και την ανθρωποφοβία του, σύχναζε στο καφενείο του Μπαρμπαγιάννη. [...] Μακριά απ' όλους τους πελάτες, απομονωμένος σταύρωνε τα χέρια του, έγερνε δίπλα το ιερατικό του κεφάλι και βυθιζότανε στα δημιουργικά του ονειροπολήματα: στην πραγματική του ζωή».

    Αφού καταγράφει τις διαδρομές και τις συνήθειές του, καταλήγει στη γιορτή που του έγινε στο φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός», στις 13 Μαρτίου 1908:

    «Περιττό να ειπούμε, πως ο ίδιος δεν πήγε σ' αυτήν τη γιορτή. Από τα εισιτήρια μαζεύτηκε ένα κάπως σεβαστό ποσό και μ' αυτό ο μεγαλύτερος συγγραφέας κι ο αγνότερος Ελληνας έφυγε για το νησί του τη Σκιάθο, να ζήσει εκεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του». [...]

    Κι ας μου επιτραπεί, τελειώνοντας, να ομολογήσω, χωρίς να είμαι φιλόλογος ή ενδελεχής ερευνητής του έργου του -απλώς δημοσιογράφος- ότι ο Παπαδιαμάντης παραμένει ένας από τους «γέροντες», τους δασκάλους μου.*

    * Τιμώντας τον Παπαδιαμάντη, με την ευκαιρία της διπλής επετείου, η ΕΣΗΕΑ, διά του Μορφωτικού της Ιδρύματος, ετοιμάζει εκδήλωση για την 1η Μαρτίου, στον ίδιο ακριβώς χώρο που τιμήθηκε το 1908, στον «Παρνασσό», με κύριους ομιλητές τους καθηγητές Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλο, επιμελητή των «Απάντων» του Παπαδιαμάντη, και Στέλιο Παπαθανασίου. Παράλληλα, η ΕΣΗΕΑ θα του αφιερώσει και το ετήσιο ημερολόγιό της.

    Ετσι & Αλλιώς

    Αγάπησε και υπερασπίστηκε την Ελλάδα και την ελληνική γλώσσα περισσότερο από κάποιους από εμάς η Ζακλίν ντε Ρομιγί, που «έφυγε» πλήρης ετών. «Σαστίζει κανείς μπροστά στη δύναμη με την οποία διαδόθηκε η ελληνική γλώσσα μέσα από τόσες κρίσεις και αναζητήσεις», γράφει στο τελευταίο της βιβλίο «Μαθήματα Ελληνικών» (στα ελληνικά, εκδ. Ωκεανίδα). Αφιερώνεται σ' αυτούς που την κακομεταχειρίζονται -αν το αντιλαμβάνονται.

    ***

    Λες και ήταν χθες... Και όμως, έχουν περάσει 40 χρόνια από τότε που πρωτοπαρουσιάστηκε το «Πνευματικό Εμβατήριο» του Μίκη Θεοδωράκη, σε ποίηση Αγγελου Σικελιανού. Οχι στη χουντοκρατούμενη τότε Ελλάδα, αλλά στο «Αλμπερτ Χολ» του Λονδίνου, με τον συνθέτη στο πόντιουμ, δυόμισι μήνες αφότου φυγαδεύτηκε στο εξωτερικό. Γραμμένο ένα χρόνο πριν, όταν βρισκόταν εξόριστος στη Ζάτουνα, ερμηνεύτηκε από λονδρέζικη ορχήστρα και χορωδία, με σολίστ τη Μαρία Φαραντούρη και τον Αντώνη Καλογιάννη.

    Το λες και ήταν χθες αφορά κυρίως τη Φαραντούρη, που ήταν η σολίστ στις τωρινές τρεις συναυλίες (η τρίτη επιπρόσθετη, λόγω της μεγάλης ζήτησης) στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, υπέρ του ιδρύματος «Θώραξ» του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός». Αναλλοίωτη η φωνή της, που δεν την έχει ξοδέψει αλόγιστα. Στη θέση του Καλογιάννη, που αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας (ευχές να το ξεπεράσει), ο Δημήτρης Καβράκος και στου Θεοδωράκη - επάξια- ο Λουκάς Καρυτινός. Εύσημα και για τη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων, τη Μικρή Δημοτική Χορωδία Αθηνών και τη Χορωδία της ΕΡΤ.

    Στο ίδιο πρόγραμμα τα έργα του συνθέτη «Ενας Ομηρος», από το ομότιτλο έργο του Μπρένταν Μπίαν, σε μορφή σουίτας, με την Τατιάνα Παπαγεωργίου στο πιάνο. Και το «Κάντο Χενεράλ», σε ποίηση Πάμπλο Νερούδα, που πρωτοπαρουσιάστηκε μεταχουντικά, το καλοκαίρι του 1975, στο στάδιο Καραϊσκάκη. Κι εδώ σολίστ - τραγουδιστές οι τότε: η Μαρία Φαραντούρη και ο Πέτρος Πανδής - αναλλοίωτος επίσης, με τον Στέφανο Ληναίο, σε στίχους από το «Κάντο», στη μετάφραση της αξέχαστης Δανάης. Κι από κοντά το κοινό, με τη συγκίνηση και τον ενθουσιασμό του. Μια καλοδουλεμένη εκτέλεση, που δεν θα πρέπει να εξαντληθεί στις τρεις ευεργετικές συναυλίες. Το απαιτούν και οι καιροί μας.

    ΣΗΜ. Δεν έπιασαν οι περσινές ευχές...

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Το Κουίζ της Τέχνης 2010
Μια ανασκόπηση της χρονιάς που πέρασε, σαν παιχνίδι
Συνέντευξη: Κατερίνα Σχοινά
Η λατρεμένη παιδική φαντασία δεν τσαλακώνεται
Συνέντευξη: Νίκος Καραθάνος
Χάσαμε τους ανθρώπους με μεγάλη καρδιά
Συνέντευξη: Σιλβέν Σομέ
Το 3D ανιμέισον είναι σαν μαριονέτα χωρίς σχοινί
Συνέντευξη: Αλκηστις Πρωτοψάλτη
Το ορυχείο του τραγουδιού θέλει περισσότερο σκάψιμο
Κομικςοδρόμιο
Χίλια κόμικς για τους Beatles