Έντυπη Έκδοση

Φάκελος

  • ΦΑΚΕΛΟΣ

    Υπάρχει δημοκρατία στην Ευρώπη;

    Η διαχείριση της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη εγείρει πελώρια ζητήματα κυριαρχίας και δημοκρατίας. Ποιος και πώς αποφασίζει, ποιος επιβάλλει πολιτικές λιτότητας, άδικα μέτρα και θυσίες στους λαούς στο όνομα των καταστάσεων «έκτακτης ανάγκης»; Σε ποιο βαθμό οι κανόνες που κυριαρχούν στην παγκόσμια οικονομία συμβιβάζονται με τις αρχές και τη λειτουργία της δημοκρατίας; Ως πότε αποφάσεις που αφορούν τη συλλογική μας μοίρα θα λαμβάνονται ακόμη και εκτός οργάνων της Ε.Ε. από το δίδυμο Μέρκελ- Σαρκοζί; Είναι δυνατή, άραγε, η αντιστροφή αυτού του ζοφερού κλίματος; Μπορεί να αποκατασταθεί η διαταραγμένη σχέση ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομία; Στην έρευνα της «Κ.Ε.» απαντούν 22 έλληνες και ξένοι ειδικοί.

    Ταυτόχρονα θέτει εν αμφιβόλω μια σειρά από δημοκρατικές κατακτήσεις του νεωτερικού καπιταλισμού, όπως το κοινωνικό κράτος και το κράτος δικαίου που αναπτύχθηκαν παράλληλα. Τα τελευταία 20 χρόνια, η κυρίαρχη νεοφιλελελεύθερη εκδοχή στην οικονομία έδωσε στην αγορά τη δυνατότητα να καθορίζει άνευ όρων τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης. Οι πολίτες-θύματα των πολιτικών άγριας λιτότητας σύρονται σε μια καταστροφική δίνη, πετιούνται εκτός κοινωνίας, θεωρούνται συλλήβδην αναλώσιμοι και περιττοί. Η σχεδόν «θεϊκή» διάσταση των αόρατων δυνάμεων της αγοράς ανέτρεψε, όμως, συγχρόνως όλες τις θεσμικές ισορροπίες της παραδοσιακής δημοκρατικής οργάνωσης του κράτους. Η πολιτική εξουσία, όπως φάνηκε και από τις εξελίξεις στη χώρα μας, αναγκάζεται να υποκύψει, σχεδόν αμαχητί, στις εντολές των ισχυρών παραγόντων της Ε.Ε. και τις απαιτήσεις των αγορών. Η δημοκρατία, όπως τη γνωρίσαμε, δέχεται σοβαρά πλήγματα αξιοπιστίας.

    Είναι δυνατή άραγε η αντιστροφή αυτού του ζοφερού κλίματος; Μπορεί να αποκατασταθεί η διαταραγμένη σχέση ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομία; Εχει μέλλον στην Ευρώπη η δημοκρατία;

    Η «Κ.Ε.» αναζήτησε απαντήσεις στα κρίσιμα αυτά ερωτήματα της εποχής μας. Κορυφαίοι έλληνες και ξένοι επιστήμονες και ειδικοί κατέθεσαν τις απόψεις τους. Τον τελικό λόγο έχουν οι λαοί της Ε.Ε.

    Όλα τα άρθρα:

    Εθνος, Ευρώπη και παγκοσμιοποίηση 

    Δημοκρατικό έλλειμμα, αιχμή της κοινωνικής αναταραχής 

    Η χώρα σε «κατάσταση εξαίρεσης»

    Ευρωπαϊκή ολιγαρχία των αγορών 

    Η Ελλάδα έγινε μπαλάκι των αγορών

    Δημοκρατία: Μια ουτοπία του παρελθόντος; 

    Η οπισθοδρόμηση της δημοκρατίας

    Κρίση και νεοφιλελεύθερη επίθεση στα δικαιώματα 

    Το πολίτευμα όπως το κατάντησαν

    Η υλοποίηση του πραξικοπήματος των αγορών 

    Ποιος είναι ο κυρίαρχος; 

    Η αμηχανία της πολιτικής

    Η πολιτική μυωπία των κυβερνήσεων 

    Η δημοκρατία σε έκπτωση 

    Το μεγάλο στοίχημα της Ευρώπης

    «Κακές ειδήσεις από την Ευρώπη» 

    Ισχαιμία δημοκρατίας -άλγος αγορών

    Η δημοκρατία σε έκπτωση 

    Αγορές - Ε.Ε. - μνημνονιακό μπλοκ: το νέο τρίγωνο της ανωμαλίας

    Τα δύο προβλήματα της νεοτερικότητας 

    «Η δημοκρατία είναι σε κίνδυνο»

    Η οπισθοδρόμηση της δημοκρατίας 

    Γιατί έπρεπε να είμαστε οργισμένοι

  • Εθνος, Ευρώπη και παγκοσμιοποίηση

    Με αρκετή καθυστέρηση όλο και περισσότεροι συνειδητοποιούν ότι πλέον ζούμε «σε έναν κόσμο ανάποδα» (Ed. Galeano). Τα θεμέλια μοιάζουν πια μετέωρα στο κενό και τίποτε δεν παραμένει όρθιο. Η παρατήρηση των εξελίξεων είναι εύκολη: το εθνικό κράτος κάμπτεται ενώπιον των δυνάμεων της παγκοσμιοποίησης. Ο χώρος της κρατικής πολιτικής εξασθενεί και βυθίζεται στο τέλμα.

    ΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ. ΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ. Τα προγράμματα για την υγεία, την παιδεία, την κοινωνική ασφάλιση υπαγορεύονται από τις αγορές, ενώ οι κυβερνήσεις, σχεδόν αξιολύπητες, συμμορφώνονται και οι πολίτες δυστυχούν. Επιπλέον: η δικαιοσύνη παραμερίζεται προς όφελος των αποτελεσματικών διαχειρίσεων· όσο για τους χάρτες ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, τα συντάγματα και τις διεθνείς συμβάσεις, αυτά μένουν γράμμα κενό. Τα ατομικά και τα κοινωνικά δικαιώματα, λαμπρό έργο του πολιτισμού της νεωτερικότητας, όχι απλώς παραμερίζονται, αλλά χάνουν το νόημά τους, πράγμα βέβαια πολύ διαφορετικό. Είχαν κατασκευαστεί ως ασπίδες και του ενός ακόμη προσώπου, ως θεραπεία ακραίων περιπτώσεων κατάχρησης των εξουσιών του δημοκρατικού ή μη κράτους, ως εγγύηση προστασίας του ατόμου που παρά τους κανόνες θα έμενε χωρίς καμιά περίθαλψη ή εκπαίδευση κ.λπ. Οταν όμως οι προσβολές των δικαιοκρατικών εγγυήσεων (π.χ. της προσωπικής ελευθερίας ή της ιδιωτικότητας) μεθοδεύονται με γενικευμένες παρεμβάσεις, οι μηχανισμοί δικαιικής προστασίας περιπτώσεων γίνονται απρόσφοροι: δεν προλαβαίνουν, δεν χωρούν, δεν κατορθώνουν. Το ίδιο ισχύει με τη μαζική υποβάθμιση των κοινωνικών παροχών, που απειλεί τα αναχώματα των θεσμών (ατομικών προσφυγών, αγωγικών διεκδικήσεων πρόνοιας κ.λπ.). Το νοσοκομείο, το πανεπιστήμιο, το δικαστήριο, από καθεστώς και δεδομένο τρέπονται σε αγαθό εν ανεπαρκεία.

    Οι μεγάλες δυνάμεις φαίνονται να υποδέχονται έτοιμες την αλλαγή. Ηδη στις ΗΠΑ και στην Ευρωπαϊκή Ενωση η νομοθετική εξουσία, αυτή που παρέχει τα περισσότερα εχέγγυα διαφάνειας και δημοκρατικής λογοδοσίας, είναι υποτιμημένη. Πόση δύναμη έχει το Ευρωκοινοβούλιο, ενώπιον του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και των πανίσχυρων αγορών; Πόσο (λίγο) μπορούν να αλλάξουν τον ρου των οικονομικών - πολιτικών - κοινωνικών εξελίξεων τα δικαστήρια; Η εκτελεστική εξουσία είναι παντοδύναμη και μπορεί χωρίς όρια να ακολουθεί τα κελεύσματα των αγορών.

    Το αντίπαλο δέος ονομάζεται όντως «αγορές». Υποψιαζόμαστε όμως εύκολα ότι η λέξη και η έννοια καλύπτουν συστήματα ολιγαρχίας. Στο μέτρο αυτό, παρά τον προοδευτισμό της ρητορείας, οδεύουμε όπισθεν ολοταχώς προς τις προνεωτερικές δομές. Σε λίγο η αναπαραγωγή της εξουσίας και οι θεμελιακοί της θεσμοί θα θυμίζουν περισσότερο έργα μιας ιδιόμορφης φεουδαρχίας.

    Πριν από δέκα περίπου χρόνια στην εφημερίδα αυτή (και σε βιβλίο) έγραφα για τις «πλειοψηφίες στο στόχαστρο», τους πληθυσμούς που τίθενται στο στόχαστρο μιας επίθεσης. Τότε ήδη μπορούσε να περιγραφεί ένα σφυροκόπημα του κράτους δικαίου. Σήμερα διάγουμε τη δεύτερη φάση: Στο στόχαστρο έχουν κλειδωθεί πλέον και τα κοινωνικά δικαιώματα, όχι μόνο κάποιων αποκλεισμένων αλλά και του μέσου πολίτη.

    Ακριβώς για τους ίδιους λόγους όμως μια περίεργη αισιοδοξία μπορεί να στηρίζεται όχι σε ευχολόγια και στρουθοκαμηλισμούς, αλλά σε πραγματικές συνθήκες: όσο πλήττονται οι πολλοί, τόσο οι σύγχρονοι θεσμοί της δημοκρατίας θα τρέπονται από προσχήματα τυπικά και άδεια κελύφη σε ουσιαστικά αιτήματα και σε διεκδικήσεις. Τα κοινά βιώματα καταπίεσης των πολλών θα οδηγήσουν στην εμφάνιση μιας νέας συλλογικής συνείδησης με κοινωνικά χαρακτηριστικά και με απώτερες πολιτικές προοπτικές. Τα κινήματα, τα κόμματα, οι συντεχνίες, λοιδορημένα απολειφάδια του νεωτερικού παρελθόντος, θα ανιχνεύσουν δρόμους συγκλίσεων για να ανταποκριθούν στις διογκώσεις της βάσης. Οποιος νωρίτερα θα μελετήσει και θα το καταλάβει, νωρίτερα θα απελευθερωθεί. Η ελευθερία, η δημοκρατική οργάνωση και η παιδεία προϋποθέτουν η μία την άλλη.

  • Η δημοκρατία σε έκπτωση

    Η κρίση στην ευρωζώνη είναι άλλη μια φορά μια επίπονη υπενθύμιση για το πόσο μεγάλη πρόκληση είναι η συμφιλίωση της δημοκρατίας με τον καπιταλισμό όταν απουσιάζουν οι κατάλληλοι πολιτικοί θεσμοί.

    ERIK Ο. ERIKSEN Διευθυντής του ARENA -Κέντρου Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστήμιο του Οσλο, Νορβηγία. ERIK Ο. ERIKSEN Διευθυντής του ARENA -Κέντρου Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστήμιο του Οσλο, Νορβηγία. Τώρα είναι η αυτοδιορισμένη τρόικα -ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα- που αποφασίζουν για τις μελλοντικές συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων.

    Τα προσωρινά ταμεία διάσωσης (EFSF) δημιουργούνται έξω από τη Συνθήκη της Λισαβόνας και το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Τα ταμεία φτιάχτηκαν ως μια εθελοντική δανειακή συμφωνία των χωρών της ευρωζώνης. Ετσι, είναι μια διακυβερνητική, ad hoc ρύθμιση και η προαναφερθείσα τρόικα είναι αυτή που εξασφαλίζει ότι τα μέτρα εφαρμόζονται.

    Αυτά τα όργανα δεν έχουν ψηφιστεί από τους πολίτες. Επίσης, ο γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί και η γερμανίδα καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ στερούνται ευρωπαϊκής εξουσιοδότησης. Εντούτοις, αυτοί και άλλοι επικεφαλής κυβερνήσεων έχουν συμφωνήσει γύρω από μια σειρά χρηματοοικονομικών, οικονομικών, κοινωνικών και μισθολογικών πολιτικών που έχουν επιπτώσεις στην ευημερία πάρα πολλών Ευρωπαίων. Τέτοια ζητήματα ανήκουν, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών.

    Οταν ο Γιώργος Παπανδρέου επέλεξε κάτι τόσο προφανές όσο ένα δημοψήφισμα, η κίνησή του προκάλεσε κατακραυγή στην Ε.Ε. Αλλά γιατί δεν θα μπορούσαν οι πολίτες να εκφράσουν την άποψή τους, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε μια επιλογή μεταξύ δύο κακών, μεταξύ της πανούκλας και της χολέρας; Αρνήθηκε στους πολίτες το δικαίωμα λόγου για κάτι τέτοιο επειδή θα έπαιρνε πολύ χρόνο. Η Ελλάδα θα είχε χρεοκοπήσει πριν πραγματοποιηθεί το δημοψήφισμα. Η αβεβαιότητα και η πτώση των χρηματιστηρίων θα ωθούσαν τα επιτόκια προς τα πάνω. Θα κατέστρεφε τις τράπεζες και θα υπονόμευε τους κρατικούς πόρους χρηματοδότησης. Πιθανώς θα βρισκόταν και η Ιταλία στα πρόθυρα μιας χρεοκοπίας προτού αποφασίσουν οι Ελληνες για τη μοίρα τους. Επομένως, δεν είναι μόνο οι έλληνες πολίτες που θα έπρεπε να συμμετάσχουν σε ένα δημοψήφισμα, αλλά και οι Ιταλοί και όλοι οι άλλοι ευρωπαίοι πολίτες.

    Η κρίση έχει επιπτώσεις σε όλους τους Ευρωπαίους -και ακόμα πιο πέρα. Η δημοκρατία απαιτεί ότι όλοι οι πολίτες που επηρεάζονται από πολιτικές έχουν το δικαίωμα να ακουστούν. Ολοι εκείνοι που υπόκεινται σε νόμους θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα λόγου για τη γενιά τους! Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ένα πανευρωπαϊκό δημοψήφισμα είναι τα πλέον κατάλληλα όργανα για τη διαχείριση της κρίσης στην ευρωζώνη.

    Η ευρωπαϊκή πολιτική αρχιτεκτονική είναι από πολλές απόψεις εντυπωσιακή. Είναι μια προσπάθεια να καλύψει η Ευρώπη τη διαφορά με την οικονομική παγκοσμιοποίηση. Οι υπερεθνικοί θεσμοί που έχουν καθιερωθεί -ένα Κοινοβούλιο, ένα Συμβούλιο, ένα Δικαστήριο και η εκτελεστική επιτροπή- μπορούν να αποφασίσουν για τα κοινά ευρωπαϊκά προβλήματα. Το μόνο πρόβλημα είναι η έλλειψη αρμοδιοτήτων στους σημαντικότερους τομείς. Η Ε.Ε. δεν έχει καμία αρμοδιότητα στις δημοσιονομικές πολιτικές, δεν μπορεί να ανακατανείμει πόρους, να εκδώσει κρατικά ομόλογα, να τυπώσει χρήμα, ούτε έχει κυρίαρχη φορολογική βάση. Ολα αυτά ανήκουν στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών.

    Η Ε.Ε. δεν είναι κράτος. Δεν διαθέτει τις απαραίτητες αρμοδιότητες και τους πόρους για να ενεργήσει ως ένα κράτος, αν κι αυτό μπορεί να χρειάζεται σήμερα. Η Ε.Ε. δεν λειτουργεί ως δανειστής της τελευταίας λύσης του κυβερνητικού χρέους και δεν κατέχει την απαραίτητη δύναμη στον τομέα της χρηματοδότησης για να υποστηρίξει τις παρεμβάσεις της κεντρικής τράπεζας στις αγορές.

    Με την πρωτοβουλία του, ο Παπανδρέου έβαλε τη δημοκρατία στην ημερήσια διάταξη και έδειξε τι είναι αυτό που διακυβεύεται. Η κίνησή του κατέστησε σαφές το γεγονός ότι η διαχείριση της κρίσης στην ευρωζώνη είναι μια μάχη για το ποιος πρέπει να έχει το πάνω χέρι: Η οικονομία ή η πολιτική; Ο καπιταλισμός ή η δημοκρατία;

  • Το μεγάλο στοίχημα της Ευρώπης

    Τα τελευταία χρόνια ο κόσμος έχει βρεθεί στη δίνη ενός «αχαλίνωτου καπιταλισμού», ο οποίος χαρακτηρίζεται από την ανάδειξη τεράστιων ολιγοπωλιακών οικονομικών μονάδων, που διαθέτουν, πέρα από την οικονομική τους ισχύ, ισχυρότατα μέσα επιβολής και ιδεολογικής χειραγώγησης.

    ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πρόκειται στην πραγματικότητα για γιγάντιες ιδιωτικές εξουσίες, που κινούνται στην γκρίζα ζώνη της παγκοσμιοποίησης και περισφίγγουν, σαν ιστός αράχνης, τα εθνικά κράτη, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να επιβάλουν την ανατροπή των πολιτικών και κοινωνικών κατακτήσεων των δύο τελευταίων αιώνων. Η εθνική κυριαρχία βάλλεται πανταχόθεν, ενώ και η πολιτική δημοκρατία κλυδωνίζεται, καθώς οι κυβερνήσεις εμφανίζονται όλο και περισσότερο εξαρτημένες από αδίστακτα κερδοσκοπικά συμφέροντα, που κινούνται με ιλιγγιώδη ρυθμό προκειμένου να καταστήσουν την πολιτική θεραπαινίδα των αγορών. Αναπόφευκτη δε συνέπεια είναι η ραγδαία εκθεμελίωση σημαντικών προγεφυρωμάτων της κοινωνικής και ατομικής ελευθερίας, με αιχμή του δόρατος τη συρρίκνωση των κοινωνικών και συλλογικών δικαιωμάτων, την αχρήστευση της συλλογικής αυτονομίας και την αδίστακτη εμπορευματοποίηση ζωτικής σημασίας δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών.

    Είναι προφανές ότι η μόνη απάντηση στις τυφλές και αδιέξοδες λογικές των αγορών -αλλά και των διεθνών οργανισμών που αποτελούν την μακρά χείρα τους- είναι η αναβίωση της πολιτικής. Πολιτική, βέβαια, στη σημερινή συγκυρία, σημαίνει πρώτα και πάνω απ' όλα διαδικασίες εγρήγορσης, αμφισβήτησης και εξέγερσης, όπως αυτές που εκτυλίσσονται στις «γειτονιές του κόσμου» και αποβλέπουν στη θωράκιση του δημόσιου συμφέροντος, δηλαδή του συμφέροντος των πολλών, απέναντι στην ιδιωτική ασυδοσία των ολίγων. Πολιτική, όμως, σημαίνει ταυτόχρονα και ριζική αναμόρφωση των εθνικών και υπερεθνικών θεσμών, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο «φονταμεναλισμός των αγορών», με πρώτη προτεραιότητα τον δραστικό περιορισμό της στυγνής κερδοσκοπίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

    Στο σημείο αυτό ανακύπτει ο ιδιαίτερος ρόλος που καλείται να διαδραματίσει η Ευρωπαϊκή Ενωση, κατ'επέκταση δε και οι ιδιαίτερες ευθύνες που επωμίζεται η πολιτική τάξη της ευρωπαϊκής Ενωσης -και ιδίως οι πλέον προοδευτικές εκδοχές της- να αποκαταστήσει, στις δύσκολες και περίπλοκες συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, μια νέα ισορροπία με τις οικονομικές δυνάμεις και τις ιδιωτικές εξουσίες, μέσω ισχυρών υπερεθνικών θεσμών δημοκρατικού και κοινωνικού ελέγχου. Εως τώρα, δυστυχώς, οι πολιτικές ηγεσίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης αποδείχθηκαν κατώτερες των περιστάσεων. Ωστόσο, η ραγδαία χειροτέρευση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών και ταυτόχρονα η διαφαινόμενη αλλαγή πολιτικού κλίματος στις τρεις ισχυρότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης φαίνεται να ευνοούν την ταχύτερη πλέον προώθηση της πολιτικής της ενοποίησης, στο πλαίσιο βέβαια των αργόσυρτων και χρονοβόρων διαδικασιών που χαρακτηρίζουν τη λεγόμενη «κοινοτική μέθοδο».

    Οπως φαίνεται, τον καταλύτη για μια τέτοια εξέλιξη αποτέλεσε, έστω και χωρίς τη θέλησή της, η χώρα μας, η οποία την τελευταία διετία βρέθηκε, δυστυχώς, στη δίνη αναπάντεχων εξελίξεων, λόγω των αλλεπάλληλων, κρίσιμων και συχνά εγκληματικών λαθών της ιθύνουσας πολιτικής τάξης της (η κατανομή και ο καταλογισμός των οποίων δεν είναι του παρόντος). Οι εξελίξεις δε αυτές την κατέστησαν, εν τέλει, ιδανικό πειραματόζωο για να δοκιμαστούν ορισμένες «νέες» συνταγές για την παράκαμψη των εγγυήσεων του εθνικού κράτους ως προς την προστασία κρίσιμων συλλογικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να μας παρασύρει σε έναν στείρο αντιευρωπαϊσμό. Η αναγκαία σήμερα υπεράσπιση του συνταγματικού πατριωτισμού, απέναντι σε ενδοτικές λογικές που ευνοούν την υπέρμετρη αποδυνάμωση της εθνικής κυριαρχίας και της κοινωνικής συνοχής, δεν πρέπει να ταυτίζεται με τις οιμωγές ενός διάχυτου συνταγματικού λαϊκισμού, που βαφτίζει αντισυνταγματικό κάθε τι το μη πολιτικά αρεστό και ανακαλύπτει παντού «εθνική μειοδοσία».

    Πρέπει να καταστεί σαφές, προς κάθε κατεύθυνση, ότι η προσχώρηση της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση σημαίνει εξ ορισμού δραστικούς περιορισμούς της εθνικής κυριαρχίας. Αυτοί οι περιορισμοί, σήμερα, πρέπει να αντιμετωπίζονται πράγματι με περίσκεψη, διότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν έχει καταφέρει έως τώρα να πείσει για την πολιτική της αυτονομία απέναντι στις αγορές, παρά τα κάποια βήματα που έγιναν το τελευταίο διάστημα. Ωστόσο, συν τω χρόνω, η περιχαράκωση στην εθνική κυριαρχία θα έχει όλο και σχετικότερη αξία, διότι οι πολιτικές απαντήσεις, σε εθνικό επίπεδο, είναι εξ ορισμού περιορισμένης εμβέλειας και αποτελεσματικότητας απέναντι στις πανίσχυρες διεθνείς αγορές (και, βεβαίως, είναι ακόμη λιγότερες όταν μια χώρα έχει φτάσει στα όρια της χρεοκοπίας και εξαρτάται τόσο καθοριστικά από τους δανειστές της). Το μεγάλο λοιπόν ζητούμενο είναι η ανάδειξη μιας ουσιαστικής και ισχυρής ευρωπαϊκής κυριαρχίας, με όρους δημοκρατίας, ελευθερίας και ισοτιμίας, δηλαδή κατοχύρωσης όλων των βασικών κατακτήσεων του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού. Με άλλα λόγια, το μεγάλο ζητούμενο είναι το να καταστεί σταδιακά η Ευρωπαϊκή Ενωση πραγματικό θεσμικό και πολιτικό ανάχωμα απέναντι σε μια μελλοντική ολιγαρχία των αγορών, το φάντασμα της οποίας, δυστυχώς, πλανάται ήδη πάνω από τον κόσμο...

  • «Κακές ειδήσεις από την Ευρώπη»

    Σύμφωνα με τα εγχειρίδια και τις επίσημες δημοσιεύσεις, το δημοκρατικό έλλειμμα στην Ευρώπη είναι αποκύημα της φαντασίας.

    JOHN ΚΕΑΝΕ Καθηγητής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Σίντνεϊ και στο Wissenschaftszentrum Berlin fur Sozialforschung. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι «Η ζωή και ο θάνατος της δημοκρατίας». JOHN ΚΕΑΝΕ Καθηγητής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Σίντνεϊ και στο Wissenschaftszentrum Berlin fur Sozialforschung. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι «Η ζωή και ο θάνατος της δημοκρατίας». Ιδού τι μας λένε: στις χώρες της περιοχής, η δημοκρατία είναι ένας ξεχωριστός τρόπος ζωής με τον οποίο οι πολίτες που ζουν στα κράτη-μέλη κυβερνούν μέσω των εκλεγμένων αντιπροσώπων τους. Δεν υπάρχει εξαναγκασμός ούτε και φοβέρα. Υπάρχει ελεύθερη έκφραση της βούλησης των πολιτών και δίκαιες εκλογές, αλλά και κάτι πολύ περισσότερο: εκείνοι που κρατούν τα ηνία στον κόσμο της διακυβέρνησης και των επιχειρήσεων βρίσκονται πάντα σε εγρήγορση, είναι τίμιοι και ταπεινοί, διασφαλίζοντας ότι η πλεονεξία τους για εξουσία δεν καταστρέφει τις ζωές των πολιτών.

    Τώρα δείτε την άθλια πραγματικότητα. Βρισκόμαστε ήδη πάνω από 4 χρόνια στη βαθύτερη οικονομική κρίση από τη Μεγάλη Υφεση του '30 και πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν. Η απαισιοδοξία έχει το πάνω χέρι. Δικαιολογημένα: από την κακόφημη ολλανδική μανία τουλιπών του πρόωρου δέκατου έβδομου αιώνα έχουν υπάρξει 10 σημαντικές κρίσεις πανικού που τις προκάλεσε το σπάσιμο χρηματοοικονομικών φουσκών. Επτά έχουν συμβεί από τις αρχές της δεκαετίας του '70. Κάθε μια από αυτές προκάλεσε οικονομικές/πολιτικές αναταραχές, αλλά αυτή του 2007 είναι η χειρότερη. Και σίγουρα δεν έχει τελειώσει. Υπάρχει μια προφανής αίσθηση ανάμεσα στους πολίτες και τις κυβερνήσεις ότι τα νομισματικά και δημοσιονομικά εργαλεία είναι είτε πολύ αιχμηρά αντικείμενα, ή πολιτικά επικίνδυνα, ή τελείως άχρηστα. Οι φόβοι αυξάνονται για τις μακροπρόθεσμες ζημιές στο πολιτικό σώμα της δημοκρατίας που προκαλούνται από το δηλητήριο της απληστίας. Οι αλλεργίες, οι πυρετοί και οι σπασμοί διαδίδονται.

    Η κατάρρευση της πολιτικής ηγεσίας είναι εντυπωσιακή. Κρίσιμες στιγμές σαν αυτές ζητούν απελπισμένα έξυπνους δημοκρατικούς ηγέτες. Γυναίκες και άνδρες που μπορούν να επιδείξουν ήρεμη αποφασιστικότητα, θάρρος, όραμα και πίστη για την αντιπετώπιση της κρίσης. Αντ' αυτού, οι σημερινοί ηγέτες είναι ο Ντέιβιντ Κάμερον, ο Χοζέ Λουίς Ροντρίγκες Ζαπατέρο, η Αγκελα Μέρκελ, ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι - ηγέτες δίχως έμπνευση, αντιδραστικοί, παγιδευμένοι στην πρακτική της υπεκφυγής, ηγέτες δεύτερης κατηγορίας ανίκανοι να κοιτάξουν την κρίση κατάματα, να τιμωρήσουν τους υπευθύνους και στη συνέχεια να δώσουν λύση.

    Η παραίτηση των πολιτικών από την πολιτική ενισχύει την αίσθηση ότι ο έλεγχος έχει περάσει στην «αγορά», με την απρόσωπη δύναμή της να είναι ακαταμάχητη και τη «λιτότητα» αναπόφευκτη. Αυτή είναι μια πολύ επικίνδυνη εξέλιξη. Προσφέρει τροφή στην άποψη ότι κανείς δεν είναι υπεύθυνος, αφού όλοι είναι το ίδιο, και η δημοκρατική συμμετοχή έχει χάσει το νόημά της και την αξία της.

    Η απόσυρση από τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς της δημοκρατίας είναι το αποτέλεσμα. Σε πολλά μέρη της Ευρωχώρας, η από μακρού υφιστάμενη δυσαρέσκεια με τα Κοινοβούλια, τα πολιτικά κόμματα, τους πολιτικούς και την επίσημη πολιτική έχει φθάσει τώρα σε σημείο αιχμής, που στηρίζεται από το συναίσθημα ότι η εποχή της αναπτυξιακής έκρηξης και της επακολουθούμενης κατάρρευσης, των απορυθμίσεων και του άκρατου ανταγωνισμού, έχει δημιουργήσει κοινωνίες με σχήμα κλεψύδρας: στο πάνω μέρος οι τραπεζίτες, οι ολιγάρχες και οι λίγοι πλούσιοι να στέκονται πάνω από μια συρρικνούμενη μεσαία τάξη που τρέμει να μην πέσει στο κάτω μέρος με τις κοινωνικά δυσαρεστημένες τάξεις των μακροπρόθεσμων ανέργων, που ο αριθμός τους διαρκώς αυξάνεται, τους φτωχούς και τους εξαθλιωμένους.

    Εξίσου ανησυχητικό, σε όλα τα επίπεδα στην Ευρώπη, υπάρχει μια μετατόπιση προς ένα κράτος ειδικών της εξουσίας, που κυβερνούν απολυταρχικά, και μεριμνούν αποκλειστικά για τα συμφέροντα της κυρίαρχης ελίτ. Προς το παρόν, έχουν πεταχθεί στον κάλαθο των αχρήστων οι δημοκρατικές αρετές που καλούν μια κυβέρνηση να λογοδοτεί δημοσίως και απαιτούν από μια κοινωνία να προστατεύσει τους αδύνατους. Η δημοκρατία έχει θυσιαστεί στο όνομα της λιτότητας και της αποπληρωμής του χρέους.

    Οπότε, αφήστε κατά μέρος τα εγχειρίδια και κοιτάξτε τη νεογέννητη πραγματικότητα: ποτέ από το 2007, όταν ξέσπασε η κρίση του καπιταλισμού, δεν έχουν συζητηθεί ανοικτά, δημοκρατικά, με τη συγκατάθεση μιας πλειοψηφίας των πολιτών, οι κύριες αποφάσεις που πάρθηκαν για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ο χειρισμός της ελληνικής κρίσης από την «τρόικα» είναι μια γεύση για το τι θα ακολουθήσει. Δείχνει τον δρόμο σε μια χυδαία εκδοχή του μέλλοντος που οραματίστηκε τον περασμένο αιώνα ο Ζαν Μονέτ: ένας κόσμος όπου πρακτικά το κάθε τι που έχει σημασία και σπουδαιότητα για τους ευρωπαίους πολίτες θα αποφασίζεται από ηγέτες στα κρυφά, πίσω από αμπαρωμένες πόρτες.

  • Ισχαιμία δημοκρατίας -άλγος αγορών

    Υπάρχει μία λέξη τα τελευταία χρόνια που φιλοδοξεί το καθεστώς κεντρικής έννοιας στο υπό διαμόρφωση νέο παράδειγμα κοινωνικής θεωρίας, καθώς θέλει να αποτελέσει ρηματική επιτομή διαφόρων επιμέρους πτυχών και ιδιοτήτων μιας συντελούμενης «ιστορικής τομής».

    ΤΑΚΗΣ ΚΑΦΕΤΖΗΣ Αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. ΤΑΚΗΣ ΚΑΦΕΤΖΗΣ Αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η λέξη αυτή είναι η μετα-κυριαρχία. Και, όπως κάθε πλάσμα του νου με ιστορικές αξιώσεις σε καιρούς ταραγμένους, αυτή η λέξη-σάρκωμα μιας ανεξερεύνητης νέας εποχής έχει το αμφίσημο γνώρισμα να διαλέγεται αδρά με το ασθμαίνον παρελθόν (ένας αντίπαλος που εκμετρά το ζην του), και την ίδια στιγμή να αδυνατεί την ιχνηλάτηση, έστω, του μελλούμενου, αφήνοντας τον λογισμό αιωρούμενο σ' ένα πάσης χρήσεως μετά.

    Γιατί είναι σαφές ότι η μέχρι πρότινος (ποιος είναι ο χρόνος άραγε;) κυριαρχία συμπυκνώνεται στην έννοια και την πράξη ενός εθνικού κράτους, με τα προκείμενα και τα παράγωγά της. Προκείμενο είναι η δυνατότητα ύπαρξης του Πολιτικού ως πεδίου αυτόβουλης θέσπισης των κανόνων με τους οποίους οι κοινωνοί θα συμφωνούν τους όρους τής από κοινού ζωής τους, μακράν και πέραν της βουλιμίας του ατομικού συμφέροντος που απειλεί με διάλυση την «κοινότητα των ανθρώπων». Προκείμενο είναι η δυνατότητα ύπαρξης ενός κοινωνικού συμβολαίου εντός μιας εδαφικά οριοθετημένης και νομικά διασφαλισμένης περιοχής που ονομάζεται επικράτεια. Προκείμενο είναι η διαμόρφωση των όρων συγκρότησης ενός «πολιτικού σώματος», την αρτιμέλεια του οποίου εγγυάται ο μυθοπλαστικός αναδιπλασιασμός του σε «έθνος».

    Αυτά τα προκείμενα έχουν τα παράγωγά τους. Την ύπαρξη λαϊκής κυριαρχίας η οποία εντέλλεται μια ύπατη δικαιοδοσία του κράτους διά του έθνους στο οποίο μετουσιώνεται ο λαός. Την ανάδειξη «υπεύθυνης κυβέρνησης» η οποία ταυτόχρονα θα είναι υπόλογη μόνον (ή, έστω..., κυρίως) στους πολίτες που την επέλεξαν. Ενα κοινοβούλιο, ένα σώμα κοινής βούλησης, ομόθυμα κυρίαρχο απέναντι σε έξωθεν αυτού βουλήσεις. Τη δυνατότητα μιας εκλεγμένης-συμβολαιικής κυβέρνησης να έχει την έσχατη απόφαση για να κηρύξει την κατάσταση ανάγκης.

    Αν αυτά συνιστούν το πρωτόκολλο της κυριαρχίας, τι είναι αυτό που μπορεί να συνιστά την κατάσταση της μετα-κυριαρχίας; Τι, πώς, γιατί, και ως προς τι είναι το «μετά» από αυτά; Εδώ, εμφιλοχωρεί η περίφημη παγκοσμιοποίηση, η οικονομική, γιατί κατά τον Μπάουμαν μπορεί να υπάρξει και αλλιώς. Εμφιλοχωρεί η οικονομική παγκοσμιοποίηση ως μία γέφυρα μετάβασης ανάμεσα στην κυριαρχία του Πολιτικού και την κυριαρχία του Οικονομικού, ανάμεσα στην Πολιτική και την Αγορά. Μία μετάβαση ρευστή, ακανόνιστη, υβριδική, ανοιχτή, αφού δεν υπήρξε ποτέ μία αμιγής κυριαρχία του Πολιτικού και δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ μία καθαρή κυριαρχία του Οικονομικού -εκτός κι αν ό,τι έχει απομείνει από την κοινωνία επιλέξει τον αυτοχειριασμό μέσα σ' ένα bellum omnium contra omnes. Οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο αυτά παιδιά της νεωτερικότητας, στις δύο χωριστές σφαίρες της, την Πολιτική και την Οικονομία, ήταν πάντα προβληματική, πρωτίστως για τους ίδιους τους φιλελεύθερους στοχαστές: να περιοριστεί το κράτος, η εξουσία, το εγγενώς αυθαίρετο της όποιας αυτεξούσιας αρχής, αλλά και να μην επικρατήσει η άσβεστη δίψα του πλούτου εις βάρος της ευποιίας της κοινότητας.

    Και πώς γίνεται σήμερα η μετατόπιση της πηγής της κυριαρχίας από το Πολιτικό στο Οικονομικό; Από το έθνος στο οικουμενικό; Υπήρχε άραγε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες ένα ακέραιο Πολιτικό, συμπαγές υλικά και ηθικά ερματισμένο που να αντισταθεί στην επέλαση του Λόγου της Οικονομίας; Ή μήπως υπήρχε ένα Πολιτικό κερματισμένο καθώς πολιορκημένο από την ηθική του συμφέροντος που επιστέφθηκε από το «πολιτικό χρήμα»; Ενα Πολιτικό που έκανε ισχαιμικό το δίδυμό του, τη Δημοκρατία, εκχωρώντας ελεύθερα πια την ισχαιμία της στο κοινωνικό άλγος των πληθυντικών αγορών, που κάποιοι ευλύγιστοι υπάλληλοί τους ονοματίζουν μετα-κυριαρχία.

  • Η δημοκρατία σε έκπτωση

    Τα γεγονότα στις Κάνες μου θύμισαν ένα συνηθισμένο επεισόδιο της μαθητικής ζωής. Η διευθύντρια, ο υποδιευθυντής και δυο-τρεις δάσκαλοι καλούν τον άτακτο και κακομαθημένο μαθητή στο γραφείο, τον χαστουκίζουν, του λένε ότι αν συνεχίσει θα αποβληθεί και τον στέλνουν σπίτι να γράψει 200 φορές «δεν θα αυθαδιάσω ξανά στην τάξη». Οι Κάνες ήταν το συμβολικό τέλος της κυβέρνησης Παπανδρέου αλλά προοιωνίζονται ένα ζοφερό μέλλον για Ελλάδα και Ευρώπη.

    ΚΩΣΤΑΣ ΔΟΥΖΙΝΑΣ Καθηγητής στο Birkbeck College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. ΚΩΣΤΑΣ ΔΟΥΖΙΝΑΣ Καθηγητής στο Birkbeck College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Η πρωτοβουλία του Παπανδρέου δεν ήταν καθυστερημένη προσπάθεια επανόρθωσης των ταπεινώσεων που δέχτηκαν οι Ελληνες ούτε επαναδιεκδίκηση της εθνικής κυριαρχίας. Ηταν ένας διπλός εκβιασμός και η απάντηση της κυβέρνησης στην αντίσταση του λαού. Εκβιασμός προς τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ να δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης σύμφωνα με τον νόμο του Τζέιμς Κάλαχαν ότι «οι γαλοπούλες δεν ψηφίζουν για να έρθουν τα Χριστούγεννα νωρίτερα». Εκβιασμός στους έλληνες πολίτες, που τους λένε ότι αν δεν αποδεχτούν τα καταστροφικά νέα μέτρα, θα καταδικαστούν να έχουν το βιοτικό επίπεδο μιας υπανάπτυκτης χώρας, κάτι στο οποίο μας έχει ήδη ρίξει το μνημόνιο. Και όπως όλοι οι εκβιασμοί που αποτυχαίνουν, η μπλόφα μετατράπηκε σε σημείωμα αυτοκτονίας και οδήγησε στη συνεργασία των ελληνικών ελίτ που για πρώτη φορά αντιμετωπίζουν την πιθανότητα συνολικής κατάρρευσης.

    Η αρχική ευρωπαϊκή υπόδειξη να μην γίνει δημοψήφισμα, η επιτακτική διαμόρφωση του ερωτήματος κατόπιν, τέλος η απαίτηση για κυβέρνηση συνασπισμού δείχνουν ότι ο άξονας Βερολίνου-Παρισιού πιστεύει ότι μπορεί να κατευθύνει την εσωτερική πολιτική των κρατών. Η απώλεια οικονομικής ανεξαρτησίας ολοκληρώνεται με την πολιτική υποτέλεια. Η Ελλάδα βρίσκεται στην παράδοξη θέση μιας νεο-αποικιακής κοινωνίας χωρίς να έχει περάσει από αποικιοκρατία.

    Αλλά οι Κάνες έδειξαν και το κενό στην καρδιά της Ευρώπης. Οι ευρωπαϊκές ελίτ φοβούνται τα δημοψηφίσματα όπως ο διάβολος το λιβάνι. Στις λίγες περιπτώσεις που ζήτησαν τη λαϊκή αποδοχή, δέχτηκαν ηχηρά όχι. Οι Γάλλοι και οι Ολλανδοί απέρριψαν το ευρωσύνταγμα και αποτελείωσαν τις φιλοδοξίες για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού κράτους βασισμένου σε νεοφιλελεύθερες αρχές. Η στάση των ελίτ απέναντι στη δημοκρατία δείχνει τον μεταμοντέρνο κυνισμό στα χειρότερά του. Ενσαρκώνει τη ρήση του Μπρεχτ ότι αν ο λαός δεν ψηφίζει την κυβέρνηση, η κυβέρνηση πρέπει να διαλύσει το λαό και να εκλέξει έναν καινούργιο ή να σταματήσει να τον συμβουλεύεται.

    Το λεγόμενο «δημοκρατικό έλειμμα» της Ε.Ε. φαίνεται τώρα ως πλήρης έλλειψη δημοκρατίας. Ολες οι αρχές του δημοκρατικού συντάγματος, από το διαχωρισμό των εξουσιών ώς τη δημοκρατική λογοδοσία και τη διαφάνεια της εκτελεστικής εξουσίας, παραβιάζονται βιαίως από την Ε.Ε. Η Επιτροπή, διορισμένη από τις κυβερνήσεις, ασκεί την αποκλειστική εξουσία της νομοθετικής πρωτοβουλίας, σαν Κοινοβούλιο, αλλά επίσης εφαρμόζει το νόμο, όπως η εκτελεστική εξουσία. Οι αντιπρόσωποι των κυβερνήσεων και το συμβούλιο υπουργών νομοθετούν σε συνεργασία με τους διορισμένους από τις κυβερνήσεις επιτρόπους. Το Κοινοβούλιο συζητάει ατέρμονα, αλλά οι εξουσίες του είναι ελάχιστες, κάτι που γίνεται αντιληπτό από τους πολίτες, οι οποίοι έχουν γυρίσει την πλάτη τους στις ευρωεκλογές. Οι ευρωκράτες έχουν υιοθετήσει έναν τεράστιο όγκο νομοθεσίας που επιβάλλεται στα κράτη. Η ευρωπαϊκή έλλειψη δημοκρατικής λογοδοσίας είναι καλοδεχούμενη από τις εθνικές κυβερνήσεις, που μπορούν να συμφωνήσουν σε αντιλαϊκά μέτρα στις Βρυξέλλες χωρίς να βάζουν τους βουλευτές να ψηφίζουν στην Αθήνα.

    Ολα αυτά είναι αποτελέσματα της περιθωριοποίησης της πολιτικής από την υποτιθέμενη «αντικειμενική» γνώση των οικονομολόγων, των μάνατζερ και των λογιστών. Οι πανεπιστημιακοί προπαγανδιστές της Ενωσης υποστηρίζουν ότι η λαϊκή συμμετοχή είναι μη επιθυμητή επειδή ο λαός είναι «αδαής, άσχετος και ιδεολογικά κατευθυνόμενος». Ο Αντριου Μόραβσικ, καθηγητής στο Πρίνστον, ισχυρίζεται ότι «η κοινωνική Ευρώπη είναι μια χίμαιρα» και η δημοκρατική συμμετοχή πρέπει να αποθαρρύνεται επειδή «είναι αντίθετη με τη κοινά αποδεκτή επιστημονική αντίληψη για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι προχωρημένες δημοκρατίες». Οι οικονομικές και επιστημονικές αλήθειες δεν είναι ανοιχτές σε συζήτηση και ψηφοφορία. Κάθε δημοκρατική συμμετοχή και κινητοποίηση είναι «ακριβή, αντιπαραγωγική και δίνει την εντύπωση ότι μπορεί να υπάρχουν περισσότερες από μία λύσεις» σε προβλήματα που έχουν αντικειμενικά σωστές απαντήσεις.

    Αλλά η περιφρόνηση αυτή της δημοκρατίας είναι φανερή σ' όλες τις πλευρές της ελληνικής τραγωδίας. Οι επιθέσεις των «αγορών» κατά των ελληνικών ομολόγων το 2010 ήταν μια εκδίκηση για την κατάρρευση του 2008 αλλά και αναπόσπαστο κομμάτι του ύστερου καπιταλισμού. Η συσσώρευση κεφαλαίου δεν βασίζεται πια κυρίως στη δημιουργία υπεραξίας, αλλά στην άντληση προσόδων, με κύρια μορφή τον τόκο και το μίσθωμα σε ατομικό και κρατικό επίπεδο. Εδώ φαίνεται η πραγματική διάσταση του τέλους της πολιτικής και η ριζική επαναδιαπραγμάτευση του κοινωνικού δεσμού. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι απλώς ένα ολέθριο οικονομικό μοντέλο. Είναι μια παγκόσμια ιδεολογία που ωθεί τους ανθρώπους να κατανοούν τη ζωή τους και να σχετίζονται με τους άλλους ως καταναλωτές χωρίς όρια, ως μηχανές επιθυμίας. Ομως η συσσώρευση κεφαλαίου μέσω προσόδων απαιτεί εκφοβισμό καθώς δεν υπάρχει κάποιο «φυσικό» επίπεδο μισθώματος. Η πίεση των αγορών είναι ένας τρόπος να εξαναγκαστούν οι οφειλέτες είτε να αποδεχτούν την πιο ακραία μείωση των δημοσίων δαπανών είτε να χρεοκοπήσουν. Οφειλέτες προσέχετε, λένε στα κράτη, ή καταστρέφετε το κράτος πρόνοιας ή γίνεστε η επόμενη Ελλάδα. Χρειάζεται αφέλεια ή κακή πίστη βέβαια για να ισχυρίζονται ξαφνικά οι κυβερνώντες ότι πρόκειται για κάτι άνευ προηγουμένου. Οι κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν τους ίδιους μηχανισμούς για να αντλήσουν δάνεια και πίεσαν τον κόσμο να αγοράσει μετοχές και να δεχτεί τον νεοφιλελεύθερο «λαϊκό καπιταλισμό». Είναι λοιπόν άκρως υποκριτικό να καταδικάζουν τώρα τους φυσικούς τους συμμάχους.

    Η πολιτική του μνημονίου είναι κομμάτι της γενικότερης νεοφιλελεύθερης συνταγής. Οι κρίσεις υπερσυσσώρευσης λύνονται με την απομύζηση των αδύναμων και των φτωχών, επαναλαμβάνοντας τους μεγάλους εγκλεισμούς και αποκλεισμούς του πρώιμου καπιταλισμού. Το κράτος περιορίζει τη νομοθεσία που προστατεύει την εργασία και το περιβάλλον, μειώνοντας έτσι τους μισθούς και το κόστος παραγωγής - αυτή είναι η λεγόμενη ανταγωνιστικότητα. Στη συνέχεια μειώνει ή ιδιωτικοποιεί δημόσιες κατακτήσεις, όπως οι κρατικές συντάξεις, η εκπαίδευση, το κράτος πρόνοιας και η δημόσια υγεία. Τέλος, πουλάει κοψοχρονιά τις δημόσιες επιχειρήσεις. Οι πόροι αυτοί περνάνε στα χέρια του κεφαλαίου, που τους κάνει κερδοφόρους, αμβλύνοντας την κρίση υπερσυσσώρευσης. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην Ελλάδα. Η υπερσυσσώρευση του γερμανικού εμπορικού ισοζυγίου αναζητεί μια επικερδή διέξοδο στον μεσογειακό ήλιο. Οι ελίτ της Ευρώπης ετοιμάζονται για μια νέα αναδιανομή αγοράζοντας σε εξευτελιστικές τιμές τα ασημικά του ελληνικού λαού.

    Αλλά ο λαός που οδήγησε τον Παπανδρέου σε παραίτηση μπορεί να ελπίζει σε μια «ελληνική άνοιξη». Η άμεση δημοκρατία του Συντάγματος έδειξε ένα νέο σχεδιασμό στον οποίο το πλήθος μπαίνει στο κέντρο της πολιτικής, μια ιδέα που έχει ωριμάσει παντού και ακολουθείται αυτή τη στιγμή στην Ουάσιγκτον και το Λονδίνο. Αν η δημοκρατία ξεκίνησε στην Αθήνα, η Ελλάδα μπορεί να δημιουργήσει τη σύγχρονη μορφή της που συνδυάζει το αντιπροσωπευτικό και αμεσοδημοκρατικό στοιχέιο. Θα είναι η μεγαλύτερη προσφορά μας στον κόσμο και η καλύτερη απάντηση στις πρόσφατες ταπεινώσεις και εξευτελισμούς.

  • Αγορές - Ε.Ε. - μνημνονιακό μπλοκ: το νέο τρίγωνο της ανωμαλίας

    Ποιος κυβερνάει αυτόν τον τόπο;» λέγεται ότι αναφώνησε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στη συγκυρία της υπόθεσης Λαμπράκη.

    ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗΣ Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King's College του Λονδίνου. ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΥΒΕΛΑΚΗΣ Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King's College του Λονδίνου. Η απάντηση τότε ήταν: το τρίγωνο παλάτι - στρατός - αμερικανική πρεσβεία, οι πυλώνες του μετεμφυλιακού «κράτους των εθνικοφρόνων». Το ίδιο ερώτημα τίθεται προφανώς και σήμερα και η απάντηση συνίσταται και πάλι σε ένα τρίγωνο πολιτικής ανωμαλίας. Ενα τρίγωνο νέου τύπου, που οι πλευρές του αποτελούνται από τις ονομαζόμενες «αγορές», δηλαδή το διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, την Ε.Ε., και πιο συγκεκριμένα το γαλλογερμανικό διευθυντήριο, και το εγχώριο μνημονιακό μπλοκ, δηλαδή τη συμμαχία οικονομικών συμφερόντων και πολιτικής ελίτ που ανέλαβε να φέρει σε πέρας ένα αδιανόητο μέχρι πρότινος έργο κοινωνικής κατεδάφισης και νεοαποικιακής υποδούλωσης της χώρας.

    Η δημοκρατία και πάλι στο απόσπασμα, λοιπόν, με εναρκτήριες πράξεις το μνημονίο και την υποταγή στην τρόικα. Με τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών περάσαμε όμως σε ένα άλλο, ανώτερο στάδιο αυτής της διαδικασίας, που δεν μπορεί παρά να χαρακτηρισθεί «λευκό πραξικόπημα» ή πραξικόπημα με κοινοβουλευτικό μανδύα. Γιατί τι άλλο είναι ο τρόπος με τον οποίο τορπιλίστηκε από τα χρηματιστήρια και τους γαλλογερμανούς ηγεμόνες της Ε.Ε. η πρόταση ΓΑΠ για δημοψήφισμα, και ταπεινώθηκε με πρωτοφανή τρόπο ο ίδιος; Σε τι διαφορετικό παραπέμπει το παρασκηνιακό όργιο που προηγήθηκε του σχηματισμού της υπαγορευμένης από τα διεθνή και εγχώρια εξωθεσμικά κέντρα ενιαίας κυβέρνησης των μνημονιακών δυνάμεων; Δεν είναι απολύτως προφανές ότι οι απαιτήσεις που εκφράζουν με τον πιο ανοιχτό τρόπο οι Μέρκελ, Σαρκοζί, Ολι Ρεν και λοιποί ταιριάζουν μόνο σε χώρες όπου και τυπικά έχει καταλυθεί κάθε έννοια εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας;

    Η ύπαρξη μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, και μάλιστα συντριπτικής, πρόθυμης να στηρίξει ένα τέτοιο εξάμβλωμα δεν αίρει σε τίποτε το γεγονός ότι αυτή η δήθεν «εθνική» κυβέρνηση στερείται της στοιχειώδους δημοκρατικής νομιμοποίησης. Και όμως ετοιμάζεται να εκτελέσει αποφάσεις που θα δεσμεύουν τη χώρα για δεκαετίες και θα τη θέσουν σε μετωπική σύγκρουση με μια κοινωνία σε εξεγερτικό αναβρασμό. Η συντελούμενη ανατροπή συνιστά συνεπώς κάτι βαθύτερο από μια προσωρινού χαρακτήρα διακοπή της «δημοκρατικής ομαλότητας». Στην ουσία πρόκειται για την απαρχή μιας μετάλλαξης προς ένα «μεταδημοκρατικό» καθεστώς όπου οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες επιβιώνουν ως απλή πρόσοψη. Στόχος είναι να περάσει η διαχείριση της εξουσίας στα χέρια ενός πολιτικού προσωπικού αυτονομημένου από κάθε κομματική και κοινωνική βάση αλλά απευθείας συνδεδεμένου με τα κυρίαρχα επιχειρηματικά συμφερόντα και απόλυτα πειθήνιου στις εντολές του ευρωπαϊκού κέντρου.

    Το κρίσιμο ερώτημα βέβαια είναι τι μπορούν να κάνουν άμεσα οι δυνάμεις που αντιστέκονται σ' αυτή την εξέλιξη, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Ας μην το κρύβουμε, ο πήχης είναι πολύ ψηλά. Ολες οι κουβέντες για περιορισμό της ισχύος των αγορών και έλεγχο της οικονομίας από την πολιτική θα παραμένουν κενές περιεχομένου όσο δεν προτείνουν συγκεκριμένους τρόπους αντιμετώπισης της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των πολιτικών μορφών με τις οποίες εκφράζεται. Σε ό,τι μας αφορά πιο άμεσα, αυτό σημαίνει κατ' αρχάς αμφισβήτηση του δημόσιου χρέους και ρήξη με την ευρωζώνη και, εντέλει, με την ίδια την Ε.Ε. Για να το πούμε διαφορετικά, καμιά δημοκρατική και κοινωνικά βιώσιμη λύση δεν είναι ρεαλιστική εντός των σημερινών πλαισίων. Καμιά δημοκρατική τομή δεν μπορεί να υλοποιηθεί αν δεν φύγει η θηλιά του δημόσιου χρέους και της συμμετοχής στην ευρωζώνη. Αυτό σημαίνει αθέτηση πληρωμών με πρωτοβουλία του δανειζόμενου, που αλλάζει το συσχετισμό και επιτρέπει την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους με στόχο τη διαγραφή του συντριπτικά μεγαλύτερου μέρους του, και όχι επιφανειακά κουρέματα που διαιωνίζουν τη μνημονιακή λεηλασία όπως αυτά που προβλέπουν οι καταστροφικές συμφωνίες της 27ης Οκτωβρίου. Αυτό σημαίνει επίσης ανάκτηση της δυνατότητας εθνικής νομισματικής πολιτικής, σε κοινωνική κατεύθυνση, και έξοδο από το ευρώ, που δεν είναι παρά μια παγίδα φτιαγμένη στα μέτρα των μεγάλων επιχειρήσεων και των τραπεζών και ειδικότερα των γερμανικών. Το τελευταίο όπλο που έχει μείνει σήμερα στο κλονιζόμενο σύστημα είναι ο φόβος που δημιουργεί σε ευρεία λαϊκά στρώματα η έξοδος από το ευρώ, η οποία παρουσιάζεται ως συντέλεια του κόσμου. Αυτό που παραλείπεται όμως είναι ότι ούτως ή άλλως η ελληνική κοινωνία καλείται να αποχαιρετήσει το φρούδο όνειρο μιας ισότιμης συμμετοχής στο κλαμπ των ισχυρών και των πλούσιων δήθεν «εταίρων». Η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος, τη στιγμή που το ευρωπαϊκό οικοδόμημα κλονίζεται συθέμελα, μπορεί αντίθετα να αποτελέσει την αρχή μιας διαφορετικής και απελευθερωτικής πορείας για τη χώρα, αλλά και για όλη την Ευρώπη, στους αντίποδες του αντιδημοκρατικού και αντικοινωνικού τερατουργήματος που ακούει στο όνομα «Ευρωπαϊκή Ενωση».

  • Τα δύο προβλήματα της νεοτερικότητας

    Οι αστικές δημοκρατίες της νεωτερικότητας είναι γενικά λιγότερο δημοκρατικές απ' όσο νομίζουν οι πολίτες τους.

    ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ Καθηγητής Νομικής Α.Π.Θ. ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ Καθηγητής Νομικής Α.Π.Θ. Τούτο βέβαια ούτε παράδοξο ούτε καινοφανές είναι, αφού στους περισσότερους κοινωνικούς σχηματισμούς στην ανθρώπινη ιστορία η εξουσιαστική πρακτική απέχει σημαντικά από τον τρόπο με τον οποίο την παρουσιάζει η εκάστοτε κυρίαρχη ιδεολογία.

    Θα μπορούσε να εντοπίσει κανείς δύο κυρίως προβλήματα στην υλοποίηση των δημοκρατικών ιδεωδών της πολιτικής ελευθερίας και της πολιτικής ισότητας στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες. Πρώτο, οι κοινωνίες αυτές είναι μαζικές αλλά και γεωγραφικά εκτεταμένες, με αποτέλεσμα η διεκδίκηση και άσκηση της εξουσίας να προϋποθέτει δικτύωση και οργάνωση σε μεγάλη κλίμακα, δηλαδή σ' εκείνη του πολιτικού κόμματος. Οπως έχει καταδείξει η επιστημονική έρευνα, κάθε κομματικός οργανισμός αναπτύσσει εγγενείς ολιγαρχικές τάσεις. Οι κομματικοί «στρατοί», παρόμοια με τους πραγματικούς, χρειάζονται την ιεραρχία και την πειθαρχία προκειμένου να είναι αποτελεσματικοί στο πεδίο της εκλογικής «μάχης». Αλλωστε οι «αντιπροσωπευτικοί» θεσμοί των αστικών δημοκρατιών, που στηρίζονται στην αρχή της εκλογής εκείνων οι οποίοι ασκούν τα πολιτειακά αξιώματα, δεν αποδίδουν, όπως αποδεικνύει η ιστορική εμπειρία, πραγματικά αντιπροσωπευτικά αποτελέσματα. Σε όλα τα κοινοβούλια υπεραντιπροσωπεύονται οι άνδρες, οι μεγαλύτερες ηλικίες και οι πιο εύπορες μερίδες του πληθυσμού. Γι' αυτό στην αρχαιότητα η εκλογή θεωρούνταν ολιγαρχική μέθοδος και η κλήρωση δημοκρατική.

    Δεύτερο, και ίσως ακόμη σημαντικότερο, πρόβλημα είναι ότι ανάμεσα στους συντελεστές της παραγωγής το κεφάλαιο έχει, από τη φύση του, μεγαλύτερη κινητικότητα σε σχέση με την εργασία και έτσι μπορεί, με την απειλή της φυγής του, να ασκήσει πιο αποτελεσματική πίεση στην εξουσία απ' ό,τι ακόμη και η πιο οργανωμένη συνδικαλιστικά εργατική τάξη. Η απειλή αυτή μεγαλώνει, όσο περισσότερο η «παγκοσμιοποίηση» ρίχνει τα «τείχη» μεταξύ των εθνικών οικονομιών και οδηγεί ακόμη και κόμματα προερχόμενα από κόλπους του συνδικαλιστικού κινήματος (π.χ. τους Βρετανούς Εργατικούς ή τους Γερμανούς Σοσιαλδημοκράτες) σε ολοένα περισσότερες παραχωρήσεις προς το κεφάλαιο, σε βάρος της εργασίας.

    Στις καπιταλιστικές κοινωνίες η συναίνεση αποτελεί τη θεμελιώδη οργανωτική μορφή της κοινωνικής συμβίωσης, σε αντίθεση με τους προκαπιταλιστικούς (φεουδαρχικούς, δουλοκτητικούς κ.λπ.) σχηματισμούς, όπου προείχε ο καταναγκασμός. Η συναίνεση αυτή όμως, εκφρασμένη ιδεοτυπικά μέσω της σύμβασης ως κυττάρου της οικονομίας της αγοράς και της ψηφοφορίας ως κυττάρου της δημοκρατίας, είναι περισσότερο τυπική παρά ουσιαστική. Οπως ο εργαζόμενος μπορεί να μη διαθέτει πρακτικά άλλη επιλογή από το να εκποιεί την εργατική του δύναμη για να εξασφαλίζει ένα μισθό οριακά επαρκή για την αναπαραγωγή της και μόνο (δηλαδή για την ικανοποίηση των άμεσων βιοτικών του αναγκών), έτσι και ο ψηφοφόρος μπορεί να μην έχει άλλη επιλογή από το να «εκποιεί» την ψήφο του σε έναν από τους -ελάχιστους ούτως ή άλλως- διεκδικητές της εξουσίας, με οριακά μικρή αντιπαροχή, είτε για τον ίδιο, είτε για την κοινωνική τάξη του, είτε για το κοινωνικό σύνολο. Η συναίνεση καθίσταται συχνά προϊόν αφανούς εκβιασμού και ο τελευταίος οδηγεί ολοένα μεγαλύτερη μερίδα πολιτών σε απελπισία και αποστασιοποίηση από τα πολιτικά δρώμενα.

    Το κατά πόσο η πρόσφατη παγκόσμια οικονομική κρίση θα έχει αρκετό βάθος ώστε να οξύνει τη λαϊκή δυσαρέσκεια και να προκαλέσει κοινωνικές και πολιτικές ανατροπές με κοσμοϊστορική σημασία και προοπτική ιδίως στις παραδοσιακές «μητροπόλεις» (Δυτική Ευρώπη, Βόρεια Αμερική) του παγκόσμιου καπιταλισμού είναι προς το παρόν άδηλο. Ούτε και η τελική κατεύθυνση των επερχόμενων αλλαγών είναι σαφής, αφού δεν αποκλείεται μια διολίσθηση προς ανοικτές ή συγκαλυμμένες μορφές αυταρχισμού, όπως συνέβη και μετά την οικονομική κρίση του 1929.

  • «Η δημοκρατία είναι σε κίνδυνο»

    Κίνδυνο για τη δημοκρατία από τις δυνάμεις της αγοράς και την υποχώρηση της πολιτικής διαπιστώνει ο Luke Martell, ελπίζοντας στις μορφές λαϊκής αντίστασης και διαμαρτυρίας που αναπτύσσονται στην Ελλάδα και τον κόσμο.

    LUKE MARTELL Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ, Αγγλία. LUKE MARTELL Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ, Αγγλία. ΕΡΩΤΗΣΗ: Σε πόσο μεγάλο κίνδυνο βρίσκεται σήμερα η δημοκρατία στην Ευρώπη αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο, μετά τις συνεχείς επιθέσεις των αγορών; ρωτήσαμε τον καθηγητή.

    ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Νομίζω έχετε δίκιο. Η δημοκρατία είναι σε κίνδυνο. Η ελληνική και ευρωπαϊκή κρίση προκλήθηκε από μια χρηματοπιστωτική κρίση η οποία οφείλεται στο σορτάρισμα προϊόντων υψηλού ρίσκου από τις τράπεζες και τις χρηματοπιστωτικές βιομηχανίες. Και τώρα οι Ελληνες πρέπει να πληρώσουν κατ' αρχάς με λιτότητα και έπειτα με πολιτικές που επιβάλλονται στις κυβερνήσεις τους και από το χρηματοπιστωτικό σύστημα και από τους ευρωπαίους πολιτικούς, παρά την αντίθεση του ελληνικού λαού.

    Ετσι, υπάρχει μια κρίση δικαιοσύνης αλλά και δημοκρατίας. Λοιπόν ναι, δικαιοσύνη και δημοκρατία υπονομεύονται και οι δύο. Η τελευταία υπονομεύεται μάλιστα ταυτόχρονα από δύο δυνάμεις, τον χρηματοοικονομικό τομέα και τις πολιτικές που ασκούνται. Αλλά οι διαμαρτυρίες στους δρόμους αναπτύσσονται στην Ελλάδα και αλλού, με αποτέλεσμα να υπάρχει μία μορφή δημοκρατίας, η λαϊκή διαμαρτυρία, η οποία ενδυναμώνεται.

    ΕΡΩΤΗΣΗ: Το δίλημμα οικονομία ή δημοκρατία είναι υπαρκτό; Πώς πρέπει να απαντήσουν οι ευρωπαϊκοί λαοί;

    ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Θεωρώ ότι το θέμα έχει την προέλευση στη χρηματοοικονομική βιομηχανία. Αγορά και δημοκρατία δεν μπορούν πλέον να διαχωρισθούν, αλλά η πρώτη έχει υπονομεύσει τη δεύτερη. Οπως και να 'χει, τα κράτη μπορούν να αντισταθούν, ειδικά εάν συνεργασθούν. Ετσι, η ένδεια των πολιτικών αντιδράσεων έχει να κάνει μερικές φορές με την πολιτική βούληση, ωσάν αυτή να επιβάλλεται σε κυβερνήσεις από οικονομικοες επιταγές. Μερικές φορές οι κυβερνήσεις δίνουν στην αγορά οικειοθελώς όσα εν τέλει εξαναγκάζονται να δώσουν.

  • Η οπισθοδρόμηση της δημοκρατίας

    Αυτήν την περίοδο ζούμε μια βραδεία οπισθοδρόμηση της δημοκρατίας στις πλούσιες χώρες και ιδιαίτερα στην Ευρώπη.

    JEAN-PAUL FITOUSSI Οικονομολόγος, καθηγητής στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού. JEAN-PAUL FITOUSSI Οικονομολόγος, καθηγητής στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού. Προς το παρόν τίποτα το θεμελιώδες δεν έχει ακόμα κινδυνεύσει, επειδή οι ατομικές ελευθερίες είναι παντού εγγυημένες, αλλά η άνοδος των πολιτικών εξτρεμισμών, ο πειρασμός του προστατευτισμού, η επανεμφάνιση των ευρωπαϊκών εθνικισμών βρίσκουν γόνιμο έδαφος στην αυξανόμενη διάδοση της επισφαλούς εργασίας, στην παρακμή των μεσαίων τάξεων, στην επιδείνωση της ανεργίας και στην αύξηση των ανισοτήτων.

    Σήμερα είναι του συρμού να λέμε ότι βρισκόμαστε σε αυτήν την κατάσταση επειδή οφείλουμε να αναμετρηθούμε με ένα πολιτικό «τρίλημμα», αλλά εγώ θα μιλούσα μάλλον για ένα «θεώρημα του ανέφικτου». Τα τρία επίμαχα ζητήματα του τριλήμματος υποτίθεται ότι αναφέρονται στη δημοκρατία, την εθνική κυριαρχία και την παγκοσμιοποίηση. Σύμφωνα με μια θέση που διατυπώθηκε και πρόσφατα από τον Ντάνιελ Ρόντρικ, πρέπει να απαρνηθούμε τουλάχιστον ένα από τα τρία επειδή δεν είναι όλα συμβατά μεταξύ τους. Νομίζω όμως ότι αυτός είναι ένας λίγο ρητορικός τρόπος θεώρησης των πραγμάτων, καθώς τα τρία αυτά στοιχεία είναι μάλλον αλληλοσυνδεόμενα.

    Αν απαρνηθούμε τη δημοκρατία απαρνούμαστε την εθνική κυριαρχία, επειδή δεν βλέπω πώς μπορεί να υπάρχει δημοκρατία χωρίς εθνική κυριαρχία. Λέγεται και ότι η εθνική κυριαρχία δεν μπορεί να είναι συμβατή με την παγκοσμιοποίηση. Οφείλουμε όμως να υπερβούμε την παλιά εικόνα μιας παντοδύναμης κυριαρχίας και μιας παντοδύναμης δημοκρατίας καθώς και μιας παγκοσμιοποίησης που περιορίζει τη δύναμή τους. Η παγκοσμιοποίηση είναι ένα φαινόμενο που σήμερα υπάρχει σε έναν κόσμο γεμάτο κράτη-έθνη. Κατά κύριο λόγο το καθήκον αυτών των κρατών είναι να προστατεύουν τους πληθυσμούς. Και το να προστατεύουν τους ανθρώπους δεν σημαίνει προστατευτισμό αλλά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, που επιτρέπουν σε αυτούς τους πληθυσμούς να επιβιώνουν από τα σοκ της παγκόσμιας οικονομίας.

    Χρειάζεται να υπερβούμε όλα αυτά τα σχήματα και να επικεντρωθούμε στο αληθινό πρόβλημα που υπάρχει σήμερα, την αύξηση των ανισοτήτων, που διαρρηγνύει τις παραμέτρους των δημοκρατιών ως το σημείο να απειλεί ακόμη και την καθολική ψήφο, η οποία ήδη σήμερα βρίσκεται σε κίνδυνο επειδή είναι εκτεθειμένη στις πιέσεις των πλουσίων που ελέγχουν τις δεξαμενές σκέψης, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Σε σημείο που, ακόμη και αν η τυπική ισότητα γίνεται σεβαστή, υπάρχουν κατηγορίες πολιτών που έχουν μια επιρροή πάνω στην ψήφο πολύ μεγαλύτερη από την αριθμητική τους σημασία. Ιδού, αυτό είναι το αληθινό πρόβλημα στο οποίο πρέπει να επικεντρωθούμε και η δοκιμασία για οποιαδήποτε κυβέρνηση θέλει να είναι άξια αυτού του ονόματος.

    Η ανισότητα έχει αυξηθεί πολύ περισσότερο στην Αμερική σε σχέση με την Ευρώπη, αλλά τώρα ο πρόεδρος Ομπάμα πρότεινε στο Κογκρέσο ένα σχέδιο για την απασχόληση σχεδόν 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο, αν εγκριθεί, θα δώσει ένα ισχυρό πλήγμα στις ανισότητες. Αντίθετα στην Ευρώπη κινδυνεύουμε να διολισθαίνουμε επί μακρόν σε αυτόν τον κατήφορο εξαιτίας της έλλειψης μιας ευρωπαϊκής κυβέρνησης και εξαιτίας της απουσίας κοινών μέτρων. Δημιουργήσαμε το κοινό νόμισμα χωρίς μια κοινή πολιτική διακυβέρνηση. Σε αυτό το σημείο η δημοκρατία είναι ατελής και θα παραμείνει ατελής όσο οι γάλλοι, γερμανοί, ιταλοί και όλοι οι άλλοι εκλογείς δεν κατορθώνουν να αναδείξουν μιαν ευρωπαϊκή κυβέρνηση προικισμένη με μιαν αληθινή κυριαρχία πάνω σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο.

    Μια κυβέρνηση πρέπει να είναι σε θέση και να επιβάλλει και να καθιστά σεβαστούς συγκεκριμένους κανόνες. Και το πόσο αναγκαίοι είναι αυτοί οι κανόνες το λέει η επιβεβαιωμένη χρεοκοπία της ιδεολογίας των αγορών, σύμφωνα με την οποία οι αγορές είναι τέλειες και δεν χρειάζονται κανόνες. Ηδη από τον καιρό του Μεσαίωνα έχουμε μάθει ότι μια αγορά, για να λειτουργεί, χρειάζεται νόμους και μιαν αστυνομική δύναμη που τους καθιστά σεβαστούς και έχουμε δει ότι οι αγορές χωρίς κανόνες δεν μπορούν να λειτουργήσουν και ότι μάλιστα προκαλούν μόνο συμφορές.

    Για να επιλύσουμε αυτό το πρόβλημα χρειάζεται να περιορίσουμε τη δύναμη των αγορών και ο μοναδικός τρόπος για να το κάνουμε είναι να επιβάλλουμε καθορισμένους κανόνες. Αυτό θα αυξήσει τη δύναμη των δημοκρατιών, αποδίδοντας στους πολίτες την επιλογή ανάμεσα σε διαφορετικά μοντέλα ανάπτυξης, χωρίς να περιμένουν τις αγορές να επιλέγουν για λογαριασμό τους. Αν σήμερα μια αγορά δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς νόμο, αυτός ο νόμος δεν θα μπορέσει ποτέ να υπάρξει χωρίς μια ευρωπαϊκή κυριαρχία. Οσο δεν θα έχουμε μιαν αληθινή ευρωπαϊκή κυβέρνηση δεν θα υπάρξει σταθερότητα.

    *Την επιμέλεια των άρθρων των J.-Ρ. FITUSSI L. GALINO, G. ROSSI έκανε ο Θανάσης Γιαλκέτσης.

  • Η πολιτική μυωπία των κυβερνήσεων

    Τα δραστικά μέτρα λιτότητας που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιβάλλουν στους πολίτες τους δεν αφορούν μόνον την οικονομία.

    LUCIANO GALINO Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τορίνου. LUCIANO GALINO Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τορίνου. Θέτουν κρίσιμα ζητήματα για το μέλλον της δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Πρώτο ζήτημα: οι οργανισμοί στους οποίους οι κυβερνήσεις φαίνεται να έχουν παραχωρήσει την οικονομική κυριαρχία, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι οίκοι αξιολόγησης, δεν διαθέτουν κάποια πολιτική νομιμοποίηση. Εξάλλου, καταδείχθηκαν ανίκανοι τόσο να κατανοήσουν τις πραγματικές αιτίες της κρίσης όσο και να σχεδιάσουν αποτελεσματικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπισή της. Πώς εξηγείται τότε η στάση δουλοπρεπούς υποχωρητικότητας που τηρούν απέναντί τους οι κυβερνήσεις; Τελικά, χρειάζεται να αναρωτηθούμε ποια πολιτική έκβαση θα μπορούσαν να έχουν μεσοπρόθεσμα τα μέτρα λιτότητας. Τόσο η ιστορία του εικοστού αιώνα όσο και πολλές πρόσφατες ενδείξεις επιβεβαιώνουν ότι η πιο πιθανή έκβαση θα μπορούσαν να είναι δεξιά αυταρχικά καθεστώτα.

    Το ΔΝΤ δεν μπόρεσε να αντιληφθεί, μέχρι το καλοκαίρι του 2008, κομβικά στοιχεία που προμήνυαν την κρίση. Δεν εκτίμησε σωστά την πτώση των ισολογισμών του χρηματοπιστωτικού τομέα, τη φούσκα της αγοράς ακινήτων, τη γρήγορη επέκταση του σκιώδους τραπεζικού συστήματος. Υποτίμησε τους κινδύνους μετάδοσης που ενυπήρχαν στο διεθνές χρηματοοικονομικό σύστημα. Αυτά είναι τα διαπιστευτήρια με τα οποία το ΔΝΤ θέλει σήμερα να επιβάλει στις χώρες μας περικοπές στους δημόσιους προϋπολογισμούς και καταιγιστικές ιδιωτικοποιήσεις, οι οποίες από τη μια μεριά αφαιρούν από τους πολίτες θεμελιώδη δικαιώματα, ενώ από την άλλη θα καταλήξουν να χειροτερέψουν την κατάσταση της οικονομίας αντί να τη βελτιώσουν; Οσο για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, γνωρίζουμε ότι οι συμφωνίες του Μάαστριχτ της επιβάλλουν ένα μοναδικό σκοπό: οφείλει να συγκρατεί τον πληθωρισμό κάτω από το 2%. Στις οθόνες των ηλεκτρονικών υπολογιστών εμφανίζονται δραματικοί δείκτες: ανεργία σε αλματώδη άνοδο, διάδοση της προσωρινής και επισφαλούς εργασίας, αύξηση των ανισοτήτων, διάλυση του δημόσιου τομέα, στάσιμοι μισθοί, συντάξεις πείνας. Ενώ το χρηματοοικονομικό σύστημα που προκάλεσε την κρίση εμφανίζεται μέχρι τώρα ανέγγιχτο από κάθε σοβαρή μεταρρύθμιση. Ολα αυτά είναι έξω από τους ορίζοντες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Γι' αυτήν το ουσιώδες είναι η σταθερότητα των τιμών.

    Η επίδραση που ασκούν στα μέτρα λιτότητας οι οίκοι αξιολόγησης, την κρίση των οποίων οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις φαίνεται να την θεωρούν σαν θεϊκή κρίση, εκφράζεται από μια δήλωση του γάλλου πρωθυπουργού Φρανσουά Φιγιόν. Εν όψει των προεδρικών εκλογών του 2012, αυτός είπε ότι πάνω απ' όλα «χρειάζεται να υπερασπιστούμε τα τρία Α της Γαλλίας». Τα ΜΜΕ επαναλαμβάνουν καθημερινά ότι αν ένας από τους μεγαλύτερους οίκους αξιολόγησης υποβαθμίσει την πιστοληπτική μας ικανότητα θα καταστραφούμε. Κανείς δεν θα αγοράζει πλέον τα κρατικά μας ομόλογα ή τα επιτόκιά τους θα ανέβουν τόσο πολύ ώστε θα γίνουν αβάσταχτα για τον κρατικό προϋπολογισμό. Επομένως οι μεγάλες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες θα γίνουν αναπόφευκτες.

    Στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι καθόλου αληθινό και ο φόβος των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων απέναντι σε αυτούς τους οίκους αξιολόγησης φαίνεται να είναι ή αφελής ή πολιτικά ύποπτος. Πρόσφατα, ο επικεφαλής του Eurogroup Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ υποστήριξε ότι εξαιτίας των μέτρων λιτότητας «η εθνική κυριαρχία των Ελλήνων θα περιοριστεί σημαντικά». Και επειδή η λιτότητα έχει παντού το ίδιο πρόσωπο, συνάγεται ότι έπειτα θα περιοριστεί και η κυριαρχία των Πορτογάλων, των Ισπανών, των Ιταλών κ.ά. Ποιος ξέρει αν ο Γιούνκερ έχει κάποια ιδέα για το πού μπορεί να οδηγήσει αυτός ο δρόμος.

    Το 1920, ο νεαρός Κέινς είχε κάποιαν ιδέα. Σχετικά με τις παράλογα τιμωρητικές επανορθώσεις που επιβλήθηκαν στη Γερμανία με τη συνθήκη των Βερσαλλιών του 1919, έγραφε στο βιβλίο του «Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης»: «Η πολιτική να περιορίσουμε τη Γερμανία στη σκλαβιά για μια γενιά, να υποβαθμίσουμε τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπινων υπάρξεων και να στερήσουμε την ευτυχία από ένα ολόκληρο έθνος θα έπρεπε να θεωρείται απεχθής και μισητή... αν δεν είναι και ο σπόρος της καταστροφής ολόκληρης της πολιτισμένης ζωής της Ευρώπης». Ο Κέινς εντυπωσιάστηκε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, στις οποίες συμμετείχε, από την ανικανότητα των κυβερνώντων των νικητριών δυνάμεων να σκεφτούν τις συνέπειες μέτρων που αφαιρούσαν την οικονομική κυριαρχία από ολόκληρα έθνη. Οι σημερινοί κυβερνώντες δεν φαίνεται να δείχνουν μεγαλύτερη οξυδέρκεια από εκείνους του παρελθόντος.

  • Η αμηχανία της πολιτικής

    Ενα από τα προτεινόμενα για πρωθυπουργός της Ελλάδας ονόματα την εβδομάδα που πέρασε ήταν ο εκπρόσωπος της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

    ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ Επίκουρος καθηγητής -Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας Πάντειου Πανεπιστημίου ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ Επίκουρος καθηγητής -Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας Πάντειου Πανεπιστημίου Το αξίωμα αυτό αποτέλεσε και την αποκλειστική αποσκευή τού εν λόγω προσώπου για τη θέση του πρωθυπουργού. Ηταν όμως αρκετό. Και μάλιστα για έναν άνθρωπο που δεν έφυγε με τον καλύτερο τρόπο από προηγούμενα εκτελεστικά αξιώματα που είχε στην Ελλάδα (σε κυβέρνηση και πανεπιστήμιο), όπως θα θυμούνται μερικοί εξ ημών. Και όμως, το όνομα συζητήθηκε και ο εν λόγω φέρεται να έχει βολιδοσκοπηθεί μάλιστα. Είναι σαν να οχλήθηκαν κάποιοι πάρα πολύ από τις συνεχείς κορόνες περί επιτροπείας της Ελλάδας από διεθνείς θεσμούς σαν το ΔΝΤ και να αποφασίστηκε ότι το πρόβλημα μπορεί κάπως να διευθετηθεί με την ανάληψη της πρωθυπουργίας της χώρας απευθείας στον έλληνα εκπρόσωπο σε αυτό. Ο ίδιος φυσικά άμα τη ανάθεση των νέων καθηκόντων, θα εγκατέλειπε το πόστο του.

    Ο γράφων τις γραμμές αυτές δεν τέρπεται από την αγοραία και εν πολλοίς ανέξοδη ρητορεία που (εύλογα πάντως) κυριαρχεί επί των ημερών μας σχετικά με την «εκχώρηση της εθνικής μας κυριαρχίας» στην τρόικα κ.λπ. Πιστεύω ότι εν προκειμένω χρειάζεται μια ψυχραιμία, μολονότι κάποιες «υποδείξεις» διεθνών αξιωματούχων ή αρχηγών άλλων κρατών προς την ελληνική κυβέρνηση είναι τόσο χονδροειδείς, που είμαι βέβαιος ότι ενοχλούν ακόμη και τους πιο πεπεισμένους ευρωπαϊστές εξ ημών. Δεν παρέλκει επί του προκείμενου να θυμηθούμε πως η συμμετοχή μιας χώρας σε θεσμούς όπως η Ε.Ε., ή ακόμη περισσότερο η συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ, συνιστά κυριαρχική εκχώρηση και μάλιστα θεσμισμένη με τον τεχνικά πιο άρτιο τρόπο πολλά χρόνια πριν ο κύριος Ρεν υποδείξει κυβέρνηση εθνικής ενότητας και το δίδυμο Μέρκελ- Σαρκοζί το ερώτημα ενός πιθανού δημοψηφίσματος στην Ελλάδα.

    Αυτό που σήμερα παρουσιάζει περισσότερο ενδιαφέρον, κατά την άποψή μου, στο γεγονός της εκχώρησης εθνικής πολιτικής κυριαρχίας, δεν βρίσκεται στο επίθετο «εθνική», αλλά στο «πολιτική». Η κρίσιμη διολίσθηση της συγκυρίας που βιώνουμε επί των ημερών μας είναι ότι το πολιτικό -ως διαδικασία ρύθμισης κανόνων ανθρώπινης συμβίωσης σε καθεστώς σχετικής αυτονομίας από την αγορά- τείνει να καταστεί ουσιαστικά αποσυνάγωγο. Γνωρίζουμε ότι ο οικονομικός φιλελευθερισμός δεν συνοδεύεται a priori από τον πολιτικό φιλελευθερισμό στο εποικοδόμημά του. Με απλά λόγια, ο καπιταλισμός ενώ γέννησε τη φιλελεύθερη ιδεολογία, πολύ συχνά την απαξίωσε και την ακύρωσε εν μέσω αυταρχικών στρατηγικών έως και πραξικοπημάτων. Το κατεξοχήν τέτοιο παράδειγμα διεθνώς είναι οι δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής, στο πλαίσιο των οποίων νεοφιλελεύθερες πολιτικές επιλογές είχαν την ανάγκη της εκτροπής επειδή αδυνατούσαν να υλοποιηθούν σε φιλελεύθερο δημοκρατικό πολιτειακό περιβάλλον.

    Αυτό που χαρακτηρίζει τη φάση στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα πρώτη από όλα τα κράτη του ευρωπαϊκού νότου (ενός νότου τόσο διεσταλμένου ο οποίος αγγίζει ώς και τη Γαλλία τούτη τη φορά) είναι ότι η νεοφιλελεύθερη διαχείριση της κρίσης χρέους δεν αρκείται σε αυταρχικές πολιτικές επιλογές. Σα να φαίνεται ότι, σε τελευταία ανάλυση, ασφυκτιά μέσα στο πλαίσιο των οποιωνδήποτε επιλογών φέρουν τον μανδύα της πολιτικής. Αυτό που δοκιμάζεται λοιπόν σήμερα είναι κάτι πιο δομικό από την αναντιστοιχία πολιτικού με οικονομικό φιλελευθερισμό, μολονότι η τελευταία είναι διαρκώς παρούσα. Αυτό που αναδεικνύεται στις εξαιρετικές συνθήκες που επιβάλλει η κρίση χρέους είναι πως η ίδια η σφαίρα της πολιτικής κυριαρχίας μαραζώνει. Δεν μαραζώνει βέβαια όπως κάποιοι νομίζαμε κάποτε, αλλά ουσιαστικά ακυρώνεται η οποιαδήποτε διεκδίκηση αυτονομίας του πολιτικού έναντι του οικονομικού πεδίου. Η επιβεβαίωση της πιο χυδαίας εκδοχής του υλισμού και της πιο αγοραίας έκφρασης οικονομικού αναγωγισμού, στην Ευρωπαϊκή Ενωση του 2010...

    Η πολιτική κυριαρχία ως «αυτόνομη βαθμίδα εγγύησης της ενότητας της δημόσιας σφαίρας», «επικράτεια της πολιτικής», «σημείο εκκίνησης και άφιξης όλων των στοιχείων του κράτους» (σταχυολογώ μερικούς ορισμούς από εγχειρίδια συνταγματικού δικαίου) παρέλκει. Ούτε καν ως «όργανο» ή «εργαλείο» της οικονομίας δεν αντιμετωπίζεται. Η τελευταία φέρνει μαζί τη δική της ορχήστρα. Για τους λόγους αυτούς, τα τελευταία χρόνια στέκομαι ειλικρινά αμήχανος πώς θα ξεκινήσω την «Εισαγωγή στη θεωρία του κράτους και του δικαίου» στους πρωτοετείς φοιτητές μας. Φέτος, ακόμη περισσότερο. Σα να διδάσκω αλχημεία στον κόσμο της χημείας. Αισιοδοξώ να μην είμαι μόνος που αισθάνομαι αυτήν την αμηχανία. Στην ελπίδα αυτή μπορεί να βρίσκεται η προσδοκία για ένα ταρακούνημα. Μια ανατροπή.

  • Ποιος είναι ο κυρίαρχος;

    Σε μια περίφημη ομιλία του στο Μόναχο, στις 28 Σεπτεμβρίου 1921, ο Βάλτερ Ράτεναου, ο μεγάλος γερμανός βιομήχανος και διανοούμενος που μερικούς μήνες μετά θα γινόταν και υπουργός Εξωτερικών, δήλωνε προκλητικά: «Η οικονομία είναι το πεπρωμένο μας».

    GUINTO ROSSI Καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Σαν Ραφαέλε του Μιλάνου GUINTO ROSSI Καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Σαν Ραφαέλε του Μιλάνου Θα του απαντούσε πολεμικά, μεταξύ των άλλων, το 1927, ο νομικός και φιλόσοφος Καρλ Σμιτ με ένα άρθρο που είχε τίτλο «Η έννοια του πολιτικού», στο οποίο διεκδικούσε την προτεραιότητα του πολιτικού, διευκρινίζοντας ότι «δεν είναι δυνατό να ξεριζώσουμε το κράτος και την πολιτική και να αποπολιτικοποιήσουμε τον κόσμο».

    Η πρόσφατη οικονομική κρίση, η χειρότερη στην παγκόσμια ιστορία συμπεριλαμβανόμενης και της Μεγάλης Υφεσης (Μπερνάνκι), φαίνεται να έχει δικαιώσει περισσότερο τον Ράτεναου και να έχει φέρει την οικονομία του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού σε θέση απόλυτης πρωτοκαθεδρίας, σε σημείο που η ολική αποτυχία της ιδεολογίας της «ελεύθερης αγοράς» έθεσε σε κρίση την ίδια την πολιτική δημοκρατία. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο στο κέντρο του συστήματος από το οποίο προέρχεται η κρίση, που συμπαρέσυρε και τις άλλες δυτικές οικονομίες, δηλαδή στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ο κυρίαρχος που επιβάλλει σήμερα τις (υποτιθέμενες) λύσεις στις παρούσες και μελλοντικές κρίσεις, με δυο λόγια ο νέος Λεβιάθαν, βρίσκεται στην Γουόλ Στριτ μάλλον παρά στον Λευκό Οίκο.

    Το δημόσιο χρήμα ξοδεύτηκε άφθονα, αυξάνοντας το κρατικό χρέος, προκειμένου να σωθούν οι μεγάλοι χρηματοπιστωτικοί θεσμοί, οι οποίοι είναι υπερβολικά μεγάλοι για να χρεοκοπήσουν (too big to fail). Η προφανής κατάληξη είναι ότι αυτοί οι θεσμοί, υγιείς και πιο μεγάλοι, ξανάρχισαν να μοιράζουν μεγάλες αμοιβές στα ήδη πλούσια στελέχη τους. Και έτσι το κράτος έγινε με τη σειρά του ευάλωτο. Στην περιφέρεια του συστήματος αυτή η κατάσταση οδήγησε τα κράτη των οποίων το χρέος έγινε στόχος άγριων κερδοσκοπικών επιθέσεων στις χρηματοπιστωτικές αγορές (Ελλάδα και Πορτογαλία) στον κίνδυνο της χρεοκοπίας. Και θα είναιάλλη μια φορά τα διεθνή κέντρα της οικονομικής εξουσίας αυτά που θα αποφασίσουν για τη διάσωση, για τη φτώχεια και την εξαθλίωση των πολιτών αυτών των κρατών που είναι αφερέγγυα.

    Στην παγκοσμιοποιημένη χρηματοπιστωτική οικονομία είναι επομένως οι πρωταγωνιστές της εκείνοι που συνιστούν το πεπρωμένο μας. Θα μπορούσε να μου αντιτείνει κανείς ότι η πολιτική έχει ήδη πάρει πολλές πρωτοβουλίες, σε διάφορα επίπεδα, για να αποφύγει νέες κρίσεις και για να προτείνει λύσεις και στην παρούσα κρίση. Αρκεί να θυμηθούμε ότι το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών ενέκρινε πέρσι πάνω από 2.300 σελίδες νέων κανόνων (Dodd Frank Act) που υποτίθεται ότι προορίζονται να εξαλείψουν τις αιτίες της ύφεσης. Ωστόσο, η δημιουργία νέων αρχών επιτήρησης, που μαζί με τις υπάρχουσες πρέπει να εφαρμόσουν μεγάλο μέρος του νέου κανονιστικού πλαισίου, δεν φαίνεται να είναι ούτε ανανεωτική ούτε αποτελεσματική μεταρρύθμιση.

    Ο λόγος είναι ότι όλα ανατέθηκαν στην ομοσπονδιακή τράπεζα και στις άλλες ανεξάρτητες αρχές, δηλαδή σε όλους εκείνους τους ελεγκτές που υποστήριζαν την ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς και που διακήρυτταν (Γκρίνσπαν) ότι τα παράγωγα κάθε τύπου δεν πρέπει να υπάγονται σε κανένα νομικό κανόνα.(...)

  • Δημοκρατικό έλλειμμα, αιχμή της κοινωνικής αναταραχής

    Η Αραβική Ανοιξη, οι αγανακτισμένοι της Ισπανίας, της Ελλάδας, των ΗΠΑ, οι διαδηλωτές του Ισραήλ, της Χιλής αλλού με μαζικά κινήματα, αλλού με λίγες δεκάδες άτομα δεν έχουν πολλά κοινά στοιχεία μεταξύ τους, παρ' όλο που μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι πρόκειται για:

    SERGE HALIMI Διευθυντής, «Le Monde diplomatique» SERGE HALIMI Διευθυντής, «Le Monde diplomatique» *Αυθόρμητες επαναστάσεις

    *Απεξάρτηση από τα κύρια κόμματα (που κρίνονται συνυπεύθυνα για το αδιέξοδο)

    *Αγανάκτηση χωρίς κατεύθυνση αλλά με γνώση της κατάστασης

    Εχουν όμως ένα σημαντικό κοινό στοιχείο, αρνούνται να υπηρετήσουν την καθεστηκυία τάξη τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Αρνούνται ένα άρρωστο σύστημα που θέτει σε αμφισβήτηση τρεις βασικές αξίες των δημοκρατικών κοινωνιών: την ισότητα, τη λαϊκή κυριαρχία και την πολιτική δημοκρατία.

    Ας μείνουμε όμως στην τρίτη αυτή αξία ή καλύτερα στην έλλειψή της, που δεν είναι μόνο ευρωπαϊκό φαινόμενο αλλά παγκόσμιο.

    1. Στην Αμερική η οικονομική εξουσία αγοράζει την πολιτική εξουσία

    Πώς ελήφθη η απόφαση στις ΗΠΑ να συγχωνευτούν τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ένωση που είχε ως αποτέλεσμα τη μόλυνση της παγκόσμιας οικονομίας από τις χρηματοπιστωτικές τρέλες των Goldman Sachs, Citigroup και Bank of America;

    Την άνοιξη του 1996, στο τέλος μιας μέτριας πρώτης θητείας, ο πρόεδρος Κλίντον προετοιμάζει την εκστρατεία επανεκλογής του. Χρειάζεται χρήματα και για να τα βρει έχει την ιδέα να προσφέρει στους πιο γενναίους δωρητές στο κόμμα να περάσουν ένα βράδυ στο Λευκό Οίκο ή ακόμα να πιουν τον καφέ τους με τον πρόεδρο εκεί.

    Ενας από αυτούς τους καφέδες κόστισε δισεκατομμύρια επί δισεκατομμυρίων δολάρια στην παγκόσμια οικονομία και προκάλεσε την απώλεια δεκάδων εκατομμυρίων θέσεων εργασίας. Διότι στις 13 Μαΐου του 1996, μερικοί από τους σημαντικότερους τραπεζίτες των ΗΠΑ έγιναν δεκτοί στο Λευκό Οίκο από μέλη της κυβέρνησης. Εκτός από τον πρόεδρο Κλίντον, παρών ήταν ο υπουργός Οικονομικών, Ρόμπερτ Ρούμπιν, ο υπεύθυνος για τη ρύθμιση του τραπεζικού συστήματος και ο... ταμίας του Δημοκρατικού Κόμματος.

    Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της κυβέρνησης, εκείνη την ημέρα «οι τραπεζίτες συζήτησαν την επερχόμενη νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων των προτάσεων που επιτρέπουν ν' ανοίξουν τα σύνορα που χωρίζουν τις τράπεζες από τα άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα».

    Εκείνη την εποχή, ο νόμος Γκλας-Στίγκαλ του '33 απαγόρευε στις εμπορικές τράπεζες να χρησιμοποιούν τα χρήματα των πελατών τους για να κερδοσκοπούν με διάφορα χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Μπορούσαν μόνο να δανείζουν στους πελάτες και τις επιχειρήσεις.

    Ηταν εύκολο και ακίνδυνο. Μιλούσαν για τον κανόνα 3/6/3: δανείζεσαι με 3%, δανείζεις με 6%, παίζεις γκολφ στις 3 το μεσημέρι.

    Ομως οι τραπεζίτες είχαν βαρεθεί αυτόν τον κανόνα που τους απαγόρευε να κερδίσουν από το θαύμα της νέας οικονομίας και την ώρα του καφέ μπόρεσαν να εκφράσουν την ανυπομονησία τους στον Κλίντον, τη στιγμή που αυτός περίμενε χρηματοδότηση για την επανεκλογή του.

    Και τη συνέχεια τη γνωρίζουμε όλοι.

    Μέγα θαύμα, λίγες εβδομάδες αργότερα ο υπουργός Οικονομικών καταρτίζει το ανάλογο νομοσχέδιο, ενώ τρία χρόνια αργότερα ο επανεκλεγείς Κλίντον υπογράφει το νόμο, ο οποίος προκάλεσε το κερδοσκοπικό όργιο της δεκαετίας του 2000 και κατέληξε στο οικονομικό κραχ του 2008.

    2. Οι Ευρωπαίοι ψηφίζουν, αλλά η ψήφος τους δεν έχει βάρος

    Το 2005, δύο από τις έξι ιδρυτικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η Γαλλία και η Ολλανδία, απορρίπτουν με δημοψήφισμα και με μεγάλη πλειοψηφία την ευρωπαϊκή συνταγματική συνθήκη. Οι κυβερνήτες αποφασίζουν τότε να επικυρώσουν το ίδιο κείμενο από τη Βουλή.

    Τέσσερις μήνες πριν εκλεγεί πρόεδρος, ο Νικολά Σαρκοζί δηλώνει: «Το δικαίωμα στη σύνταξη στα 60 χρόνια πρέπει να παραμείνει». Υστερα από ένα χρόνο και αναφερόμενος στην πιθανή κατάργηση αυτού του δικαιώματος, επιμένει: «Δεν θα το κάνω (...). Δεν είναι μια δέσμευσή μου προς τους Γάλλους. Αρα δεν έχω εντολή να κάνω κάτι τέτοιο. Κι αυτό, ξέρετε, μετράει για μένα».

    Πέρσι, το δικαίωμα στη σύνταξη στα 60 καταργήθηκε. Χωρίς λαϊκή εντολή και παρά τις μεγάλες διαδηλώσεις των Γάλλων.

  • Η χώρα σε «κατάσταση εξαίρεσης»

    Δεν χρειάζεται να είναι κανείς συνταγματολόγος για να παρατηρήσει ότι οι συνταγματικές και δημοκρατικές συντεταγμένες έχουν παραβιαστεί.

    ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΠΟΥΡΔΑΛΑΚΗΣ Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών. ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΠΟΥΡΔΑΛΑΚΗΣ Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ουσιαστικά εδώ και είκοσι περίπου μήνες η χώρα λειτουργεί σε συνθήκες εκείνου που ο Αγκάμπεν όρισε ως «κατάσταση εξαίρεσης», όπου η ανάγκη, πραγματική ή κατασκευασμένη, έχει μετατρέψει σε κανόνα την εξαίρεση, ρυθμίζοντας ή και απορυθμίζοντας έτσι την καθημερινότητά μας. Η αφορμή αυτής της κατάστασης είναι η δημοσιονομική και οικονομική κρίση, που έχουν μετατρέψει τις «αγορές» σε αποκλειστική πηγή εξουσίας και σε μόνη βάση νομιμοποίησης πολιτικών πρωτοβουλιών και αποφάσεων. Με μια πιο δραματική, όσο ίσως και πιο ουσιαστική, διατύπωση θα λέγαμε ότι η συγκυρία εμπράκτως δοκιμάζει τα όρια της συμβίωσης ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δημοκρατία. Με δεδομένο μάλιστα ότι δημοκρατικοί κανόνες και θεσμοί της Ε.Ε. συστηματικά παραβιάζονται από τους «Μερκοζί», θα λέγαμε ότι η παραπάνω τάση δεν αποτελεί μια ακόμη ελληνική ιδιοτροπία αλλά αντίθετα συγκροτεί μια σαφή τάση όπου η δημοκρατία και γενικά το πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης δεν αποτελούν απροϋπόθετες περιοχές έκφρασης, δράσης και επιρροής των πολιτών αλλά αναγνωρίζονται μόνο στον βαθμό που δεν αμφισβητούν τα απόλυτα προτάγματα και τις «ανάγκες» των αγορών.

    Οι παρατηρήσεις αυτές δεν μπορεί να οδηγούν στον αφελή ρομαντισμό ότι στο παρελθόν οι αναγκαιότητες της καπιταλιστικής οικονομίας υποτάσσονταν στη δύναμη της πολιτικής εξουσίας, όπως αυτή οριζόταν από τη δημοκρατική έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας. Ομως πρέπει να παραδεχθούμε ότι το δημοκρατικό πολίτευμα, όπως το γνωρίζαμε, πάντα έβρισκε τον τρόπο να εξασφαλίζει -μέσα από σειρά πολιτικών και διοικητικών πρωτοβουλιών και συμβιβασμών- τους όρους κεφαλαιακής συσσώρευσης και κοινωνικής ευημερίας. Από τη στιγμή όμως που το τελευταίο δεν αποτελεί πλέον καν την επίφαση, πολλώ δε μάλλον τη νομιμοποιητική βάση, για το πρώτο, η δημοκρατία ακόμη και ως διαδικασία πάει περίπατο. Κατά συνέπεια, το ζήτημα της δημοκρατίας αναδεικνύεται σε μείζον επίδικο. Η προάσπιση και ακόμη η εμβάθυνσή της αποτελούν την νέα «ουτοπία» για διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και ευημερίας. Οι εξελίξεις στις σχέσεις οικονομίας και πολιτικής και, πιο συγκεκριμένα, οι σχέσεις μεταξύ αγορών και δημοκρατίας αναδεικνύουν την τελευταία κλειδί όχι μόνο για τη διατήρηση των όποιων δημοκρατικών, φιλελεύθερων ή κοινωνικών, κεκτημένων αλλά και το κατ' εξοχήν πεδίο κοινωνικού μετασχηματισμού.

    Το προφανές ερώτημα που προκύπτει από αυτή την, υπό την αίρεση «των αγορών», λειτουργία της δημοκρατίας είναι πώς μπορεί να διακόψει κανείς τον φαύλο κύκλο απομείωσης της δημοκρατίας και να ανοίξει τη δυναμική εμπλουτισμού της που επιβάλλει η συγκυρία. Η απάντηση στο ερώτημα δεν μπορεί παρά να αναζητηθεί στις κοινωνικές κινητοποιήσεις που διεκδικούν πολιτική εκπροσώπηση και που τα αδιέξοδα της καπιταλιστικής κρίσης τους παρέχουν τη δυνατότητα με άμεσο και απτό τρόπο να συνδέουν το πολιτικό/δημοκρατικό αίτημα με το κοινωνικό. Σε αυτή την προσπάθεια ο ρόλος της διανόησης και του πολιτικού φορέα δεν μπορεί παρά να είναι καθοριστικός, στον βαθμό βεβαίως που κινείται σε αντίστροφη κατεύθυνση από τη συνήθη της συγκυρίας. Και τούτο γιατί: α) η διανόηση ακόμη και όταν εντοπίζει τα πολλαπλά φαινόμενα δημοκρατικής υπονόμευσης δεν μπορεί να προβάλει ταυτολογικό λόγο και επιχειρήματα με το να τα αποδίδει σε υποκειμενικές και συγκυριακές «αδυναμίες», ενώ ταυτόχρονα να αρνείται να κατανοήσει την υποταγή του πολιτικού και της δημοκρατίας στις «αγορές» ως αποτέλεσμα του δομικών αντιφάσεων του όλου συστήματος που βρίσκεται σε κρίση και β) ο πολιτικός φορέας δεν μπορεί παρά να ξεπερνά έμπρακτα τον ρομαντισμό και τα αδιέξοδα του φορέα-πρωτοπορία, που έτσι και αλλιώς αντιστοιχούσε σε εντελώς διαφορετικό καταμερισμό εργασίας, να αξιοποιήσει τις οργανωτικές, πολιτικές και τεχνολογικές κατακτήσεις πολιτικής κινητοποίησης των τελευταίων δεκαετιών και να συγκροτήσει ένα άλλο πρότυπο δημοκρατικό όραμα, το οποίο ενσωματώνει αλλά δεν υποτάσσεται στον (συχνά επικίνδυνο) λαϊκισμό της «άμεσης δημοκρατίας» και πηγαίνει πέρα από τον κονφορμισμό της αντιπροσωπευτικής διαδικασίας. Προκλήσεις μεγάλες αλλά απαραίτητες αν πιστεύουμε ότι η δημοκρατία και η κοινωνική συνοχή έχουν μέλλον.

  • Ευρωπαϊκή ολιγαρχία των αγορών

    Η ευρωπαϊκή ενοποίηση αποτέλεσε μια διαδικασία σταδιακής εκχώρησης κυριαρχικών αρμοδιοτήτων από τα κράτη-έθνη προς έναν ιδιότυπο, «μεταομοσπονδιακό» οργανισμό, κατά τρόπο ασύμμετρο ως προς τα πεδία και τους τομείς που καταλαμβάνουν οι εν λόγω αρμοδιότητες: ενώ στην οικονομική σφαίρα το ευρωπαϊκό κεκτημένο καλύπτει πλέον, κατεξοχήν μετά την ΟΝΕ, ένα ευρύτατο τμήμα πεδίων παρέμβασης, αντίθετα στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο τα επιτεύγματα της ενωσιακής οικοδόμησης εμφανίζονται εξαιρετικά ισχνά.

    ΞΕΝΟΦΩΝ ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, πρόεδρος Ιδρύματος Τσάτσου ΞΕΝΟΦΩΝ ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, πρόεδρος Ιδρύματος Τσάτσου Αυτή η ασυμμετρία προκαλεί σοβαρούς κινδύνους για την εξέλιξη της ενοποιητικής πορείας. Η ασύμμετρη εμβάθυνση και η εξάπλωση της οικονομικής κρίσης θέτουν «υπαρξιακής» υφής ερωτήματα ως προς τον τρόπο λειτουργίας, τη στοχοθεσία και τις προοπτικές της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

    Εάν το ερώτημα «Πού πάει η Ευρώπη;» είχε κάποιες πιθανότητες να διαλευκανθεί πριν από την κρίση, σήμερα η απάντηση εμφανίζεται ακόμη δυσχερέστερη. Αποδεικνύεται ότι θα έπρεπε πρώτα να έχει οριστικά επιλυθεί, έστω σε αδρές γραμμές, το ζήτημα «ποια Ευρώπη θέλουμε» ή ακόμη ακριβέστερα «προς τι η ενωμένη Ευρώπη», ποια είναι δηλαδή σε τελική ανάλυση τα αίτια δημιουργίας και οι σκοποί που εξυπηρετεί σήμερα το ενωσιακό εγχείρημα. Παράλληλα όμως, και διασταυρούμενη με τα μείζονα ερωτήματα για το σκοπό και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τίθεται μια σειρά εξίσου κρίσιμων πολιτικών ζητημάτων που απαιτείται να απαντηθούν: Μπορεί να εκδημοκρατιστεί το ενωσιακό οικοδόμημα τη στιγμή που δεν είναι δυνατόν να γίνεται λόγος για έναν ευρωπαϊκό δήμο; Οι ενωσιακές ιδιομορφίες είναι συμβατές με το ομοσπονδιακό πρότυπο, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί ιστορικά σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Γερμανία και η Ελβετία, ή ορθότερο θα ήταν να γίνεται λόγος για μια τεθλασμένη πορεία με άδηλα χαρακτηριστικά;

    Ομως το ζήτημα δεν είναι μόνον εάν, στο πλαίσιο της ολοένα πιο ανεξέλεγκτης λειτουργίας των αγορών, θα ήταν εφικτό το μοντέλο του δημοκρατικού και κοινωνικού κράτους δικαίου που αναπτύχθηκε στα κράτη-έθνη να μεταφερθεί στο επίπεδο του ενωσιακού οικοδομήματος, έστω μετά από τις αναγκαίες «διορθωτικές» παρεμβάσεις. Εξίσου κρίσιμο είναι το ερώτημα εάν μια τέτοια μεταφορά θα ήταν επιθυμητή ως προς τους θεσμούς του κοινωνικού κράτους, ή εάν το «κοινωνικό έλλειμμα» κατ' ουσίαν υπήρξε σε σημαντικό βαθμό αποτέλεσμα της βούλησης των εθνικών κρατών με ανεπτυγμένους θεσμούς κοινωνικής προστασίας να διαφυλάξουν το κοινωνικό τους πρότυπο.

    Θα ήταν λοιπόν εφικτή και ευκταία η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού χώρου αλληλεγγύης λαμβανομένων υπόψη των τεράστιων αποκλίσεων ανάμεσα στα διαφορετικά εθνικά αναπτυξιακά μοντέλα και συστήματα κοινωνικής προστασίας; Τι σημασία αποκτά η κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων σε ενωσιακό επίπεδο, όταν το κανονιστικό τους περιεχόμενο παραμένει εριζόμενο στα εθνικά κράτη και οι αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Ενωσης παραμένουν ισχνές στον κοινωνικό τομέα; Θα ήταν «δημοκρατικότερη» και «κοινωνικότερη» μια Ευρωπαϊκή Ενωση στην οποία θα επιχειρούνταν να εφαρμοστεί ένα πολιτικό σύστημα παρεμφερές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους όπως διαμορφώθηκαν θεσμικά στο κράτος-έθνος; Και, σε τελική ανάλυση, τι θα σήμαιναν όλα τα προηγούμενα για την εθνική κυριαρχία και κατά πόσον (και πόσα από) τα εθνικά κράτη θα ήταν στο εγγύς μέλλον διατεθειμένα να προχωρήσουν σε ένα τέτοιο βήμα;

    Οι διευρυνόμενες ανισότητες τόσο μεταξύ των κρατών-μελών όσο και στο εσωτερικό των κοινωνιών τους υπονομεύουν το δημοκρατικό πρόταγμα και καθιστούν τις αγορές κυρίαρχες. Κυρίαρχος δεν είναι πλέον ο λαός, αλλά οι αγορές που υπαγορεύουν τη βούλησή τους στις πολιτικές ηγεσίες μέσα από αδιαφανείς διαδικασίες. Μια προϊούσα αποσύνθεση του εγχειρήματος για διεύρυνση της πολιτικής αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα σήμαινε τελικά την περιθωριοποίησή της στη διεθνή αρένα και τη συρρίκνωση των πολιτικών και οικονομικών επιλογών. Ενίσχυση όμως της πολιτικής δεν μπορεί να σημαίνει ταυτόχρονα παρά ενίσχυση της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, διαφορετικά δεν θα συνεπαγόταν παρά τη δημιουργία ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού Λεβιάθαν, ηγεμονευόμενου από ένα άτυπο διευθυντήριο ισχυρών κρατών, που δεν συνομιλούν με τον λαό, αλλά με τις αγορές.

  • Η Ελλάδα έγινε μπαλάκι των αγορών

    Η πλειοψηφία στη χώρα μας απορρίπτει την ευρωπαϊκή πολιτική της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

    GESINE LETZSCH Πρόεδρος του Κόμματος της Αριστεράς, Die Linke GESINE LETZSCH Πρόεδρος του Κόμματος της Αριστεράς, Die Linke Ο λαός δεν είναι πια πρόθυμος να πληρώσει το κόστος της κρίσης. Είναι καιρός να κληθούν να πληρώσουν αυτοί που προξένησαν την κρίση. Ομως, απέναντι σε αυτό αντιτίθεται η κυβέρνησή μας. Εχει δώσει τον πρώτο λόγο της πολιτικής στις τράπεζες και τους οίκους αξιολόγησης. Η καγκελάριος Μέρκελ λειτουργεί ως άνθρωπός τους. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος της οικονομικής κρίσης και γι' αυτό θα πηγαίνουμε από την μια κρίση στην άλλη. Η Ελλάδα έγινε μπαλάκι των αγορών. Και η καγκελάριος Μέρκελ δεν έχει τίποτε καλύτερο να κάνει από το να παίξει το παιχνίδι αυτό. Είναι ένα δραματικό σημάδι της παρακμής της δημοκρατίας μας στην Ευρώπη, όταν ένα δημοψήφισμα στην Ελλάδα προκαλεί τέτοιες μεγάλες αντιδράσεις στους ισχυρούς της Ευρώπης. Ωστόσο κανείς από τους ευρωπαίους ηγέτες δεν εξεγείρονταν όταν η Ελλάδα γινόταν μπαλάκι μεταξύ τραπεζών και χρηματιστηρίων. Τα όσα διαδραματίζονται τον τελευταίο καιρό, η πρόθεση δημοψηφίσματος, η ακύρωσή του, ο σχηματισμός μεταβατικής κυβέρνησης, μας δείχνουν ότι η Ελλάδα κυβερνάται κατευθείαν από τις Βρυξέλλες. Ο ελληνικός λαός δεν ερωτάται καθόλου για τη γνώμη του. Μια εντελώς αντιδημοκρατική συμπεριφορά των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων απέναντι στην Ελλάδα. Είναι ξεκάθαρο το ποιο θα είναι το επόμενο θύμα των τραπεζών και των χρηματιστηρίων. Αυτό το παιχνίδι-ρουλέτα μπορούν να το σταματήσουν μόνον οι πολίτες, εάν αντιταχθούν στις νεο-φιλελεύθερες κυβερνήσεις. Το ευρώ δεν θα σωθεί με το να διατάσσονται συνεχώς πακέτα λιτότητας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι πρακτικές αυτές το μόνο που κάνουν είναι να οξύνουν την κρίση. Και να βάζουν σε δοκιμασία τη δημοκρατία. Το ευρώ έχει πιθανότητα να επιζήσει, μόνον αν αφαιρεθεί η δύναμη από τις αγορές. Χρειαζόμαστε έναν τραπεζικό τομέα με δημόσιο χαρακτήρα, ο οποίος και θα υπηρετεί την πλειοψηφία των πολιτών. Το κόμμα της γερμανικής Αριστεράς θα είναι πάντοτε αλληλέγγυο με τους πολίτες στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία, την Ιρλανδία και τις άλλες χώρες που δεν θέλουν να αποδεχθούν την άνιση κατανομή του πλούτου.

  • Δημοκρατία: Μια ουτοπία του παρελθόντος;

    Ο τύπος της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής δημοκρατίας, που ζήσαμε και στην Ελλάδα μετά το '74, βασίζεται στη σταδιακή πρόσκτηση τριών βαθμίδων δικαιωμάτων του πολίτη.

    ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΙΑΚΟΣ Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΙΑΚΟΣ Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Τα αστικά δικαιώματα, τα οποία είχαν κατοχυρωθεί με τη δημιουργία του σύγχρονου κράτους, τα πολιτικά δικαιώματα, τα οποία προσκτήθηκαν με την καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας σε άνδρες και γυναίκες, και τα κοινωνικά δικαιώματα, τα οποία οφείλονται στη δημιουργία του κράτους πρόνοιας. Εστω και αν κανένα πολιτικό σύστημα δεν λειτουργεί ιδεοτυπικά, αυτός ο τύπος της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής δημοκρατίας ήταν μια μεγάλη κατάκτηση του πολιτισμού, τόσο σε σχέση με τις προηγούμενες φάσεις της ευρωπαϊκής ιστορίας, όσο και σε σύγκριση με την ανελευθερία και τα αυταρχικά καθεστώτα στις τότε κομμουνιστικές χώρες και στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο. Αλλά αυτή η μεταπολεμική ευρωπαϊκή δημοκρατία ήταν δυνατή για τρεις κυρίους λόγους. Ο ένας ήταν ότι βασιζόταν στην οικονομική ανάπτυξη. Ο δεύτερος ήταν ότι επωφελούνταν από σχετικά φτηνή ενέργεια χάρη στην ηγεμονική θέση της Δύσης, έναντι του υπόλοιπου κόσμου. Ο τρίτος ήταν ότι το αντίπαλο δέος του κομμουνισμού εξασφάλιζε έναν συμβιβασμό ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δημοκρατία, ανάμεσα στις αγορές και την πολιτική. Ο καπιταλισμός δηλαδή είχε αποδεχτεί την ηγεμονία της πολιτικής.

    Τι άλλαξε από τότε; Πρώτο, οι αγορές, ως νέος Προμηθέας, αποτίναξαν τα δεσμά του πολιτικού ελέγχου. Σ' αυτό συνέβαλε η κρίση της διευθυνόμενης οικονομίας, και οι περιορισμοί στο χρηματοπιστωτικό σύστημα που είχαν επιβληθεί μετά την προηγούμενη μεγάλη κρίση των αρχών του '30. Στη δεκαετία του '70 και του '80, ο «στασιμοπληθωρισμός» ακύρωσε τις παλιές συνταγές. Η «απελευθέρωση» των αγορών έγινε μια παγκόσμια φιλοσοφία, η οποία απαιτούσε πολύ μεγάλες μεταβολές, όπως την ακύρωση των οικονομικών ελέγχων και των δεσμεύσεων έναντι του κράτους πρόνοιας, αλλά και στην ίδια τη λειτουργία του κράτους ως αυτόνομου θεσμού, ακόμη και την αυτοτέλεια του έθνους κράτους. Την πολιτική αυτή ανέλαβαν να την κωδικοποιήσουν και να την κάνουν νέα οικονομική και πολιτική ορθοδοξία, οι μεγάλοι διεθνείς οργανισμοί όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, αλλά και κομβικές σχολές οικονομικών και πολιτικών σπουδών σε μεγάλα πανεπιστήμια. Με το οριστικό τέλος του κινδύνου εξ Ανατολών και του ψυχρού πολέμου, τελείωσε και ο συμβιβασμός ανάμεσα στις αγορές και τη δημοκρατία.

    Στο νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, και με τις νέες ηλεκτρονικές τεχνολογίες ήταν πολύ δύσκολο να επιβιώσει η δημοκρατία, τουλάχιστον με τη μορφή ενός συμμετοχικού συστήματος αποφάσεων. Τα κέντρα των αποφάσεων χάθηκαν από τον ορίζοντα, όχι γιατί περιήλθαν σε σκοτεινές στοές, όπως μερικές φορές συνέβαινε στην προηγούμενη περίοδο, αλλά γιατί κεφάλαια, τεχνογνωσία, πληροφορίες, εταιρικές σχέσεις κλπ. μπορούσαν να κινούνται πλέον χωρίς περιορισμούς σε ένα πλανητικό επίπεδο. Ακόμη και ο πόλεμος δεν είχε πλέον τα χαρακτηριστικά κράτους εναντίον κράτους, αλλά πλανητικών μηχανών πολέμου, εναντίον κρατών ή δυνάμεων μέσα στα κράτη, όπως στην περίπτωση Αφγανιστάν, Ιράκ, πολέμου εναντίον της τρομοκρατίας.

    Στο νέο αυτό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον άλλαξε η ισορροπία δυνάμεων και η Δύση έχασε τον προνομιακό της χαρακτήρα. Οι νέες δυνάμεις που αναδύθηκαν, όπως η Κίνα, η Ινδία, οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, όλες εκείνες που είναι γνωστές με τα αρχικά BRIK και Next Eleven, ανταγωνίζονταν πλέον τη Δύση από θέσεις που εξασφάλιζαν μεγαλύτερη οικονομική απόδοση και αποτελεσματικότητα. Πρόκειται για χώρες χωρίς δημοκρατία, χωρίς κοινωνικά δικαιώματα και κοινωνικό κράτος, με πολύ χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο, αλλά επίσης με νεανικό πληθυσμό έναντι του γερασμένου της Δύσης, χωρίς την αντίστοιχη εξάρτηση από ταμεία συντάξεων και περίθαλψης. Η Δύση διατηρεί ακόμη την πρωτοπορία στην επιστημονική και τεχνολογική καινοτομία, αλλά για να επιβιώσει είναι υποχρεωμένη να αποδεχτεί ένα κοινωνικό dumping, να χαμηλώσει η ίδια το βιοτικό επίπεδο των κοινωνιών της, να τους αφαιρέσει τα δικαιώματά τους. Αυτά δεν γίνονται χωρίς αναίρεση των κανόνων δημοκρατικής λειτουργίας των κοινωνιών. Αυτό βλέπουμε σήμερα, και η κρίση που ζούμε είναι το κατάλληλο εργαλείο. Γιατί για να υπάρξει δημοκρατία σε μια κοινωνία πρέπει να μπορεί να στέκεται η οικονομία στα πόδια της. Σε συνθήκες κρίσης έχουν οι δανειστές τον πρώτο λόγο, όχι οι πολίτες. Γι' αυτό άλλωστε βλέπουμε να στραπατσάρονται οι θεσμοί, με τον τρόπο που τον είδαμε αυτές τις μέρες.

    Μπορούν να έχουν οι πολίτες λόγο; Μπορεί η δημοκρατία να ανακτηθεί; Αυτό είναι το μέγα πρόβλημα της εποχής για τους σκεπτόμενους ψύχραιμα πολίτες. Πώς θα κινητοποιηθούν, με ποια μορφή και ποιο θα είναι το περιεχόμενο της κινητοποίησής τους; Ποιοι πρέπει να είναι οι στόχοι, και σε ποιο λόγο διατυπωμένοι; Πώς η κινητοποίηση των πολιτών μπορεί να γίνει αποτελεσματική; Η δημοκρατία, η συμμετοχική πολιτική, άλλη μια φορά γίνεται ουτοπία.

  • Η οπισθοδρόμηση της δημοκρατίας

    Η ελληνική και η ιταλική κρίση πυροδότησαν, εκτός από τους φόβους που σχετίζονται με την αφερεγγυότητα των δύο χωρών και την επιβίωση του ευρώ, και τον διάλογο για τη δημοκρατία στην Ευρώπη.

    GIOVANNI PERELLI Αρχισυντάκτης Διεθνών Σχέσεων του περιοδικού «Espresso» GIOVANNI PERELLI Αρχισυντάκτης Διεθνών Σχέσεων του περιοδικού «Espresso» Αφορμές είναι από τη μια πλευρά οι πιέσεις της Μέρκελ και του Σαρκοζί στον Παπανδρέου να εξουδετερώσει τη νάρκη του δημοψηφίσματος, που εμπόδισαν τον κυρίαρχο λαό να εκφραστεί μέσω της πρώτης «επιλογής» της δημοκρατίας, που ήταν το δημοψήφισμα, να αποφασίσει δηλαδή για μέτρα που θα έχουν αντίκτυπο σε όλη την ήπειρο αφορούν όμως πρωτίστως την Ελλάδα. Και από την άλλη η εποπτεία που εξασκούν ΕΚΤ και ΔΝΤ στην Ιταλία υπαγορεύοντας λεπτομερώς το πλαίσιο της λιτότητας, κάτι που αποτελεί αντικειμενικό περιορισμό της εξουσίας της κυβέρνησης και του κοινοβουλίου.

    Ο αντίλογος λέει ότι τόσο η Ελλάδα όσο και η Ιταλία έχουν συνειδητά αποδεχθεί τον περιορισμό της κυριαρχία τους για να γίνουν μέρος μιας κοινότητας (Ε.Ε.) και ότι το κοινό συμφέρον πρέπει να προέχει των εθνικών προβλημάτων. Δεν μπορείς άλλωστε να ανήκεις σε μια λέσχη αν δεν σέβεσαι τους κανόνες της. Και για τη σωτηρία της Ευρώπης μπορούμε να ανεχθούμε ορισμένους περιορισμούς σε αφερέγγυες χώρες.

    Δεν είναι η πρώτη φορά πού η δημοκρατία θυσιάζεται στον βωμό ανώτερων αναγκών. Κλασικό παράδειγμα είναι εκείνο της Αλγερίας, όπου τη δεκαετία του '90 το κόμμα των ισλαμιστών φονταμενταλιστών κέρδισε τις εκλογές, όμως οι στρατηγοί τις ακύρωσαν φοβούμενοι σοβαρές συνέπειες για τη χώρα. Ωστόσο εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ένας παρόμοιος διάλογος αναπτύσσεται σήμερα στην Ευρώπη, που θεωρείται λίκνο της δημοκρατίας.

    Γι' αυτά ευθύνεται κυρίως η μη ολοκλήρωση της Ευρώπης, η οποία αύξησε υπέρμετρα τις διαστάσεις της αλλά μέσα σε τόσα χρόνια δεν έχει βρει ακόμη τη συνοχή της. Αν και έχουν παρέλθει τα χρόνια που ο Κίσινγκερ αναρωτιόταν σε ποιον πρέπει να τηλεφωνήσει για να διαπραγματευθεί με την Ευρώπη, ισχύει ακόμη ότι οι θεσμοί της παραμένουν εύθραυστοι. Μόνο το κοινοβούλιο, που έχει περιορισμένες εξουσίες, έχει διευρυμένες δυνατότητες. Η Κομισιόν είναι ένας γραφειοκρατικός μηχανισμός υποχρεωμένος να διαμεσολαβεί στις διαφορετικές ανάγκες των κρατών μελλών. Η πολυφωνία αυτή μετέτρεψε την Ε.Ε. σε έναν πολιτικό νάνο που εξουσιοδοτεί τις ΗΠΑ, ή τα ισχυρότερα κράτη μέλη της, να επιλύσουν τις διεθνείς κρίσεις (τη Γαλλία στην περίπτωση της Λιβύης). Η δύναμη του ευρώ και οι μεγάλες διαστάσεις της αγοράς της Ευρώπης (σχεδόν 500 εκατομμύρια πολίτες) της εξασφαλίζουν βέβαια μεγάλη οικονομική δύναμη, ωστόσο δεν ανήκουν στη ζώνη του ευρώ και οι 27 χώρες. Και κανένα από τα κράτη μέλη δεν καθορίζει τη νομισματική πολιτική, αφού δεσμεύονται όλα από τις οδηγίες της ΕΚΤ.

    Αναπόφευκτη συνέπεια των όσων ειπώθηκαν είναι ότι στις δύσκολες στιγμές το Παρίσι και το Βερολίνο, τα δύο ισχυρά μέλη, χαράσσουν την πορεία με τον συντονισμό της ΕΚΤ και του ΔΝΤ. Χορηγούν στους αδύναμους κρίκους (Αθήνα και Ρώμη) τις συνταγές τους για τη σωτηρία όλης της Ενωσης. Το βαρύ τίμημα είναι η αποδυνάμωση της δημοκρατίας στο όνομα της «ρεαλπολιτίκ».

  • Κρίση και νεοφιλελεύθερη επίθεση στα δικαιώματα

    Ασφαλώς είναι πολύ πιθανό και συμβαίνει συχνά, τα κυρίαρχα ΜΜΕ να ισχυρίζονται ότι η «δημοσιονομική κρίση» έχει επισπεύσει τις μαζικές διαδηλώσεις, τις απεργίες και τις νέες μορφές πολιτικής κινητοποίησης στην Ελλάδα.

    JUDITH BUTLER Καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Berkeley της Καλιφόρνιας. JUDITH BUTLER Καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Berkeley της Καλιφόρνιας. Αν και είναι αλήθεια πως υπάρχει δημοσιονομική κρίση, αυτή δεν έπρεπε να κατανοείται σαν μια περιοδική δυσκολία που περνά μια χώρα ή μια περιοχή πριν ξαναέρθει στο οικονομικό της «status quo». Αυτό που αναδύεται άμεσα και ασυγκράτητα είναι ένας αστερισμός νεο-φιλελεύθερων πρακτικών, οι οποίες εγκαθιστούν ένα νέο παράδειγμα σκέψης για τη σχέση μεταξύ οικονομικών και κοινωνικών μορφών καθώς και νέους τρόπους εκλογίκευσης, ηθικής και υποκειμενικής μορφοποίησης.

    Αυτό που σπρώχνει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους δεν είναι απλώς η αύξηση της τεχνολογικοποίησης της εργασίας και των μεθόδων υπολογισμού της αξίας της εργασίας και της ζωής.

    Βασικά, ο νεο-φιλελευθερισμός λειτουργεί παράγοντας περιττούς πληθυσμούς. Τους εκθέτει στην επισφάλεια, καθιερώνει μορφές προσωρινής εργασίας, καταστρέφει μακροχρόνιους θεσμούς κοινωνικής δημοκρατίας, αποσύρει κοινωνικές υπηρεσίες από όσους είναι οι πλέον απροστάτευτοι (φτωχοί, άστεγοι, χωρίς χαρτιά). Και αυτό επειδή η αξία των υπηρεσιών αυτών και βασικά οικονομικά δικαιώματα, όπως φαγητό, στέγη, έχουν αντικατασταθεί από οικονομικούς υπολογισμούς που εκτιμούν μόνο τις επιχειρηματικές ικανότητες των ατόμων ενώ παράλληλα ηθικολογεί εναντίον όλων εκείνων που αδυνατούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ή να κάνουν τον καπιταλισμό να δουλέψει γι' αυτούς.

    Ετσι όταν ρωτάμε γιατί τόσοι πολλοί είναι στους δρόμους, είναι γιατί αντιτίθενται σε ολόκληρο το οικονομικό καθεστώς που συγκεντρώνει πλούτο για τους πολύ λίγους και αυξάνει τα ποσοστά εκείνων που ζουν στη φτώχεια και είναι εκτεθειμένοι σε επισφάλεια.

    Οταν οι πληθυσμοί αντιλαμβάνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί σε τέτοιες συνθήκες χωρίς καμία προστασία, καταλαβαίνουν επίσης ότι δεν αντιπροσωπεύονται πλέον από πολιτικά καθεστώτα που είναι αξεχώριστα από νεοφιλελεύθερες μορφές εξουσίας και λογικής. Σ' αυτό το σημείο, οι δημοκρατικές απαιτήσεις από το κράτος θέτουν εν αμφιβόλω για ποιον είναι το «εμείς» που αντιπροσωπεύεται από τις δημοκρατικές κυβερνήσεις, κυρίως όταν αυτές σύρονται και οδηγούν νεο-φιλελεύθερες οικονομικές μορφές που στηρίζονται σε περιττούς πληθυσμούς, ευέλικτη εργασία και εγκατελειμμένους πληθυσμούς.

    Ετσι, όταν οι εγκαταλελειμμένοι συγκεντρώνονται, επιμένουν ότι αποτελούν ακόμη αυτό το «εμείς» που η δημοκρατία πρέπει να αντιπροσωπεύει. Εάν η δημοκρατία μπορεί να έχει ακόμη κάποιο νόημα, πρέπει να εκφράσει τη βούληση του λαού και αυτό που βλέπουμε στους δρόμους, το θόρυβο που ακούμε στις πλατείες. Αυτή είναι η ανασύσταση της λαϊκής βούλησης, η σωματική συγκέντρωση και επιμονή του λαού που δεν θέλει να παραλείπεται και μέσω του οποίου βλέπουμε να θεσπίζονται κοινωνικές μορφές ριζοσπαστικής δημοκρατίας, οι οποίες περιλαμβάνουν σχέσεις ισότητας και αμοιβαίας εξάρτησης.

    Το πρόβλημα δεν είναι η δημοσιονομική κρίση, η «διάσωση» της οποίας θα επαναφέρει τα πράγματα στο φυσιολογικό.

    Το πρόβλημα είναι ότι οι νεο-φιλελελεύθερες μορφές πολιτικής και οικονομικής εξουσίας συνήθως εγκαταλείπουν τους πληθυσμούς σε συνθήκες επισφάλειας και αυτή η περιοδική εγκατάλειψη των λαών έχει γίνει από μόνη της φυσιολογική. Σαν αποτέλεσμα, το κάλεσμα στους δρόμους επιδιώκει όχι να επιδιορθώσει τη δημοσιονομική κρίση αλλά να επιμείνει ότι η διάλυση του νεο-φιλελευθερισμού είναι επιτακτική ανάγκη για την ανανέωση της ριζοσπαστικής δημοκρατίας.

  • Το πολίτευμα όπως το κατάντησαν

    Ποιος κάνει κουμάντο στην πόλη; Η αβίαστη απάντηση στην ερώτηση αυτή είναι: «πάντως όχι ο δήμος». Η κατάντια είναι παγκόσμια.

    ΑΡΙΣ ΚΑΖΑΚΟΣ Καθηγητής Εργατικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ ΑΡΙΣ ΚΑΖΑΚΟΣ Καθηγητής Εργατικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ Εγινε φανερό ότι η «ελεύθερη» αγορά δεν έχει συνάφεια ούτε με τη δημοκρατία ούτε με την ευημερία. Η αγορά καταστρέφει τις δουλειές και τις ζωές των ανθρώπων, ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις, υπαγορεύει πολιτικές και οικονομικά προγράμματα και εχθρεύεται τη δημοκρατία (βλ. και Δ. Τραυλού - Τζανετάτου, Συλλογικές συμβάσεις και νεοφιλελεύθερος ψευδοορθολογιστικός ολοκληρωτισμός, εφημ. «Η Αυγή», 6.1.2011). Είναι χρήσιμο να θυμόμαστε τον Επιτάφιο του Περικλέους: «... και ονομάζεται το πολίτευμα αυτό, επειδή δεν αποβλέπει στο συμφέρον των λίγων αλλά των πολλών, δημοκρατία...» (Θουκυδίδης, Ιστορία, βιβλίο Β, 37, μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλου, 2011, εκδ. Πόλις, σελ. 259).

    Οχι, ο δήμος δεν είναι αμέτοχος. Ξέρουμε τους αυτουργούς και τους συνεργούς του εγκλήματος. Και ξέρουμε επίσης ότι το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας που τελείται εδώ και δύο περίπου δεκαετίες στον πλανήτη, το έγκλημα του νεοφιλελευθερισμού, δεν θα είχε γίνει αν δεν το είχε ανεχτεί ή και πριμοδοτήσει ο δήμος. Αλλά δεν πρέπει να παραβλέψουμε την τερατώδη παραπλάνηση, το φενακισμό και τη χειραγώγηση που υπέστησαν οι συνειδήσεις από μηχανισμούς τρομακτικής βίας όχι μόνο στο συμβολικό επίπεδο της γλώσσας και άρα και της συνείδησης αλλά και στους υλικούς όρους ύπαρξης των ανθρώπων. «Στην πραγματική ιστορία, όπως είναι γνωστό, η κατάκτηση, η υποταγή, η φονική αρπαγή, εν συντομία η βία, παίζουν το μεγάλο ρόλο. Στην απαλή πολιτική οικονομία επικρατούσε από πάντα το ειδύλλιο ...» (Κ. Marx, «Das Kapital», 1. Bd., 24. Kapitel (Die sogenannte urprue-ngliche Akkumulation).

    Η ήττα των κοινωνιών είναι συντριπτική. Ηττηθήκαμε σε πόλεμο κοινωνικό και πολιτικό. Ωστόσο, οι νικητές θα πληρώσουν ακριβά τη νίκη τους. Η ιστορία διδάσκει ότι και οι νίκες χρειάζονται μέτρο, ότι η λεηλασία των ηττημένων δεν είναι φρόνιμο να είναι ολοκληρωτική. Θυμόμαστε καλά, πόσο ακριβά πλήρωσαν οι νικητές τη νίκη τους στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Πώς η Συνθήκη των Βερσαλλιών με τις αβάσταχτες πολεμικές επανορθώσεις που επέβαλαν οι νικητές στην ηττημένη Γερμανία οδήγησε στη γέννηση τεράτων (πτώση τη Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, άνοδος του ναζισμού). Θυμόμαστε επίσης πώς αξιοποιήθηκε η εμπειρία αυτή μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου η ηττημένη Γερμανία αντιμετωπίστηκε με τον αντίθετο ακριβώς τρόπο: Οχι μόνο ανεστάλη η πληρωμή των πολεμικών αποζημιώσεων στους νικητές αλλά και έγινε γενναίο «κούρεμα» των χρεών της Γερμανίας.

    Να συνειδητοποιήσουμε τη ρίζα του προβλήματος: Η ασύμμετρη, καθότι άνιση, παγκοσμιοποίηση, που βάζει τις χώρες της Δύσης να ανταγωνίζονται τους μισθούς της Κίνας και της Ινδίας, που επιβάλλει τη γενικευμένη φτώχεια ως συνταγή για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, παντού κι όχι μόνο στην Ελλάδα που έχει επιπλέον και τις δικές της παθογένειες. Τη φτώχεια που είναι η τελική αιτία και ο λόγος των μεγάλων κρίσεων, όπου η υπερπροσφορά αγαθών αντικρίζεται με την υποκατανάλωση (λόγω φτώχειας). Ας μην αφήσουμε να μας φενακίσουν άλλο. Η χρησιμοποίηση τεχνοκρατών στην κυβέρνηση σημαίνει απαλλαγή των κομμάτων από την πολιτική ευθύνη με σύγχρονη μεταβίβασή της σε πρόσωπα που εξ ορισμού δεν την έχουν, ούτε μπορούν να την έχουν. Χώρια που πολλοί από αυτούς που κυκλοφορούν στην πολιτική αγορά ως τεχνοκράτες είναι αυτουργοί ή συνεργοί στο πολιτικό έγκλημα του νεοφιλελευθερισμού στη χώρα μας και στον κόσμο.

    Το ξέρω, είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς σήμερα για ελπίδα. Ωστόσο η ελπίδα, ως ιστορική και όχι ως θεολογική κατηγορία, είμαστε εμείς. Δεν μας μένει παρά να υπερασπιστούμε το νόμο, τα ατομικά και κοινωνικά μας δικαιώματα. «Μάχεσθαι χρη τον δήμον υπέρ του νόμου όκωσπερ τείχεος» («Ο λαός πρέπει να υπερασπίζεται τον νόμο όπως μάχεται για τα τείχη της πόλης του» - Ηράκλειτος, Η. Diehls / W. Kranz, «Οι Προσωκρατικοί - Οι μαρτυρίες και τα αποσπάσματα», τόμ. Α' Β' έκδ., 2007, 348). Οπως το διατυπώνει πάλι ο Ηράκλειτος, όπως τον σώζει ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια: «Ηράκλειτος το αντίξουν συμφέρον και εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίαν... και πάντα κατ' έριν γίνεσθαι» (Ο Ηράκλειτος έλεγε ότι τα αντίθετα ενώνονται και από τα διαφορετικά προκύπτει η ωραιότερη αρμονία και ότι όλα προκύπτουν από συγκρούσεις, ό.π., 340).

  • Η υλοποίηση του πραξικοπήματος των αγορών

    Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, χαρακτήρισε ως «σιωπηλή και σταδιακή επανάσταση» τα μέτρα ελέγχου και δημοσιονομικής πειθαρχίας που επιβλήθηκαν στα κράτη της Ε.Ε., σε ομιλία του στη Φλωρεντία την επομένη της απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το πακέτο Ευρωπαϊκής Οικονομικής Διακυβέρνησης (18-06-10).

    BILI MEYER Ευρωβουλευτής της Ενωμένης Αριστεράς (Ισπανία), αντιπρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου BILI MEYER Ευρωβουλευτής της Ενωμένης Αριστεράς (Ισπανία), αντιπρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου Αντίθετα από ό,τι εκτιμά ο κ. Μπαρόζο, αυτό σημαίνει ένα πραγματικό σιωπηλό πραξικόπημα κατά της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατίας.

    Ετσι, αυτό το εκ Βρυξελλών πραξικόπημα κατεδαφίζει το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος και ομογενοποιεί τα κριτήρια για να επιτεθεί κατά των μισθών, να μειώσει δραστικά το δημόσιο τομέα, να αυξήσει τα όρια ηλικίας για συνταξιοδότηση και να ιδιωτικοποιήσει δημόσιες υπηρεσίες, μέτρα που ήδη βιώνει ο ελληνικός λαός.

    Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα δεν είναι παρά η υλοποίηση αυτού του πραξικοπήματος των αγορών, που στηρίζεται δραματικά και εδραιώνεται μέσω της τρόικας, δημίου των κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών της Ε.Ε.

    Η απόφαση του Παπανδρέου να πάρει πίσω το δημοψήφισμα, κάτω από τις απαράδεκτες πιέσεις και τη σαφέστατη επέμβαση της Μέρκελ και του Σαρκοζί, τις απειλές για κυρώσεις από την Ε.Ε. έτσι όπως εκφράστηκαν από τον Ολι Ρεν και τη σημαντική πτώση του χρηματιστηρίου μετά την πρόταση για προσφυγή στη βούληση του ελληνικού λαού, είναι ένα ξεκάθαρο παράδειγμα ότι δημοκρατία και καπιταλισμός είναι ασυμβίβαστα.

    Εξ ου και ο τεράστιος φόβος των ευρωπαίων ηγετών απέναντι στην πιθανή έκφραση της λαϊκής βούλησης, που δεν καταδείχθηκε μόνο στην περίπτωση της Ελλάδας αλλά και με την περίφημη μεταρρύθμιση του ισπανικού Συντάγματος που έθεσε όριο στο δημόσιο έλλειμμα.

    Ετσι, μετά την ανακοίνωση της παραίτησης του Παπανδρέου, οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία για το σχηματισμό κυβέρνησης συμμαχίας ανάμεσα σε όσους στηρίζουν τις πολιτικές λιτότητας, καταδεικνύει ξανά ότι, στην πράξη, ήδη υπάρχει μια συμμαχία ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία και τους συντηρητικούς στην Ευρώπη.

    Εν μέσω προεκλογικής εκστρατείας, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην Ισπανία, "θεατρικοποιούν" τις διαφορές τους, ενώ όταν έρχεται η κρίση, αυτή η μεγάλη συμμαχία αποκαλύπτει το πραγματικό της πρόσωπο.

    Με τέτοιου είδους αντιδημοκρατικές χειραγωγήσεις τινάζουν στον αέρα κάθε έννοια λαϊκής κυριαρχίας, υλοποιώντας το πραξικόπημα των αγορών κατά της δημοκρατίας. Η Ε.Ε., η ΕΚΤ και το ΔΝΤ είναι αυτοί που υπαγορεύουν τις σημερινές πολιτικές στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Πορτογαλία και, σε μεγάλο βαθμό, στην Ισπανία, κι ούτε ένας πολίτης δεν έχει επιλέξει τη σύνθεση αυτών των οργανισμών που σήμερα υποθηκεύουν το μέλλον του.

    Η αποκαλούμενη Ευρωπαϊκή Οικονομική Διακυβέρνηση αντιτίθεται στην πραγματική Δημοκρατική Κυβέρνηση της Οικονομίας.

    Δεν είναι τυχαίο ότι αποφεύγουν να προχωρήσουμε σε αυτή τη δημοκρατική διαχείριση, γιατί αυτό θα σήμαινε κάτι που οι αγορές απορρίπτουν: να θέσουν σε εφαρμογή μια πολιτική αρχιτεκτονική, ώστε να ανακτηθούν υπέρ των πολιτών στρατηγικοί τομείς, ανάμεσά τους και ο χρηματοπιστωτικός, και να καθορίσουν έναν οικονομικό προσανατολισμό σχεδιασμένο από και για τους ευρωπαίους πολίτες.

    Υπεύθυνος για την κρίση δεν είναι ο ελληνικός λαός και δεν είναι δίκαιο ούτε αποδεκτό να πληρώνει τα σπασμένα άλλων. Η κρίση δεν είναι μετεωρολογικό φαινόμενο, κάποιος φέρει την πολιτική ευθύνη. Αντί να υφίστανται και άλλες περικοπές οι εργαζόμενοι έπρεπε να καθίσουμε στο εδώλιο του κατηγορουμένου τους ενόχους αυτής της μεγάλης απάτης. Απέναντι στο σιωπηλό πραξικόπημα κατά των ευρωπαϊκών κοινωνικών κατακτήσεων δεν μπορούμε να σκύψουμε το κεφάλι. Απέναντι στην Ευρώπη των αγορών, γίνονται απαραίτητα ο αγώνας, η αντίσταση και η αλληλεγγύη ανάμεσα στις ευρωπαίες και τους ευρωπαίους πολίτες, δηλαδή η άσκηση της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ με κεφαλαία.

  • Γιατί έπρεπε να είμαστε οργισμένοι

    Φαίνεται ότι οι πολιτικές για την κρίση σε όλη την Ευρώπη καθοδηγούνται από μια ιδέα: ότι η σταθεροποίηση των χρηματιστικών αγορών είναι πιο σημαντική από τη σταθερότητα στις ζωές των ανθρώπων.

    REBEKA HARMS Συμπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πράσινου Κόμματος / Ευρωπαϊκή Ελεύθερη Συμμαχία, στο Ευρωκοινοβούλιο. REBEKA HARMS Συμπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πράσινου Κόμματος / Ευρωπαϊκή Ελεύθερη Συμμαχία, στο Ευρωκοινοβούλιο. Φαίνεται, επίσης, ότι καμία χώρα στην Ε.Ε δεν έχει υποστεί τέτοιες ταλαιπωρίες όπως η Ελλάδα, ενώ αντίθετα άλλες χώρες παραμένουν ανέγγιχτες. Ορισμένες απ' αυτές, όπως η Γερμανία, συζητούν ακόμη και την περικοπή φόρων στο εσωτερικό τους, ενώ δίνουν συμβουλές στο εξωτερικό. Αυτό φαντάζει άδικο και δικαιολογεί πράγματι ένα αίσθημα βαθιάς οργής.

    Θα ήθελα να εξηγήσω σε ποιο βαθμό συμμερίζομαι αυτό το αίσθημα. Πιστεύω πως, όταν βλέπω την κρίση στην Ευρώπη, είναι σημαντικότερο να κοιτάζω τους Ευρωπαίους και όχι τα κράτη. Σ' αυτή την κατάσταση τίποτα δεν οδηγεί σε πιο θολά συμπεράσματα από τον άστοχο εθνικισμό: δεν είναι η Γερμανία, η Φιλανδία και η Ολλανδία που πληρώνουν για κάποιους στην Ελλάδα, την Ιρλανδία ή την Πορτογαλία και ίσως σύντομα την Ιταλία και την Ισπανία. Η εθνική ρητορεία το μόνο που κάνει είναι να αποκρύπτει τα εσωτερικά χάσματα σ' αυτές τις χώρες.

    Από ποιους εξαρτώνται αυτοί οι άνθρωποι στις πολιτικές αποφάσεις; Με την πίεση των χρηματιστικών αγορών οι πολιτικοί έχουν αποφασίσει να εφαρμόσουν μέτρα με εγγυημένα αποτελέσματα: περικοπές στον προϋπολογισμό και αυξήσεις στον ΦΠΑ. Αυτά τα μέτρα πλήττουν σκληρότερα τη μεσαία τάξη και τους λιγότερο ευνοημένους περισσότερο από τους εκατομμυριούχους. Η πρόσφατη οικονομική πτώση στην Ευρώπη μπορεί να εξηγηθεί καλύτερα με την πτώση στην κατανάλωση, η οποία οφείλεται στα μέτρα λιτότητας.

    Ο στόχος της οργής μας πρέπει να είναι η διόρθωση αυτής της πορείας, σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κριτικάρουμε τον τρόπο λήψης των αποφάσεων του Συμβουλίου, ο οποίος έχει ακολουθήσει το πλαίσιο του «τόσο λίγο, τόσο αργά» από την αρχή της κρίσης, κάνοντας δύσκολη τη ζωή των Ελλήνων. Παλεύουμε για ισορροπημένη οικονομική διακυβέρνηση, υπό διαφανή και δημοκρατικό έλεγχο. Παλεύουμε για αποτελεσματική χρηματοπιστωτική ρύθμιση, έτσι ώστε οι τράπεζες να εμπλέκονται λιγότερο συχνά στην καταστροφική κερδοσκοπία και να σταματήσουν να στηρίζονται στην κρατική βοήθεια.

    Παλεύουμε για δικαιότερη φορολογική πολιτική για να γίνει αδύνατη η φοροδιαφυγή. Θέλουμε, επίσης, οι τράπεζες να συμμετάσχουν στο κόστος της κρίσης μέσω ενός φόρου στις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Στις περισσότερες περιπτώσεις το κάνουμε αυτό ενάντια στην αντίσταση των συντηρητικών κομμάτων στο Ευρωκοινοβούλιο, τα οποία τείνουν να βλέπουν τον εαυτό τους ως τους «κολλητούς» της χρηματιστικής βιομηχανίας. Ομως τίποτα απ' αυτά δεν θα σώσει την Ευρώπη, εάν οι λαοί στα κράτη-μέλη δεν συμβάλλουν επίσης. Βλέποντας από τις Βρυξέλλες την κατάσταση στην Ελλάδα, υπάρχει ένα ερώτημα που με προβληματίζει. Γιατί δεν υπάρχει ένα κίνημα πολιτών για την αναγέννηση του ελληνικού κράτους; Στην οργή ενάντια στις περικοπές των συντάξεων και τα φορολογικά χαράτσια δεν έχω ακούσει κάποια αναφορά για ένα κίνημα υπέρ της φορολογικής πειθαρχίας και της επαρκούς διοίκησης, ένα κίνημα ενάντια στη διαφθορά και τη φοροδιαφυγή.

    Οταν το περίγραμμα αυτού του μετασχηματισμού γίνει ορατό, η Ευρώπη πρέπει να εμπλακεί σε ένα σχέδιο για την Ελλάδα. Ενα σχέδιο που θα πηγαίνει πέρα από τη λιτότητα και θα βοηθάει μια βιώσιμη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Πάνω απ' όλα αυτό το σχέδιο πρέπει να εστιάσει στις ενεργειακές υποδομές. Εν τέλει, η Ελλάδα έχει τεράστιες δυνατότητες στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Το σχέδιο θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί μέσω ευρωπαϊκών ομολόγων και των ταμείων συνοχής. Μόνο εάν οι έλληνες πολίτες αγκαλιάσουν αυτό το νέο ξεκίνημα μπορεί ένα τέτοιο σχέδιο να πετύχει.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Πολιτική της έντυπης έκδοσης
Κυβέρνηση
Αλλάζουν οι όροι του παιχνιδιού
Τα 11 αγκάθια της νέας κυβέρνησης
Πρωθυπουργός σε τέσσερις νύχτες
Συγκατοίκηση με λεπτές ισορροπίες
Εργα και ημέρες του Λ. Παπαδήμου
Οι «μνημονιακοί» κέρδισαν τη μάχη
Οι 8 τραπεζίτες που έγιναν πρωθυπουργοί
Το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση και ο ΛΑΟΣ στην εξουσία
ΠΑΣΟΚ
Το καταστατικό, ο πρόεδρος και το άγχος των εκλογών
Νέα Δημοκρατία
Διχασμός στη Ν.Δ. λόγω συναίνεσης
Συνέντευξη: Φίλιπ Τσιάρας
«Ο Γιώργος και ο Αντώνης πιστεύω να ξαναγίνουν φίλοι»
ΚΚΕ
Τώρα ακόμη πιο αντικυβερνητικά
ΣΥΡΙΖΑ
Κυβέρνηση ταχείας φθοράς βλέπει ο ΣΥΡΙΖΑ
Δημοκρατική Αριστερά
Πλειοψηφούσε το «παρών» αλλά υπερίσχυσε το «όχι»
ΛΑΟΣ
Μπήκε στην κυβέρνηση αλλά κοιτάζει προς τη Ν.Δ.
Ευρωπαϊκή Ένωση
Σενάρια για Ευρώπη δύο ταχυτήτων
Διπλωματία
Χάγη: Παγώνει το θέμα των Σκοπίων
Βιβλίο
Αποκαλύπτοντας τις δανειακές συμβάσεις