Έντυπη Έκδοση

Σύνταγμα

  • Η «Ε» ανοίγει διάλογο με την κοινωνία

    Αλλάζουμε το Σύνταγμα

    Για να αλλάξει και η χώρα Ξεκινάμε σήμερα μία μεγάλη δημόσια συζήτηση για την ανάγκη ουσιαστικών αλλαγών στο Συνταγματικό Χάρτη. Η μεταρρύθμιση του πολιτικού πλαισίου και η ενεργός συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων θα ενισχύσουν τους δημοκρατικούς θεσμούς. Σήμερα γράφουν οι συνταγματολόγοι Γιώργος Κασιμάτης και Γιώργος Σωτηρέλης.

    Ολοι οι πολίτες δικαιούνται να έχουν λόγο. Ας μην το αγνοήσει καμιά κομματική ηγεσία Ολοι οι πολίτες δικαιούνται να έχουν λόγο. Ας μην το αγνοήσει καμιά κομματική ηγεσία Η Ελλάδα ουσιαστικά χρεοκόπησε και κρεμάστηκε στη βούληση των δανειστών της. Κάτω από τα βάρη τού χθες και τις παρενέργειες της θεραπευτικής αγωγής που της επέβαλαν, η αγορά στέγνωσε, η οικονομία αποσαθρώθηκε και η κοινωνία γύρισε στο βιοτικό επίπεδο του περασμένου αιώνα. Χρειάζονται τώρα τολμηρές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις για να μπορέσει, κάποια στιγμή, να σταθεί η χώρα στα πόδια της και να τραβήξει μπροστά.

    Ενα όμως είναι περισσότερο από βέβαιο: πως, ό,τι κι αν γίνει, δεν θα είναι επαρκές εάν παραμείνουν ανέγγιχτα τα εκκολαπτήρια των κακοδαιμονιών της. Κι ούτε θα διασφαλιστεί οτιδήποτε απ' όσα γίνουν, εάν αφεθούν στη δίνη μελλοντικών κομματικών σκοπιμοτήτων. Κι ούτε βέβαια θα αποτραπεί η επιστροφή στις παθογένειες του χθες, εάν δεν υπάρξουν αποτελεσματικές ασφαλιστικές δικλίδες. Πέρα και πάνω από όλα, δηλαδή, χρειάζεται μια τολμηρή, ριζική, ανατρεπτική, συνταγματική αναθεώρηση.

    Οι αδυναμίες του παρελθόντος και οι ανάγκες του μέλλοντος είναι καλά γνωστές. Αφορούν τη διάκριση των λειτουργιών και την ανεξαρτησία των τριών εξουσιών, τη σταθερότητα των κυβερνήσεων και τον αποκλεισμό καιροσκοπικών εκλογικών αναμετρήσεων, την αυτοτέλεια της Δικαιοσύνης και την ανεξαρτησία των λειτουργών της, την αναβάθμιση της Βουλής και την ενδυνάμωση του ρόλου των μελών της. Και βέβαια την αποκατάσταση του κύρους των θεσμών, που τρώθηκε σοβαρά από την επέλαση της διαφθοράς και της ασυδοσίας, την ατιμωρησία εγκληματούντων υπουργών και την κατάχρηση της βουλευτικής ασυλίας.

    Μείζονος σημασίας στους δύσκολους καιρούς που ακολουθούν είναι οι αλλαγές που απαιτούνται προκειμένου να προστατεύεται το περιβάλλον, αλλά να μην υπονομεύεται η ανάπτυξη. Να προάγεται η οικονομική δραστηριότητα και σταθερότητα, αλλά και να προστατεύεται αποτελεσματικά η κοινωνική δικαιοσύνη. Να αποτραπούν στο μέλλον πρακτικές υπονόμευσης και παραβίασης της συνταγματικής νομιμότητας. Να αναλάβει τις ευθύνες του το κράτος, αλλά και να απαλλαγεί από τις δουλείες του νοσηρού κομματισμού. Να επιβεβαιωθεί στην πράξη το δικαίωμα των Ελλήνων για ίσες ευκαιρίες, αλλά και να κατοχυρωθεί η ισότητά τους ενώπιον των νόμων.

    Η ευκαιρία για τολμηρή διόρθωση και ουσιαστική αναβάθμιση του Συνταγματικού μας Χάρτη ανοίγει τις πόρτες της τον ερχόμενο Ιούνιο. Είναι άγνωστο όμως -καθώς οι εκλογές μπορεί να προκύψουν ανά πάσα στιγμή- για πόσο καιρό θα κρατήσει. Γι' αυτό ακριβώς, καιρός για χάσιμο δεν υπάρχει. Η ευκαιρία αυτή δεν μπορεί να χαθεί, εξαιτίας ολιγωριών και σκοπιμοτήτων. Ούτε και να αφεθεί αποκλειστικά και μόνο στα κομματικά δώματα. Ούτε να βυθιστεί σε επικοινωνιακά γρανάζια και ευτελείς ιδιοτέλειες.

    Στην υπόθεση αυτή, δεύτερες σκέψεις δεν χωρούν. Ολοι οι ειδήμονες, όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι, όλοι οι πολίτες, δικαιούνται να έχουν λόγο. Κι αυτό ας μην το αγνοήσει καμιά κομματική ηγεσία και κανένας βουλευτής. Εάν άλλωστε για τα άλλα δεν μπόρεσαν ν' ακούσουν τη φωνή του κόσμου, ας την ακούσουν τουλάχιστον γι' αυτά.

    Από αυτή την Κυριακή, η «Ελευθεροτυπία» ανοίγει δημόσιο διάλογο με την κοινωνία για την αναθεώρηση που έχει ανάγκη ο τόπος. Θα ζητήσουμε τις θέσεις κομμάτων και πολιτικών, συνταγματολόγων και ακαδημαϊκών, εκπροσώπων κοινωνικών ομάδων, και συγγραφέων. Αλλά όχι μόνο. Η συζήτηση θα είναι ανοιχτή σε κάθε πολίτη που θέλει είτε να προτείνει συγκεκριμένες αλλαγές είτε να κρίνει τις απόψεις ειδημόνων, κοινωνικών εταίρων και πολιτικών κομμάτων. Κάθε πολίτης θα μπορεί να συμμετέχει ενυπόγραφα, είτε με επιστολή του στην εφημερίδα είτε με ηλεκτρονικό σχόλιο μέσω της διαδραστικής πλατφόρμας που συνδέει την εφημερίδα με το Διαδίκτυο.

    Στη διάρκεια της συζήτησης θα ανοίξουν όλα τα φλέγοντα ζητήματα, ενώ στην πορεία θα τίθενται ερωτήματα και θα πραγματοποιούνται δημοσκοπικές έρευνες για τον προσδιορισμό των θεμάτων που προτάσσει η κοινωνία. Η συζήτηση αυτή -που θα φιλοξενείται από την «Ε»- συνιστά βήμα συμμετοχικής Δημοκρατίας, και τα συμπεράσματά της μπορεί να συμβάλουν τόσο στη βελτίωση συγκεκριμένων προτάσεων όσο και στη διατύπωση νέων. Ετσι ώστε όχι μόνο να μη χαθεί η ευκαιρία αλλά και να πραγματωθεί η συνταγματική διόρθωση που θα ασφαλίσει οριστικά την πορεία της χώρας στη νέα εποχή. «Ε» 

  • Ωρα για ριζικές αλλαγές

    Οι προηγούμενες αναθεωρήσεις υποτάχθηκαν σε πολιτικά παιχνίδια και συγκυριακές επιδιώξεις Στην Ελλάδα του Μνημονίου και της οικονομικής κρίσης είναι διάχυτη η πεποίθηση ότι το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης έχει χρεοκοπήσει, ενώ μέσα στη δίνη των σκανδάλων το κοινωνικό αίτημα για απόδοση ευθυνών παραμένει μετέωρο.

    Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Ο λαός επιβάλλει Σύνταγμα στον έως τότε απόλυτο μονάρχη Οθωνα  (λαϊκή λιθογραφία) Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Ο λαός επιβάλλει Σύνταγμα στον έως τότε απόλυτο μονάρχη Οθωνα (λαϊκή λιθογραφία) Καθώς η αναγκαιότητα για θεσμικές μεταρρυθμίσεις -που θα εξυγιάνουν το πολιτικό και κομματικό σύστημα- είναι επιτακτική, συνταγματολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες αλλά και τα κόμματα της συγκυβέρνησης θεωρούν ότι έφτασε η ώρα για ριζικές συνταγματικές αλλαγές, που θα διαμορφώσουν το νέο Κατασταστικό Χάρτη της χώρας.

    Βέβαια, η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι το φάρμακο που θα γιατρέψει τις χρόνιες παθογένειες της πολιτικής και τις δυσλειτουργίες του συστήματος, οι οποίες θα μπορούσαν, εάν υπήρχε πολιτική βούληση, να έχουν ήδη αντιμετωπιστεί από τον κοινό νομοθέτη (διαφάνεια στη χρημοτοδότηση κομμάτων, αλλαγή εκλογικού νόμου κ.ά.). Ωστόσο, σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία, το πολιτικό προσωπικό θέλει να δείξει ότι έχει λάβει τα μηνύματα της οργισμένης κοινωνίας και να ανακτήσει τη χαμένη του αξιοπιστία, προωθώντας, μέσω του Συντάγματος, ένα μοντέλο δημοκρατικότερης λειτουργίας του κράτους και αυξημένης λογοδοσίας.

    Επιδίωξη της τρικομματικής κυβέρνησης είναι να υπάρξει η ευρύτερη δυνατή συναίνεση, που έτσι κι αλλιώς είναι απαραίτητη για μια ουσιαστική αναθεώρηση. Οι συσχετισμοί δυνάμεων είναι τέτοιοι που απαιτούν συγκλίσεις, αφού Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ δεν συγκεντρώνουν το μαγικό αριθμό των 180 ψήφων, ώστε οι προτάσεις τους να περιληφθούν στις αναθεωρητέες διατάξεις που θα ψηφίσει η επόμενη Βουλή.

    Τον προσεχή Ιούνιο είναι επιτρεπτή, κατά το Σύνταγμα, η έναρξη της αναθεωρητικής διαδικασίας. Ηδη, όμως, η συνταγματική αναθεώρηση βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα των κυβερνητικών εταίρων, οι οποίοι εντείνουν τις διεργασίες για την τελική διαμόρφωση των προτάσεών τους. Αυτή τη φορά η βεντάλια των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων που συζητούνται αφορά δομικές αλλαγές, που ακουμπούν και στο ρόλο του προέδρου της Δημοκρατίας.

    Η «Ε» και η «Κ.Ε.» ανοίγουν το δημόσιο διάλογο, με τη θέση ότι το Σύνταγμα δεν είναι υπόθεση μόνον των πολιτικών αλλά και της κοινωνίας των πολιτών.

    Δυστυχώς, οι προηγούμενες αναθεωρήσεις υποτάχθηκαν σε πολιτικά παιχνίδια και συγκυριακές επιδιώξεις. Η αλλαγή του Συντάγματος το 2008 έχει να επιδείξει κυρίως την κατάργηση του επαγγελματικού ασυμβίβαστου των βουλευτών, ενώ η συνταγματική αναθεώρηση του 2001 μπορεί να ήταν ευρεία, αλλά χωρίς τόλμη και ξεκάθαρο πολιτικό στίγμα. Μονοθεματική ήταν και η αναθεώρηση του 1986, με επίκεντρο τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας και αντίστοιχη ενίσχυση του ρόλου του πρωθυπουργού.

    Σήμερα, όλοι συμφωνούν ότι η διαλεύκανση των σκανδάλων διαφθοράς και η τιμωρία των ενόχων προϋποθέτουν την κατάργηση του άρθρου 86 του Συντάγματος, που επιφυλάσσει για τους πολιτικούς σύντομη παραγραφή, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τους υπόλοιπους Ελληνες πολίτες. Οι αρχιτέκτονες της συνταγματικής αναθεώρησης των 2001 και 2006 ψήφισαν και διατήρησαν μια ρύθμιση που λειτούργησε ως μηχανισμός ποινικής προστασίας των πολιτικών και εργαλείο ατιμωρησίας.

    Αθικτο παραμένει μέχρι τώρα και το σύστημα διορισμού της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων από την κυβέρνηση, που εισήχθη με το Σύνταγμα του 1975. Και εδώ υπάρχει συμφωνία για την ανατροπή του, προκειμένου να κλείσει ο δίαυλος επικοινωνίας εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. Σύγκλιση απόψεων καταγράφεται και ως προς τον περιορισμό της βουλευτικής ασυλίας, ενώ αναγκαία προβάλλει η αναμόρφωση του θεσμού του δημοψηφίσματος, ώστε να αποτελέσει αντίβαρο στην εξουσία της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Κρίσιμη, πάντως, παράμετρος είναι και η κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων, μετά τα πλήγματα που δέχθηκαν με την εφαρμογή του Μνημονίου.

    Αν και στον κυβερνητικό συνασπισμό σημειώνονται αποκλίσεις ως προς τις αναθεωρητέες διατάξεις, υπάρχει σύμπνοια σχετικά με την ανάγκη συνταγματικών μεταρρυθμίσεων που θα αλλάξουν τους κανόνες προς την κατεύθυνση του μετασχηματισμού του πολιτικού συστήματος.

    Οι βασικοί άξονες των προτάσεων που επεξεργάζεται η Ν.Δ. αφορούν το ασυμβίβαστο βουλευτών και υπουργών, την εκλογή και ενίσχυση του ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, την αλλαγή της διάταξης για την ασυλία των βουλευτών, την καθιέρωση αμετάβλητου εκλογικού συστήματος και την επέκταση της βουλευτικής περιόδου με στόχο την πολιτική σταθερότητα.

    Το ΠΑΣΟΚ μιλάει για βαθιά και ολική αναθεώρηση του Συντάγματος που θα προβλέπει νέο ρόλο για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με εκλογή απ' ευθείας από το λαό, αλλαγή του εκλογικού συστήματος, ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, διεύρυνση του «πόθεν έσχες», συνταγματική αναβάθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οριοθέτηση των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας και δημοσιονομικό σύνταγμα.

    Η ΔΗΜΑΡ αναμένεται να προτείνει αλλαγές στις υπερεξουσίες του πρωθυπουργού και της εκτελεστικής εξουσίας, ουσιαστικότερο ρόλο στη Βουλή, σαφή διάκριση των εξουσιών, διακριτό ρόλο Εκκλησίας-Κράτους, συμμετοχικές διαδικασίες και λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία.

    Στην ατζέντα του ΣΥΡΙΖΑ προτεραιότητα έχουν τα θέματα σχετικά με τον εκλογικό νόμο, τα δημοψηφίσματα, την άρση του πρωθυπουργικού μοντέλου, το βασικό μέτοχο σε σχέση με τα ΜΜΕ, το διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας, τη συνταγματική κατοχύρωση ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και το πολιτικό χρήμα.

    Το ΚΚΕ βλέπει θετικά αλλαγές που έχουν σχέση με το νόμο περί ευθύνης υπουργών, το διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας, τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και τον εκλογικό νόμο.

  • Χρειάζεται αναθεώρηση του Συντάγματος;

    Με τη συμπλήρωση 5 χρόνων από την κολοβή συνταγματική αναθεώρηση του 2008, που σπαταλήθηκε για να καταργηθεί το κοινοβουλευτικό ασυμβίβαστο, αρχίζει και πάλι να ζωντανεύει η συζήτηση για μια νέα αναθεώρηση.

    Η συζήτηση αυτή είναι χρήσιμη, αρκεί να αποφευχθεί ο κίνδυνος του συνταγματικού λαϊκισμού. Ο κίνδυνος δηλαδή να θεωρηθεί η αναθεώρηση του Συντάγματος πανάκεια, διά «πάσαν νόσον» του πολιτικοδιοικητικού μας συστήματος, και να μετατεθεί στο μέλλον, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας, η επίλυση των σοβαρότατων σχετικών προβλημάτων.

    Η συζήτηση λοιπόν για την αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει να είναι νηφάλια και να θέτει το ζήτημα στις σωστές του διαστάσεις, χωρίς υπερβολές και μυθοποιήσεις. Με βάση μια τέτοια προσέγγιση, πρέπει να εκκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι το Σύνταγμα του 1975 αποδείχθηκε εν πολλοίς ένα επιτυχημένο Σύνταγμα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω βελτίωσής του, ιδίως εν όψει των προβλημάτων που ανέδειξε η πρόσφατη και πολλαπλά τραυματική εμπειρία της οικονομικής κρίσης και του Μνημονίου. Αρκεί οι όποιες αλλαγές να αποτελέσουν αντικείμενο μιας ισορροπημένης συνταγματικής πολιτικής, που ναι μεν θα χαρακτηρίζεται από περίσκεψη και φειδώ -εκκινώντας από το σεβασμό στη συνταγματική μας παράδοση και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του Συντάγματος- αλλά ταυτόχρονα θα σηματοδοτεί μια νέα πορεία ανάταξης του πολιτικού συστήματος, με καίριες και ρηξικέλευθες απαντήσεις στις προκλήσεις των καιρών.

    Αφετηρία μιας τέτοιας προσέγγισης πρέπει να αποτελέσει η ίδια η διαδικασία αναθεώρησης (άρθρο 110 Σ), η οποία είναι υπερβολικά δυσκίνητη αλλά και μπορεί, με βάση την κρατούσα ερμηνεία, να επιφυλάξει δυσάρεστες εκπλήξεις στη δεύτερη φάση της αναθεώρησης, με την εξειδίκευση του περιεχομένου μιας τροποποίησης κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν που είχε συμφωνηθεί ή διαφανεί στην πρώτη φάση της. Για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων έχει ωριμάσει πλέον η ιδέα ότι μπορεί και επιβάλλεται να τροποποιηθεί η ίδια η διαδικασία αναθεώρησης, προκειμένου αυτή να μπορεί να ολοκληρώνεται σε μία Βουλή, με δύο ψηφοφορίες που θα απέχουν μεταξύ τους ένα μήνα (και με αυξημένη πλειοψηφία -3/5 ή 2/3- σε αμφότερες).

    Από εκεί και πέρα, μια συνταγματική πολιτική, όπως την προσδιορίσαμε, θα μπορούσε να κινηθεί στις ακόλουθες ιδίως κατευθύνσεις:

    1 Η πρώτη περιλαμβάνει τις αλλαγές που αφορούν την «τιμή» του πολιτικού κόσμου και φαίνεται να συγκεντρώνουν ευρύτατη συναίνεση.

    Πρόκειται, κατ' αρχάς, για την κατάργηση των συνταγματικών προνομίων των βουλευτών και των υπουργών ως προς την ποινική τους αντιμετώπιση, η οποία, πλέον, έχει καταντήσει να είναι περισσότερο πολιτική αντιμετώπιση, τόσο στα θέματα της ασυλίας των βουλευτών όσο και στα θέματα της ποινικής δίωξης των υπουργών. Οι όποιες αλλαγές, βέβαια, πρέπει να γίνουν με αυτοσυγκράτηση, διότι η δικομανία και η ροπή προς την υπερβολή μπορεί να οδηγήσουν στο αντίθετο αποτέλεσμα. Χρειάζεται, λοιπόν, ως ασφαλιστική δικλίδα, ένα δικαστικό όργανο αυξημένου κύρους, που θα αποφασίζει για την άσκηση ποινικής δίωξης.

    Εντονος είναι ο προβληματισμός και ως προς τις εξεταστικές επιτροπές, η σύνθεση των οποίων επιβάλλεται να αλλάξει, με τη συμμετοχή -κατά πλειοψηφία ή και κατ' αποκλειστικότητα- ανεξάρτητων προσωπικοτήτων εκτός Βουλής, ώστε να περιορισθούν τα περιθώρια μικροκομματικών επιλογών ως προς την απόδοση πολιτικών ευθυνών.

    Σύγκλιση παρατηρείται, επίσης, και ως προς την ανάγκη αλλαγής του τρόπου ανάδειξης της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, ώστε να αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος με την εκάστοτε κυβέρνηση. Προτιμότερη φαίνεται η άποψη να ανατεθεί η σχετική αρμοδιότητα στον πρόεδρο της Δημοκρατίας, κατόπιν προτάσεως -με περισσότερους του ενός υποψηφίους- από τη Διάσκεψη των Προέδρων ή από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής (το ίδιο, κατά την άποψή μου, πρέπει να γίνει και με την εκλογή των ηγεσιών των ανεξάρτητων αρχών, με συγχώνευση των προβλεπομένων στα άρθρα 9Α και 19 σε μία).

    Αναγκαία, τέλος, φαίνεται πλέον και η καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου, διότι το ισχύον σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, παρά τις κάποιες βελτιώσεις της αναθεώρησης του 2001, έχει αποδειχθεί, εν τέλει, προδήλως απρόσφορο και συχνά προβληματικό.

    2 Η δεύτερη κατεύθυνση της αναθεώρησης είναι η δυσκολότερη, διότι απαιτεί υπέρβαση αγκυλώσεων και εγκατάλειψη στερεοτύπων και βεβαιοτήτων. Οι προτάσεις που θεωρώ ότι αποτελούν τη βασική ατζέντα μιας πράγματι μεταρρυθμιστικής συνταγματικής πολιτικής είναι οι ακόλουθες:

    * Πρώτη προτεραιότητα, κατά την άποψή μου, είναι η ενίσχυση της λαϊκής κυριαρχίας και των συμμετοχικών μας θεσμών, ως αντίβαρο στη σοβούσα κρίση αντιπροσώπευσης του πολιτικού μας συστήματος. Σημαντικότερο μέτρο θα ήταν, υπό αυτό το πρίσμα, ο προσεκτικός και λελογισμένος εμβολιασμός της πολιτικής μας ζωής με θεσμούς άμεσης δημοκρατίας (δημοψήφισμα και λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία), προκειμένου να τονωθούν τα κουρασμένα αντανακλαστικά της πολιτικοποίησης και της συμμετοχής στα κοινά, αλλά και να περιβληθούν με αυξημένη δημοκρατική νομιμοποίηση κρίσιμες αποφάσεις για την εθνική κυριαρχία.

    * Ιδιαίτερο βάρος πρέπει επίσης να δοθεί και στη συνταγματική θωράκιση της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, που υφίστανται μια ολοένα εντεινόμενη υπονόμευση από τις δυνάμεις τις αγοράς (με αποκορύφωμα βέβαια τα μέτρα που λήφθηκαν βάσει του Μνημονίου). Η ρητή -και ορθή- αναγνώριση του κοινωνικού κράτους, στην τελευταία αναθεώρηση, δυστυχώς δεν αποδείχθηκε αρκετή. Πρέπει λοιπόν να συμπληρωθεί αφ' ενός μεν με την ενίσχυση της πολλαπλά βαλλόμενης συλλογικής αυτονομίας (προκειμένου να διασωθούν τουλάχιστον ορισμένες θεμελιώδεις κοινωνικές κατακτήσεις), αφ' ετέρου δε με την κατοχύρωση ενός «εγγυημένου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης», που θα αποτελέσει το υπόβαθρο όλων των επί μέρους κοινωνικών δικαιωμάτων, καθιερώνοντας ένα είδος σκληρού πυρήνα τους, ενισχύοντας δηλαδή το δεσμευτικό χαρακτήρα τους και καθιστώντας περισσότερο απτή και διεκδικήσιμη -πολιτικά και δικαστικά- την κοινωνική δικαιοσύνη.

    * Ενδιαφέρουσα είναι νομίζω και η πρόταση για την καθιέρωση ασυμβιβάστου μεταξύ βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας, αν και νομίζω ότι στην κοινοβουλευτική μας παράδοση ταιριάζει περισσότερο η καθιέρωση ενός ειδικού περιορισμού (π.χ. ενός ποσοστού 5%-10%), ως προς τα μέλη της Βουλής που θα μπορούν να συμμετέχουν στην εκτελεστική εξουσία, όπως ισχύει στην Αγγλία.

    * Επίσης θα μπορούσε να συζητηθεί, στο πλαίσιο του ισχύοντος -και μη αναθεωρήσιμου στο σημείο αυτό- πολιτεύματος της προεδρευόμενης δημοκρατίας, το να καθιερωθεί άμεση εκλογή του προέδρου της Δημοκρατίας (όπως π.χ. στην Πορτογαλία, την Αυστρία και τη Φινλανδία), με μερική επαναφορά αρμοδιοτήτων που του αφαίρεσε η αναθεώρηση του 1986. Μια τέτοια αλλαγή μπορεί, νομίζω, να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη για τη διασφάλιση των αναγκαίων «ελέγχων και ισορροπιών» στο πλαίσιο της εκτελεστικής εξουσίας.

    * Τέλος, στα ανωτέρω πρέπει οπωσδήποτε να προστεθεί και μια νέα συνταγματική διευθέτηση των σχέσεων κράτους - Εκκλησίας, ώστε να ξεπεραστεί επιτέλους ο μόνος σοβαρός αντιδημοκρατικός αναχρονισμός που παρέμεινε στο Σύνταγμα του 1975. Η διευθέτηση αυτή πρέπει να αποβλέπει -με όρους τιμής και σεβασμού στη θρησκευτική μας παράδοση- τόσο στην αποεκκλησιαστικοποίηση του κράτους όσο και στην αποκρατικοποίηση της Εκκλησίας...

    * καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών 

  • Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ (Ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών)

    «Εχουμε δημοκρατία χωρίς... δήμο»

    Ουσιαστικότερη συμμετοχή του λαού στις δημοκρατικές διαδικασίες, σύστημα με δύο Βουλές, κατάργηση της ασυλίας των πολιτικών και των βουλευτικών προνομίων, καθιέρωση αναλογικού εκλογικού συστήματος προτείνει, με συνέντευξή του στην «Κ.Ε.», ο ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, Γεώργιος Κασιμάτης

    * Πώς πρέπει να γίνουν οι αλλαγές στο Συνταγματικό Χάρτη της χώρας, κατά την επόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος;

    - Πρέπει να διευκρινίσω ότι η απάντηση στο ερώτημά σας θα περιοριστεί σε σκέψεις μόνο για αναθεώρηση του Συντάγματος, δηλαδή για τη βελτίωση του ισχύοντος Συντάγματος και του πολιτεύματος της αστικής δημοκρατίας. Γιατί ακούγονται φωνές -συχνά πολύ δικαιολογημένες- για εθνοσυνέλευση ή συντακτική συνέλευση και για κατάργηση του ισχύοντος Συντάγματος και για νέο Σύνταγμα κ.λπ. Πρέπει, όμως, να ξέρουμε ότι αυτά δεν μπορούν να γίνουν πράξη με αναθεώρηση, αλλά μόνο με επανάσταση ή πραξικόπημα.

    * Πώς θα επιτευχθεί η διεύρυνση του δημοκρατικού μας πολιτεύματος προς την κατεύθυνση της άμεσης δημοκρατίας;

    - Η δημοκρατία μας, όπως έχει συνειδητοποιηθεί από όλους, είναι δημοκρατία χωρίς το «δήμο» (χωρίς το λαό). Θα πρέπει, λοιπόν, να θεσπιστούν ορισμένοι θεσμοί που να διασφαλίζουν ουσιαστικότερη συμμετοχή του λαού. Μπορούν να προταθούν πολλά. Εδώ περιορίζομαι στα εξής:

    * Θέσπιση ολοκληρωμένου συστήματος δημοψηφισμάτων, που θα αντικαταστήσει το ισχύον σήμερα. Το σύστημα αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει όλων των κατηγοριών τα δημοψηφίσματα για ορισμένα βασικά για το λαό ζητήματα: δημοψηφίσματα υποχρεωτικά (ιδίως για παραχωρήσεις δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων και για κάθε περιορισμό εθνικής κυριαρχίας), προαιρετικά, αλλά αποφασιστικά, γνωμοδοτικά (με αυτά ασκείται πίεση στην πολιτική ηγεσία), δημοψηφίσματα στην Τοπική και Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση και δημοψηφίσματα λαϊκής πρωτοβουλίας με συγκέντρωση υπογραφών (πολύ σημαντικός θεσμός). Οι λεπτομέρειες άλλη φορά.

    * Διεύρυνση και ουσιαστικοποίηση της αποκέντρωσης (Τοπική Αυτοδιοίκηση) και της αποσυγκέντρωσης των υπηρεσιών, ώστε η εξουσία να κατεβεί προς το λαό και η κεντρική διοίκηση (τα υπουργεία) να περιοριστεί, επιτέλους (!), σε επιτελικά έργα, καθώς και σε ανώτατης βαθμίδας εποπτεία και έλεγχο.

    * Εισαγωγή υψηλού κύρους ανεξάρτητων θεσμών κοινωνικού ελέγχου των επιχειρήσεων και υπηρεσιών, που έχουν ζωτική σημασία για το κοινωνικό σύνολο.

    * Διεύρυνση της λαϊκής αντιπροσωπείας με δύο Βουλές. Η μία, η «κάτω Βουλή», θα είναι και η κύρια Βουλή. Θα πρέπει να αποτελείται από 150 μέλη, τα οποία θα εκλέγονται, όπως και σήμερα. Η δεύτερη Βουλή θα αντιπροσωπεύει τις περιφέρειες, στις οποίες διαιρείται η Ελλάδα, θα αποτελείται από 50 μέχρι 75 βουλευτές, οι οποίοι θα εκλέγονται κατά περιφέρειες, κατ' αναλογίαν του πληθυσμού τους. Ετσι, θα έχουμε μείωση του αριθμού των βουλευτών, ευρύτερη και πιο ουσιαστική αντιπροσώπευση του λαού και διάσπαση του πολιτικού συγκεντρωτισμού σε ένα κόμμα. Πρέπει να σημειώσω ότι η συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών κρατών έχει δύο Βουλές.

    * Βελτίωση της ρύθμισης για τα πολιτικά κόμματα με αποτελεσματικότερες διασφαλίσεις της εσωτερικής κομματικής δημοκρατίας και ελέγχου της διαφθοράς, με επίκεντρο τον αυστηρό έλεγχο των εσόδων τους.

    * Θέσπιση αναλογικού εκλογικού συστήματος.

    * Για το καθεστώς ασυλίας των πολιτικών και τα προνόμια των βουλευτών τι προτείνετε;

    - Η μη καταδίωξη και ατιμωρησία των εγκλημάτων των πολιτικών έχουν προκαλέσει τον ελληνικό λαό και έχουν εκθέσει την Ελλάδα διεθνώς· επιπλέον, δε, έχουν οδηγήσει στην πρωτοφανή αύξηση της φαυλότητας και διαφθοράς των πολιτικών. Προτείνουμε, επομένως, να καταργηθεί πάραυτα το σημερινό προνομιακό σύστημα ποινικής δίωξης των μελών της κυβέρνησης και στη θέση του να θεσπιστεί ότι στο εξής οι υπουργοί θα διώκονται και θα δικάζονται, όπως όλοι οι πολίτες, αλλά με απόλυτη χρονική προτεραιότητα, ώστε να τερματίζεται σύντομα η πολιτική εκκρεμότητα, που βλάπτει τη δημοκρατία.

    Οι αντιπρόσωποι του λαού δεν πρέπει να είναι προνομιούχοι. Γι' αυτό θα πρέπει να καταργηθούν οι βουλευτικές ασυλίες. Να καταργηθούν, δηλαδή, όλες οι διατάξεις που προβλέπουν για τη δίωξη βουλευτή άδεια της Βουλής (εκτός, βεβαίως, από την ασυλία της ελευθερίας γνώμης και ψήφου κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων τους). Να καταργηθούν, επίσης, όλες οι προνομιακές ατέλειες (συγκοινωνίες, τηλέφωνα, ταχυδρομεία). Θα πρέπει, τέλος, η αποζημίωσή τους να ορίζεται διαφορετικά, για να μη γίνεται καταχρηστική. Θα πρέπει να προσδιορίζεται σε ύψος που να μην είναι δυσανάλογο σε σχέση με τους μισθούς των ανώτατων βαθμών λειτουργημάτων της διοίκησης και της δικαστικής λειτουργίας, ώστε η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής να ελέγχεται δικαστικώς για τη συνταγματικότητά της.

    * Ποιες μεταβολές θα κόψουν το νήμα που συνδέει την κυβέρνηση με τη δικαστική λειτουργία;

    - Στον ευαίσθητο αυτόν τομέα μπορεί να γίνουν πολλά. Περιορίζομαι στα ακόλουθα τέσσερα:

    1 Η επιλογή της δικαστικής ηγεσίας (προαγωγή του προέδρου και του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του γενικού επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του γενικού επιτρόπου των Διοικητικών δικαστηρίων) να μη γίνεται πια από το υπουργικό συμβούλιο, αλλά από εκλεκτορικό σώμα, το οποίο θα απαρτίζεται για όλες τις κατηγορίες από μέλη των ολομελειών των τριών ανώτατων δικαστηρίων και από καθηγητές πρώτης βαθμίδας των τριών νομικών σχολών, που θα τους προτείνουν οι κοινοβουλευτικές ομάδες της Βουλής κατ' αναλογίαν της δύναμής τους. Ετσι, θα σταματήσει πια, εις όφελος του κύρους της Δικαιοσύνης, η κρυφή σχέση πολιτικής ηγεσίας και δικαστικής λειτουργίας.

    2 Θα πρέπει να ιδρυθεί οπωσδήποτε συνταγματικό δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας. Ο θεσμός λειτουργεί με επιτυχία από πολλές δεκαετίες σε πολλές δημοκρατίες και είναι από τους πιο δημοφιλείς. Οι παλαιές και νέες εμπειρίες των ατελείωτων παραβιάσεων του Συντάγματος το επιβάλλουν. Κάθε αντίδραση από τα πολιτικά κόμματα και από άλλους θα είναι πια εκ του πονηρού. Φυσικά, θα πρέπει να υπάρξει συζήτηση για πολλές οργανωτικές λεπτομέρειες.

    3 Για το κύρος και το αδέκαστο της Δικαιοσύνης θα πρέπει να απαγορευθεί η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς κυβερνητικών, νομοπαρασκευαστικών και άλλων διοικητικών καθηκόντων όχι μόνο όσο είναι ενεργοί, αλλά επί τέσσερα χρόνια μετά την αποχώρηση από την υπηρεσία τους.

    4 Οι συνταγματικές διατάξεις για τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και το «μισθοδικείο» (άρθρο 88 § 2 Σ.) πρέπει να καταργηθούν. Αντί να συμβάλουν στην ανύψωση του κύρους των δικαστών και της Δικαιοσύνης, το βλάπτουν.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Πολιτική της έντυπης έκδοσης
Υπουργείο Οικονομικών
Αλεξικέραυνο για τον Αντώνη Σαμαρά ο Ι. Στουρνάρας
Αγροτικά θέματα
Οι επικεφαλής των κινητοποιήσεων
Η κυβέρνηση ενώνει το αγροτικό κίνημα
Κυβέρνηση
Δεμένοι στο μεσιανό κατάρτι
ΣΥΡΙΖΑ
Η πολυφωνία πέρασε... ΣΥΡΙΖΑ
ΠΑΣΟΚ
Ο Βενιζέλος καλεί ΔΗΜΑΡ, Τσίπρα οι αντιφρονούντες
ΔΗΜΑΡ
Μένει Μαξίμου, αλλά λοξοκοιτάζει ΣΥΡΙΖΑ η Αγ. Κωνσταντίνου
Λίστα Λαγκάρντ
Γαλλικό «καρφί» για το χαμένο cd
Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας
Στο ΤΧΣ λεφτά υπάρχουν
Κοινωνικά δικαιώματα
Οι πολίτες να διεκδικήσουν την κοινωνία που ονειρεύονται
Το «νέο» ως φλυαρία
Τι ζητείται το 2013
Τι περιμένει ο κόσμος
Αποδοκιμασία η αποχή
Αριστερά
Οι αναμνήσεις και το «Σχέδιο Β»
Οικονομική κρίση
«Χρησιμοποιήστε παράλληλο ή διπλό νόμισμα»
«Γερμανία και Ε.Ε. πιστεύουν στη λιτότητα»
Ακίνητα
Αναζητείται φόρμουλα για 3 δισ. ευρώ από τα ακίνητα