Έντυπη Έκδοση

Διαχρονικά

  • «Και μετά θα κάααθεσαι!»

    Μίμης Φωτόπουλος, ο πολυτάλαντος Μπορεί να είσαι θαυμαστής του Ορσον Ουέλς, του Λόρενς Ολιβιέ, του Μάρλον Μπράντο και του Τζέιμς Ντιν, και παράλληλα να θαυμάζεις, από τους Ελληνες, (και) τον Μίμη Φωτόπουλο;

    Με τον Ντίνο Ηλιόπουλο στο θεατρικό «Μικροί Φαρισαίοι» Με τον Ντίνο Ηλιόπουλο στο θεατρικό «Μικροί Φαρισαίοι» Γίνεται, καθώς στις δεκαετίες του '50 και του '60 ο Φωτόπουλος υπήρξε ένας από τους πιο δημοφιλείς, κωμικούς κυρίως, ηθοποιούς. Ενας ηθοποιός που ερμήνευε με πειστικότητα στο θέατρο και στο σινεμά -όπου έγινε ευρύτερα γνωστός- αντιπροσωπευτικούς τύπους που, λίγο πολύ, εξέφραζαν τον σύγχρονο Ελληνα: οικογενειάρχης, μικροεπιχειρηματίας, μεροκαματιάρης, μπατίρης, κομπιναδόρος, φουκαράς, μάγκας και περιστασιακά, χωρίς να ανήκει στην κατηγορία των ζεν πρεμιέ, γόης.

    Και τι μάγκας...

    Με το απλό και συμπαθητικό παρουσιαστικό του, κι αυτή τη χαρακτηριστική μακρόσυρτη μπάσα φωνή, διακρίθηκε επί μισό αιώνα σ' ένα πλουσιότατο ρεπερτόριο, από κλασικό ξένο θέατρο (Σέξπιρ, Τσέχοφ, Ιψεν, Γκόγκολ, Ανούιγ κ.ά.) μέχρι σύγχρονο ελληνικό -ηθογραφία, κωμωδία, φάρσα, λαϊκή σάτιρα, οπερέτα, επιθεώρηση, θεατρικές διασκευές (αξιομνημόνευτες οι επιδόσεις του στον «Δον Καμίλο» και τον «Καλό στρατιώτη Σβέικ»). Εφυγε από τη ζωή (από ανακοπή) στις 29 Οκτωβρίου (σαν αύριο) 1986 (πριν από 25 χρόνια), στα 73 του. Τελευταία του θεατρική εμφάνιση δύο χρόνια πριν, το 1984, στην επιθεώρηση των Λάκη Λαζόπουλου - Γιάννη Ξανθούλη «Μια στο Καστρί και μια στο πέταλο» (μαζί με τον Λαζόπουλο). «Μάγκα οικογενειακού βεληνεκούς και νοικοκύρη Ελληνα που δεν κινδυνεύει κανείς από τη γοητεία του» τον έχει χαρακτηρίσει ο Ξανθούλης.

    Γεννημένος στις 20 Απριλίου 1913 στη Ζάτουνα της Αρκαδίας (εκεί όπου η χούντα είχε στείλει τον Μίκη Θεοδωράκη για «παραθερισμό»), κοντά στη Δημητσάνα, έμεινε μικρός ορφανός από πατέρα. Αρχικά θέλησε να σπουδάσει στη Φιλοσοφική του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά σταμάτησε στον δεύτερο χρόνο. Ακολούθησε τη φυσική του έλξη και μπήκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού (Βασιλικού τότε) θεάτρου, αρχίζοντας την καριέρα του στα 19 του. Στην Κατοχή πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, για να βρεθεί δέσμιος στο αιγυπτιακό στρατόπεδο Ελ Ντάμπα. Σύντροφος στη ζωή και στους αγώνες η Μαργαρίτα Τσάλα, με την οποία απέκτησε δύο κόρες.

    Ηθοποιός αλλά και θιασάρχης, σκηνοθέτης, συγγραφέας θεατρικών έργων και σεναρίων, ποιητής, απομνηματογράφος, δάσκαλος σε θεατρική σχολή. Με παραστάσεις ανά την Ελλάδα και το εξωτερικό (όπου ελληνισμός), κάτω από αντίξοες συχνά συνθήκες. Κι από ταινίες, περί τις εκατό (που τον κρατάνε ζωντανό επαναλαμβανόμενες στα κανάλια). Μερικοί τίτλοι: «Μαντάμ Σουσού» (η πρώτη του, 1948), «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», «Γκόλφω», «Οι απάχηδες των Αθηνών», «Μια νύχτα στον Παράδεισο», «Ματωμένα Χριστούγεννα», «Ο Βαφτιστικός», «Ο πύργος των ιπποτών», «Κάλπικη λίρα» (απολαυστικότατος αόμματος... ανοιχτομάτης, που προφανώς δεν ήξερε ότι θα μπορούσε να είχε πάρει και... σύνταξη), «Ο μισογύνης», «Ούτε γάτα, ούτε ζημιά», «Το σωφεράκι», «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο», «Εν πλω» (η τελευταία του, 1985). Κι από κοντά περί τα δώδεκα έργα στην τηλεόραση, ενώ συμμετείχε και σε ραδιοφωνικές εκπομπές, δίπλα (σε όλα) στους επιφανέστερους της γενιάς του.

    Ζωή-ποτάμι

    Τα βιώματά του καταγράφονται από τον ίδιο σε τέσσερις ποιητικές συλλογές και σε τρία πεζογραφήματα: «Ελ Ντάμπα» (εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»), «25 χρόνια θέατρο», «Το ποτάμι της ζωής μου» (εκδ. «Καστανιώτη»). Εξομολογείται: «Δεν γράφω για να με πούνε λογοτέχνη. Γράφω γιατί μόνο η δημιουργία μού γεμίζει τη ζωή μου. Εγώ αντί να πηγαίνω στα καζίνα και στις κοσμικές συγκεντρώσεις, προτιμώ να γράφω και να ζωγραφίζω». Γιατί υπήρξε και ζωγράφος -και ιδού πώς:

    «Δεν έγινα από μόνος μου. Η... χούντα με έκανε... Στείλανε τη γυναίκα μου στη Γυάρο, διότι ήταν δημοτική σύμβουλος της Αριστεράς στο Μαρούσι. Εμεινα με τις δύο κόρες μου, μικρές τότε, να τις φροντίζω τώρα που έλειπε η μάνα τους. Αλλά γενικά η στέρηση της ελευθερίας μού κόστισε πολύ. Τυχαία βρήκα κάτι σκάρτα γραμματόσημα κι άρχισα να κάνω, αφηρημένος, διάφορα διακοσμητικά σχήματα. Αυτό συνεχίστηκε κάμποσες μέρες. Προμηθεύτηκα κι άλλα σκάρτα γραμματόσημα και σιγά σιγά άρχισα να φτιάχνω όλο και πιο ολοκληρωμένες παραστάσεις. Να μην τα πολυλογώ... πήραν έργα μου σε μια ομαδική έκθεση. Αρέσανε. Αγοραστήκανε και δύο. Και από εκεί και πέρα πήρα φόρα. Εφτασα τις δέκα εκθέσεις... Εχω πουλήσει πάνω από εκατό πίνακες».

    Στο Μαρούσι ήταν το σπίτι του, όπου ο δήμος, μετά το θάνατό του, έδωσε στο θερινό του σινεμά τ' όνομα «Μίμης Φωτόπουλος». Κι ας κλείσω την αναφορά μου γι' αυτό τον περίφημο ηθοποιό και άνθρωπο με την παροιμιώδη ατάκα του στην επιθεώρηση των Σακελλάριου - Γιαννακόπουλου «Ανθρωποι - άνθρωποι»: «Και μετά θα κάααθεσαι...» (διαστροφικά προφητικό, θα μπορούσε να ειπωθεί, για τις μέρες μας...)*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Αφιέρωμα
Ωρα αρχαίας Ελλάδος
Ο διαχρονικός ύμνος της στιγμής
Δείκτες της ανθρώπινης αγωνίας
Οταν ο χρόνος πρωταγωνιστεί στο σελιλόιντ
«Ο συμπαντικός χρόνος είναι ο αληθινός χρόνος»
«Το σύμπαν είναι μια συμπυκνωμένη μορφή του χωροχρόνου»
Κούρσες σκηνικού μαραθωνίου
Αναζητώντας τον ποιητικό χρόνο
Κομικ(ς)οδρόμιο
Μια παρέα φίλων και ένας μοναχικός νεκροθάφτης
Λούλου: μια διαχρονική ηρωίδα των κόμικς
Κριτική θεάτρου
Τέσσερις νομά σε ένα δωμά
Κριτική μουσικής
Μια κιθάρα εναντίον της Γουόλ Στριτ
Από το παρελθόν χωρίς κανόνες
Νέες κυκλοφορίες
Μουσική
Ο Γκαλιάνο τιμά τον Νίνο Ρότα