Έντυπη Έκδοση

Τυπωθήτω

  • Κείμενα θητείας στον Βορρά

    Τα βιβλία αυτοσυστήνονται; Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη; Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα πώς συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή; Η στήλη «Τυπωθήτω» προκαλεί και απαντά σε τέτοιας υφής ερωτήματα.

    Τίτλοι όλου του φάσματος, πριν φτάσουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εξομολογούνται λεπτομέρειες της γραφής τους - βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε. Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, ανθολόγοι, σε πρώτο πρόσωπο, πριν διασταυρωθούν με τον συστηματικό ή τον απλό αναγνώστη.

    Θοδωρής Γκόνης

    Ο ύπνος της Αδριανουπόλεως μικρά πεζά, εκδόσεις Αγρα

    Δεν ήμουν στην ηλικία που μπορούσα να ρωτάω. Ακουγα όμως. Κράταγα. Σημάδευα. Εδενα.

    - «Πώς κοιμήθηκες απόψε; Τι ύπνο είχες;»

    Ακουγα την απάντηση:

    - «Της Αδριανουπόλεως!»

    Δεν καταλάβαινα.

    Αυτός έφυγε.

    Ηταν μάταιο να ρωτήσω όλους τους άλλους. Εδώ δεν κατάλαβαν τόσα και τόσα...

    Από τότε, τη λέξη την είχα χείλη μου.

    Οχι πόλη, όχι χώρα, όχι χάρτη, όχι πατρίδα. Πατέρα, αγρύπνια.

    Ρωτούσα, ζήλευα, μάλωνα, μάτωνα, κλότσαγα, έστηνα αυτί σαν το ζώο, έψαχνα, έσκαβα, ίδρωνα, έσκαζα.

    Δούλεψα, ταξίδεψα στον Βορρά... Ηρθα πιο κοντά. Οχι στον τόπο, όχι στην πύλη, όχι στην πόρτα. Ηρθα πιο κοντά στην ώρα, στη στιγμή. Πιο κοντά στο δικαίωμα να αξιωθώ την ερώτηση.

    Να τη συναντήσω, να την κοιμηθώ, να την παιδέψω, να με παιδέψει, να ξημερωθώ μαζί της:

    Είναι σπίτια που ξαγρυπνούν, πεινάνε τ' όνειρο, γαβγίζουν τ' αστέρια. Στρώνουν να κοιμηθούν τη νύχτα της Αδριανουπόλεως. Στη σκηνή της. Στο χαλασμένο, διαλυμένο -φύλλο φτερό- στρώμα της. Υποφέρουν τον ύπνο του Πορθητή. Τον ταραγμένο. Μια νύχτα πριν από την Αλωση. Ανεβάζουν τον πυρετό του Λιονταριού. Θέλουν. Ονειρεύονται. Ορέγονται.

    Τα αναγνωρίζεις, τα βλέπεις από μακριά, άλλο χτίσιμο, άλλα λιθάρια αλατόμητα, άλλο χρώμα, άλλα σεντόνια, άλλο φως, άλλο μαύρο, άλλο άσπρο, άλλα ρολόγια, άλλη αναπνοή, αλλιώς ο κήπος, το άνθισμα, ο κτύπος, άλλο κουδούνισμα, άλλο λάλημα, άλλη καμπάνα, άλλη φωνή. Είναι έτοιμα να φύγουν, να πετάξουν, με το ζόρι κρατιούνται στη γη, τα θεμέλιά τους είναι αλλού, σε άλλους τόπους, σε άλλους ανθρώπους, σ' αυτούς που έρχονται τα βράδια και μπαίνουν κρυφά στον ύπνο τους.

    Ακούς τους χτύπους, το άνοιγμα της πλάκας, τη ραγισματιά, το σχίσιμο στο μάρμαρο, το περπάτημα, τον λυγμό, «πού είναι τα μαύρα σου μαλλιά», το πέταλο, την πατούσα, το φτερούγισμα, το ταξίμετρο, το φορτηγό που φεύγει, το χλιμίντρισμα, το μαρσάρισμα, το γάβγισμα, το σκούπισμα των παπουτσιών, το κλείσιμο της ομπρέλας, το τίναγμα του αδιάβροχου, το στρίψιμο του κλειδιού. Βλέπεις στρατούς, άρματα, μηχανές, σάλπιγγες μουγκές, τύμπανα σπασμένα, θλιμμένα άλογα. Ακούς προσευχές, σχέδια, προδοσίες, λέξεις, όρκους, ψιθύρους, το σύνθημα, το παρασύνθημα, το σσσστ, τις ξεχασμένες, τις βουλιαγμένες γλώσσες. Ακούς το πάτημα, το σκαλί που τρίζει, τη σανίδα στο πάτωμα που απαντάει με μιαν αχνή ηχώ σαν καλωσόρισμα.

    Αισθητικό κάδρο στην οδό Λιοσίων

    Πέτρος Τατσόπουλος Γκαγκάριν.

    Ο κόσμος από χαμηλά, εκδόσεις Οξύ

    Πάντοτε αναρωτιόμουν πώς διαμορφώνουμε, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά, το αισθητικό μας «κάδρο» -τι χωράει σε αυτό, τι περισσεύει- και πώς κάποια στιγμή αποφασίζουμε να το στενέψουμε ή να το διευρύνουμε. Ταμπού δεκαετιών κονιορτοποιούνται εν μια νυκτί και «απαγορευμένα» θεάματα ή ακροάματα εντάσσονται στην καθημερινή μας ψυχαγωγία. Ποια δύναμη ή ποια ανάγκη καθιστά σήμερα, όχι μόνο νόμιμο αλλά κι επιβεβλημένο, το χθεσινό παρακατιανό είδος; Αρκεί για να το ερμηνεύσουμε η περίφημη ρήση του Γουόλτερ Κέντρικ, πως «η δημιουργία μιας απαγορευμένης περιοχής αποτελεί από μόνη της την πιο τολμηρή πρόκληση για την καταπάτησή της» ή συμβάλλουν και άλλοι, ανεξέλεγκτοι παράγοντες; Κάτι ανάλογο μπορεί να ειπωθεί και για την... ψυχαναγκαστική μας επιθυμία, κατά τακτές περιόδους, να αναγνώσουμε ξανά και να αναθεωρήσουμε την «επίσημη» ιστορία μας. Το νέο μου βιβλίο Γκαγκάριν - Ο κόσμος από χαμηλά, δεν είναι παρά μια προσπάθεια συγκερασμού αυτών των δύο «ευγενών φιλοδοξιών» πάνω στο corpus της μεταπολεμικής μας ιστορίας.

    Με εναρκτήριο λάκτισμα την ιστορική πλέον ομιλία του Μάνου Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο, τον Ιανουάριο του 1949, στο Θέατρο Τέχνης, αλλά και την αγαπησιάρικα «προβοκατόρικη» εκπομπή του για τον Γιάννη Φλωρινιώτη στο Τρίτο Πρόγραμμα, 30 χρόνια αργότερα, επιχειρώ μια κατάδυση στην «υπόγεια» καλλιτεχνική -και όχι μόνον- ιστορία του τόπου μας κι εστιάζω την προσοχή μου κυρίως στα «σημεία τριβής», εκεί όπου ο Πάνω Καλλιτεχνικός Κόσμος έρχεται σε επαφή ή σε ρήξη με τον Κάτω, εκεί όπου συχνά η «εμπάθεια» μετονομάζεται σε «άποψη». Σταθμεύω στις εμβληματικές μορφές που σημάδεψαν το cult ή (και) μεταπήδησαν στο mainstream, όπως ο Κώστας Γκουσγκούνης και ο Χάρρυ Κλυνν, κι επιχειρώ να υπολογίσω την ακριβή δοσολογία ανάμεσα στην ψυχαγωγία και στη νοσταλγία, που καθιστά αυτό το είδος ασυναγώνιστο, ακόμη και για εκείνους που ρητά ή άρρητα το απεχθάνονται. Στις προθέσεις μου τουλάχιστον δεν περιλαμβάνονται ούτε η καταγγελία ούτε η εξιδανίκευση - και αναμφίβολα είναι πέρα από τις δυνάμεις μου η εξαντλητική έρευνα τού... ατελείωτου πραγματολογικού υλικού.

    Εχουμε να κάνουμε λοιπόν με μια «προσωπική ματιά» πάνω στην cult πλευρά της ιστορίας μας και, κατ' επέκτασιν, του μεταπολεμικού μας «καθρέφτη», ένα υβριδικό αφήγημα που συνδυάζει το δοκίμιο, το ρεπορτάζ, τη μαρτυρία, υπό τον δροσερό μανδύα του non fiction novel - μιας τεχνικής που έχω εφαρμόσει πάλι στην Καλοσύνη των ξένων. Ο παράδοξος τίτλος και ο ακόμη πιο παράδοξος υπότιτλος του βιβλίου παραπέμπουν τόσο στον ίδιο τον πρώτο κοσμοναύτη Γιούρι Αλεξέγιεβιτς Γκαγκάριν, τη σύντομη ζωή του (ακόμη και στο... ύψος του) και τα σουρεαλιστικά παρατράγουδα από τη μονοήμερη επίσκεψη του στην Ελλάδα, τον Φεβρουάριο του 1962, όσο και -κυρίως- στο ομώνυμο μαγαζί επί της οδού Λιοσίων που, υπό τη διεύθυνση του Νίκου Τριανταφυλλίδη, έδωσε τα τελευταία χρόνια συστηματικά στέγη και μικρόφωνο σε αυτόν τον πολλαπλά παρεξηγημένο καλλιτεχνικό κόσμο.

    Σε σχέση με τα προηγούμενα βιβλία μου, το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετώπισα ήταν η διαχείριση ενός υπερπληθωριστικού πρωτογενούς υλικού - με άλλα λόγια, τι... δεν θα συμπεριλάβω στο σώμα του βιβλίου, παρά το αντίθετο. Προσπάθησα ν' αποφύγω μια ξερή παράθεση ονομάτων και δρωμένων, ένα ανούσιο name dropping, απαραίτητο πιθανόν στον μελετητή, αλλά κουραστικό για τον αναγνώστη, που προσδοκά τη μέθεξη με τους πρωταγωνιστές και όχι τα πλήρη ληξιαρχικά τους στοιχεία. Ετσι, με κίνδυνο να έχω αφήσει απ' έξω και να έχω αδικήσει αρκετούς από εκείνους που παρέλασαν από τη σκηνή τού Γκαγκάριν και με εκτενείς αναφορές σε άλλους που δεν παρέλασαν καθόλου, θέλω να πιστεύω ότι δεν παραμελώ την ουσία προς όφελος των τύπων. Οπως και στην Καλοσύνη των ξένων, πρώτιστη έγνοια μου είναι να ψυχαγωγήσω τον αναγνώστη, δίχως να υποτιμήσω την παράλληλη ανάγκη του για επαρκή ξενάγηση στη «γνωστή-άγνωστη» ιστορία του τόπου μας.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενα σπίτι στον μουσικό κόσμο
Συνέχισε μετά τους Dead Can Dance
Κριτική βιβλίου
Σκληρός σε μυθιστορηματική εκδοχή
Το φάντασμα της ελευθερίας
Αγαπημένοι τόποι και τοπία
Σεργιάνι προς την ελευθερία
Κόψε το ρόδο πριν μαραθεί
Ψυχή τριμμένη από τους δίσκους των φωνογράφων
Λογοτεχνία
«Η Ελλάδα έχει λαλιά που όμορφα θα ταξιδέψει» Γιώργος Σαραντάρης
Ψυχές, γνώσεις, πέτρινοι αετοί
Η ελληνική τέχνη σε δέκα αιρετικούς τόμους
Μιχάλης Μαδένης Η μακαριότητα της αισθηματοποιημένης ύλης
Δράκουλας
Ηλιος
Συνέντευξη: Γιώργος Ιωάννου
Ο Γιώργος Ιωάννου για το Τρίτο στεφάνι του Κώστα Ταχτσή
Συνέντευξη: Στυλιανός Αλεξίου
Από το Ηράκλειο της Κρήτης, σήμερα, διδάσκει