Έντυπη Έκδοση

Ο κόσμος κατ' εμέ - Του ΡΟΒΗΡΟΥ ΜΑΝΘΟΘΥΛΗ

  • Ρεμπέτικος επίλογος*

    Προσοχή. Αυτός δεν είναι λόγος επιτάφιος. Γιατί τα ρεμπέτικα θα ζήσουν ακόμα μπόλικες επταετίες και θα κηδέψουν όλους τους σύγχρονους πολιτικούς που τα χορεύουν. Είναι απλός επίλογος, που μπορεί να μπει και σαν πρόλογος, αν του κάνει κέφι. Εν πάση περιπτώσει, τα ρεμπέτικα είναι παρελθόν. Παρόν δεν είναι, περί αυτού δεν γεννάται λόγος. Η διάγνωση αυτή στον πάσα ένα είναι γνωστή, δεν είναι ανάγκη να κληθεί ειδικός ρεμπετολόγος.

    Το γνήσιο ρεμπέτικο είναι τραγούδι σέρτικο, όπως ο καφές ο βαρύς και πηχτός της παρηγοριάς. Τα σέρτικα είναι σαν βάλσαμο. Και γράφονται όταν αυτά που οι αρχαίοι ονομάζανε «φρένα», έχουν υποστεί ανάφλεξη. «Ανέφλεξας τα εμάν φρένα», της ψιθύριζε της γκόμενας η Σαπφώ. Τώρα τι είναι τα φρένα, τρέχα γύρευε. Η καρδιά; Το μυαλό; Το συκώτι; Η σπλήνα; Τα σπλάχνα γενικώς; Θα είναι η Ψυχή. Που κι αυτή κανείς δεν ξέρει πού έχει τρυπώσει. Αν είναι όντως η Ψυχή, τότες η καλή μουσική πρέπει να γράφεται πάντα στο κλειδί του Soul.

    Τέτοια τραγούδια θα έχουμε συνέχεια. Θα έχουμε φυσικά και «ρεμπετοειδή», όπως αυτά που ευδοκιμούν σήμερα. Οταν, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, τρέφεσαι με ρεμπέτικα, η μουσική σου θα μυρίζει ρεμπέτικα. Μοιραία. Αλλοτε θα μυρίζει «καλοανατεθραμμένη», για τους μεν, κι άλλοτε «κακοανατεθραμμένη», για τους δε. Δεν θα είναι ρεμπέτικα. Ο βέρος ρεμπέτης είχε άλλη ανατροφή. Που έχει τώρα εξαφανιστεί. Ρεμπέτικα δεν έχουμε γιατί δεν έχουμε ρεμπέτες!

    Οι ρεμπέτες δεν γεννηθήκανε σα μανιτάρια, έτσι στο άψε σβήσε. Τους έβγαλε μια εποχή. Μια, κι όχι άλλη. Εκεί γύρω στο χίλια εννιακόσια. Τότε που άρχισαν να στήνονται τα πρώτα εργοστάσια και όσα μεγαλοχώρια ήτανε λιμάνια να γίνονται πολιτείες. Δηλαδή, τότε που άρχισε να μεταναστεύει εκεί κόσμος και κοσμάκης από τα ενδότερα και να εγκαθίσταται στα πέριξ. Ολα τα ρεμπέτικα όλου του ντουνιά γεννηθήκανε στα πέριξ, που ήταν παραμερισμένα, πυκνοκατοικημένα, μυστηριώδη, επικίνδυνα και γεμάτα από ανθρώπινα δράματα. Το ρεμπέτικο, που αλλού το λέγανε μπλουζ, μιλόγκα ή ταγκό, έμοιαζε κάτι σαν ξόρκι.

    Για να γράψεις ρεμπέτικο πρέπει πρώτα πρώτα να είναι άγνωστο το μέλλον σου. Αν δεν έχεις κάνει εικόνισμα τη Μοίρα σου, σε ποιον θα ψάλεις τον πόνο σου; Κατ' αρχάς, άθεος και ρεμπέτης δεν γίνεται. Αν μάλιστα είσαι πρώην ψάλτης, ακόμα καλύτερα. Υστερα, ρεμπέτη με μερσεντές έχετε δει ποτέ; Ρεμπέτης και τρακτέρ πάλι δεν γίνεται. Προχωρούμε: ο ρεμπέτης και ο κουρέας πάνε μαζί. Διότι ο ρεμπέτης μπορεί να μην έχει τίποτα, αλλά θα έχει το ξυράφι του. Είναι αδιανόητο να εμφανίζεται ο ρεμπέτης στο πάλκο με γένια και μακριά μαλλιά. Και με σκουλαρίκι στο αυτί. Μάλιστα ο νεαρός με το σκουλαρίκι ουδέποτε θα βάλει γαρίφαλο στ' αυτί. Ο ρεμπέτης θα βάλει.

    Ο ρεμπέτης φοράει σακάκι και άσπρο πουκάμισο. Δεν φοράει πουλόβερ και κοντομάνικο με κροκοδειλάκι. Τέλος, ο ρεμπέτης ζει μέσα στο μυστήριο. Κι ένα από τα μυστήρια που τον σφάζουν είναι η γυναίκα. Τώρα που η γυναίκα έπαψε να είναι μυστήριο, με τι θα ταλαιπωρείται ο ρεμπέτης; Ούτε θα μπορούσε να ζει περικυκλωμένος από σαλοτραπεζαρίες και θερμοσίφωνες; Αλλη εποχή. Αλλα ήθη. Αλλη μουσική. Αλλη ποίηση. Γιατί εδώ που τα λέμε, τα ρεμπέτικα είναι και μια γλώσσα. Ο ελληνικός λαός ούτε τη μίλησε ούτε τη μιλάει. Κι όταν ακόμα δέχτηκε να τ' ακούει τα ρεμπέτικα, από τον Εμφύλιο πια κι ύστερα, πάλι ντρεπότανε να μιλήσει τη γλώσσα τους, που είναι ιδίωμα. Κοντολογίς, περιθώριο.

    Η ρεμπέτικη γλώσσα είναι σαφής κι αναπάντεχη. Δεν είναι αργκό, είναι κυριολεξία. Οπως η καθαρεύουσα. Η καθομιλούμενη ελληνική είναι φλύαρη και σιβυλλική. Εξ ου και δυσμετάφραστη. Κάτι ιδιωματισμοί που ακούμε σήμερα από τη νεολαία είναι υποπροϊόντα του ροκ. Πρέπει να φοράς μπλουτζίν για να πεις «μου τη σπάει». Ρεμπέτης και μπλουτζίν δεν γίνεται. Αλλο δε, να μιλάς από καθωσπρεπισμό κι άλλο να είσαι καθώς πρέπει, όπως ήταν οι ρεμπέτες.

    Οι οποίοι μιλάγανε τη γλώσσα της πιάτσας. Τα ελληνικά τους ήτανε και λίγο τούρκικα και λίγο φραγκολεβαντίνικα και λίγο αρβανίτικα. Τούρκικα για τον σεβντά, αρβανίτικα για την μπέσα, φράγκικα για τη φιγούρα, γενικώς. Ο γραμματισμένος Ελληνας ιδρώνει όταν έρθει η στιγμή της ερωτικής εξομολόγησης. Ο ρεμπέτης ακριβολογεί. Εν συντομία δε. Τέλος, μπορούμε να πούμε πως είμαστε σήμερα μακριά κι απ' τη ρεμπέτικη ηθική. Ο ρεμπέτης είχε αυτό που λέγανε -κάποτε- οι λοιποί Ελληνες «φιλότιμο», «λόγο τιμής», «καλή πίστη», «αμοιβαία εμπιστοσύνη», «περηφάνια» -και που ο ρεμπέτης το έλεγε μονολεκτικά «μπέσα». Τώρα που δεν υπάρχουν πια όλ' αυτά, πού να τους βρούμε τους ρεμπέτες; Και τι τραγούδια θα μας πουν;

    * Μου ζητήσανε να γράψω έναν επίλογο για ένα τεύχος των «Ελληνικών Χρονικών», μια φιλελληνική έκδοση που έβγαινε στο Παρίσι, αφιερωμένη το 1992 στο ρεμπέτικο.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Ταινίες
Καρδιά από μέταλλο
Χορός
«Λίμνη των Κύκνων» στο Μέγαρο
Η «Νυχτερίδα» στον Αστέρα Βουλιαγμένης
Κινηματογράφος
Στο εκκεντρικό ξενοδοχείο του Αντερσον
Βιβλίο
Ανθρωπιστικό αγαθό ή αναλώσιμο προϊόν
Κι εκείνα
Ελληνική συμμετοχή στο Βερολίνο
8 χρόνια «Στο Κόκκινο»
TV & Media
«Φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ...»
Εθνική Ελλάδος, γεια σου
Αρχιτεκτονική στον Σκάι
Συναυλία για την ΕΡΤ
Αρχαιολογία
Ο βασιλιάς Φίλιππος στην πυρά με τ' άλογά του
Κι αυτά
200 «όχι» στη φίμωση της έκφρασης