Έντυπη Έκδοση

Ιστορικά

  • ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΥΞΕΙΝΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

    ΜΑΡΙΟΥΠΟΛΗ Ο πολιτισμός των Ελλήνων στο Μεσοπόλεμο

    Οι Ελληνες της Μαριούπολης αποτελούν σήμερα ένα από τα τελευταία εναπομείναντα συμπαγή μέρη του παρευξείνιου Ελληνισμού. Οι περιπέτειες αυτού του άγνωστου αλλά εκπληκτικού ελληνικού κόσμου συγκροτούν μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες σελίδες των Ελλήνων. Μία από αυτές τις ιστορικές περιπέτειες σχετίζεται με τη σοβιετική εμπειρία των παρευξείνιων ελληνικών κοινοτήτων.

    Φωτογραφία του 1936 με ηθοποιούς του Ελληνικού Θεάτρου Μαριούπολης Φωτογραφία του 1936 με ηθοποιούς του Ελληνικού Θεάτρου Μαριούπολης Εμπειρία, που κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου -μετά την οριστική εδραίωση του κομμουνιστικού συστήματος και το τέλος των εμφύλιων και εθνικών συγκρούσεων- ανέδειξε μια ενδιαφέρουσα πολιτιστική ελληνική έκφραση -καθεστωτική, φυσικά- για να τελειώσει στα σταλινικά γκουλάγκ.

    Η πολιτιστική αναγέννηση

    Η πολιτιστική ανάπτυξη των Ελλήνων της Μαριούπολης, όπως και της υπόλοιπης Σοβιετικής Ενωσης, ήταν από τις προτεραιότητες του νέου συστήματος. Η ιεράρχηση της πολιτιστικής ανάπτυξης στις πρώτες θέσεις καθορίστηκε από την πίστη των νέων κυρίαρχων ότι με την «πνευματική άνοδο των μαζών» θα ηττηθούν ο «συντηρητισμός» και «οι αντιδραστικές δυνάμεις». Για την υλοποίηση των στόχων θεωρήθηκε πρωταρχική η οργάνωση ενός ελληνικού εκδοτικού οίκου, ο οποίος θα ανταποκρινόταν στις μεγάλες ανάγκες που είχαν προκύψει και θα βοηθούσε τα ελληνικά κομμουνιστικά τμήματα.

    Το πρώτο μέλημα του Ελληνικού Τυπογραφείου θα ήταν η έκδοση μιας καθημερινής ελληνικής εφημερίδας, η οποία θα ήταν όργανο των κομμουνιστικών τμημάτων και θα επηρέαζε τις πολιτικές και ιδεολογικές επιλογές του ελληνικού πληθυσμού. Για την ίδρυση του τυπογραφείου, το Ελληνικό Κομμουνιστικό Τμήμα του Νοβοροσίσκ του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος καλούσε όλα τα αντίστοιχα ελληνικά τμήματα να κάνουν γνωστές τις προτάσεις τους για το πού θα έπρεπε να εγκατασταθεί το Κεντρικό Τυπογραφείο, για να μπορεί εύκολα να ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλου του Ελληνισμού. Καλούσε τις άλλες τοπικές εφημερίδες να διαθέσουν τα επιπλέον τυπογραφικά στοιχεία που τους περίσσευαν. Εκτός από την έκδοση ημερήσιας ελληνικής εφημερίδας, το Κεντρικό Τυπογραφείο είχε στόχο να συγκεντρώσει τις καλύτερες δυνάμεις απ' τον Ελληνισμό της Ρωσίας, ώστε να εκδίδει στην ελληνική γλώσσα την πλούσια ρωσική επαναστατική φιλολογία και να βοηθά τις σχολικές εργασίες με την έκδοση ή την ανατύπωση νέων σχολικών βιβλίων, συμβατών με το νέο σοβιετικό σύστημα.

    Στην κατεύθυνση των προτάσεων αυτών συγκροτήθηκαν τα δύο μεγάλα «ελληνικά εκδοτικά». Ο εκδοτικός οίκος «Κομμουνιστής» («Κομυνιστις»), με έδρα το Ροστόβ επί του Ντον για τους Ελληνες της νότιας Ρωσίας και της Υπερκαυκασίας, και ο εκδοτικός οίκος «Κολεχτιβιστής» («Κολεχτιβιστις»), με έδρα τη Μαριούπολη για τον Ελληνισμό της Ουκρανίας. Συνολικά δημιουργήθηκαν τέσσερις ελληνικοί εκδοτικοί οίκοι: στο Ροστόβ, στην Κρίμσκαγια, στη Μαριούπολη και στο Σοχούμι. Ο εκδοτικός οίκος «Κομμουνιστής» άρχισε τη δραστηριότητά του πιθανόν πριν από το 1928, ενώ ο εκδοτικός οίκος «Κολεχτιβιστής» άρχισε τη δράση του το 1930.

    Πριν από τη λειτουργία των δύο ελληνικών αυτών εκδοτικών οίκων, στο πλαίσιο του «Κεντρικού Εκδοτικού των Εθνοτήτων της ΕΣΣΔ», λειτουργούσε στη Μόσχα, έως το 1929, ελληνικός εκδοτικός οίκος. Το πρώτο βιβλίο που τύπωσαν οι μοσχοβίτικες εκδόσεις ήταν ένα αναγνωστικό για ενήλικες του Δ. Ν. Σαβώφ με τίτλο «Κόκκινες Αχτίδες». Αλφαβητάριο για τους ηλικιωμένους αγράμματους. Από τον εκδοτικό αυτό οίκο κυκλοφόρησαν άλλες δύο τουλάχιστον εκδόσεις. Τα επόμενα βιβλία προέρχονταν από το Ροστόβ επί του Ντον το 1928. Ηταν εκδόσεις του «Κραϊνατσιστάτ του Βόρειου Καυκάσου». Απ' αυτές τις εκδόσεις τυπώθηκε και η Γραμματική της νεοελληνικής γλώσσας του Κ. Τοπχαρά.

    Επίσης, πριν από τη δημιουργία στο Δονμπάς του ελληνικού εκδοτικού οίκου «Κολεχτιβιστής», εκδόθηκαν δύο βιβλία για τα ελληνικά πράγματα της Ουκρανίας. Το πρώτο εκδόθηκε το 1932 στα ουκρανικά από τη λαογράφο Κασάνδρας Κοστάν με το ψευδώνυμο της Αλεξάνδρας Κωνσταντίνωφ και αναφέρεται σε έργα Ελλήνων λαϊκών ποιητών και συγγραφέων σε ουκρανική μετάφραση. Το δεύτερο, επίσης στα ουκρανικά, εκδόθηκε από τον Γιάλη το 1931 στο Χάρκοβο. Αναφερόταν στην πολιτική οργάνωση των ελληνικών χωριών της Ουκρανίας, στην οικονομική τους κατάσταση, στην εκπαίδευση και στις πολιτιστικές τους δραστηριότητες.

    Βετεράνοι του αντιφασιστικού πολέμου που φωτογράφισε ο Στ. Ελληνιάδης σε γιορτή στο ελληνικό χωριό Τσερντακλή, στην Αζοφική Θάλασσα Βετεράνοι του αντιφασιστικού πολέμου που φωτογράφισε ο Στ. Ελληνιάδης σε γιορτή στο ελληνικό χωριό Τσερντακλή, στην Αζοφική Θάλασσα Με τη δημιουργία των εκδόσεων «Κομμουνιστής» και «Κολεχτιβιστής» άρχισε η περίοδος της ύπαρξης ολοκληρωτικά ελληνικών εκδοτικών οίκων. Ο σημαντικότερος από τους δύο αυτούς εκδοτικούς οίκους ήταν αυτός του «Κομμουνιστή», ο οποίος εξέδιδε και την ομώνυμη εφημερίδα. Η εφημερίδα «Κομμουνιστής» αποτελούσε τη συνέχεια της εφημερίδας «Σπάρτακος» και είχε τη μεγαλύτερη κυκλοφορία απ' όλες τις ελληνικές εφημερίδες της Σοβιετικής Ενωσης. Η εκδοτική ομάδα του «Κομμουνιστή» ανέλαβε την έκδοση όλων των ελληνικών σχολικών βιβλίων. Το ίδιο έκανε και ο εκδοτικός οίκος του «Κολεχτιβιστή» με έδρα το Δονμπάς της νότιας Ουκρανίας, ο οποίος λειτουργούσε στο πλαίσιο του ουκρανικού κρατικού εκδοτικού οίκου των εθνικών μειονοτήτων. Εξέδιδε ελληνικά βιβλία στη δημοτική και στα μαριουπολίτικα. Ως εκδοτική αρχή αναφέρεται άλλοτε ο «Κολεχτιβιστής» και άλλοτε οι ουκρανικές κρατικές εκδόσεις.

    Οι εκδόσεις αυτές στην Ουκρανία αποτελούσαν συνέχεια της εκδοτικής προσπάθειας της ίδιας ομάδας που εξέδιδε την εφημερίδα «Κολεχτιβιστής» στην μαριουπολίτικη διάλεκτο. Στη Μαριούπολη υπήρχε συγκροτημένη ελληνική φιλολογική ομάδα, η οποία υπέγραφε στην εφημερίδα διάφορα κείμενα. Η ταύτιση της σύνταξης του «Κολεχτιβιστή» και της φιλολογικής ομάδας είναι εμφανής. Για παράδειγμα, χαιρετίζοντας τη δεκάχρονη φιλολογική δράση του «ποιητή του κάρβουνου», συνυπέγραφαν «Η κολεχτίβα των συνεργατών της σύνταξης και η Μαριουπολίτικη ρωμαίικη φιλολογική γρούπα».

    Από το 1933 άρχισε η έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «Νεότητα» και του παιδικού «Πιονέρος». Οι ελληνικές εκδόσεις του Δονμπάς κυκλοφόρησαν τις «Φλογομηνύτρες Σπίθες», μια συλλογή με τα καλύτερα έργα των Ελλήνων λογοτεχνών της Ουκρανίας. Σε αντίθεση με τις εκδόσεις «Κομμουνιστής», που εξέδιδαν πλήθος βιβλίων γενικότερου ενδιαφέροντος, ο «Κολεχτιβιστής» επικέντρωνε το ενδιαφέρον του σε λογοτεχνικά και σχολικά βιβλία. Την επιμέλεια των σχολικών βιβλίων είχε ο δάσκαλος Αμφικτύων Δημητρίου. Μερικά παιδικά βιβλία ήταν ιδιαίτερα προσεγμένα, όπως για παράδειγμα το έγχρωμο παιδικό βιβλίο του Σ. Μάρσακ με τίτλο «Ι πόστα», το οποίο αναφέρεται στις ταχυδρομικές υπηρεσίες και προσπαθούσε να μυήσει τα παιδιά στις αντίστοιχες διαδικασίες.

    Μεταξύ των εκδόσεων του εκδοτικού οίκου του Δονμπάς ξεχωρίζουν έργα των Τσέχοφ και Πούσκιν σε μετάφραση στα μαριουπολίτικα από τον Γκεόργκι Κοστοπράφ. Εμφανίστηκαν επίσης λαϊκοί ποιητές και λογοτέχνες, οι οποίοι εμπνέονταν από την επανάσταση και τους στόχους της. Τα έργα τους δημοσιεύονταν στον «Κολεχτιβιστή» στα μαριουπολίτικα και στη δημοτική. Τέτοια περίπτωση είναι ο «ποιητής-σαχτιόρος», δηλαδή «ποιητής- ανθρακωρύχος», Π. Μπεσποστζάντνι. Ο νέος αυτός εργάτης-ποιητής έγραφε επηρεασμένος από τη ζωή του ανθρακωρύχου: «Ολα τα ποιήματά του είναι γραμμένα απ' τη ζωή των ανθρακωρύχων για αυτό και είναι σημαδεμένα με το δικό του βίωμα, με τη σκέψη του. Μεγάλο θυμό έχει... για την πρότερη παλαιά κατάσταση και μεγάλη αγάπη για το καινούργιο Δονμπάς». Στην εφημερίδα «Κολεχτιβιστής» συναντούμε έργα του ποιητή αυτού στη μαριουπολίτικη διάλεκτο σε μεταφράσεις του Γ. Κοστοπράφ και Α. Σαπουρμά και στη δημοτική σε μετάφραση του Αμφικτύωνα Δημητρίου.

    Η σημαντικότερη φυσιογνωμία στο χώρο των γραμμάτων ήταν ο Γιώργης Κοστοπράφ. Διαμορφωμένος στο πνεύμα της νέας περιόδου αφομοίωνε δημιουργικά τα πλούσια στοιχεία της λαϊκής ποίησης. Τα καλύτερα ποιήματά του τα έγραφε στη διάλεκτο της Μαριούπολης. Εγινε μέλος της Ενωσης Σοβιετικών Συγγραφέων και εκπροσώπησε την ελληνόφωνη σοβιετική λογοτεχνία στο 1ο Συνέδριο των Σοβιετικών Συγγραφέων, που συνήλθε στη Μόσχα. Ο ακαδημαϊκός Maxim Rilski θα γράψει αργότερα: «Ο Γ. Κοστοπράφ είναι ένας από τους πρωτεργάτες της ελληνόφωνης σοβιετικής λογοτεχνίας, ένας πατριώτης-ποιητής με μεγάλο ταλέντο... Ενας ποιητής που περιέγραψε με μεγάλη δύναμη τους σοσιαλιστικούς μετασχηματισμούς στη Σοβιετική Ενωση, τη ζωή και την εργασία των σοβιετικών ανθρώπων».

    Ο εκδοτικός οίκος «Κολεχτιβιστής»

    Οι εκδόσεις «Κολεχτιβιστής» τύπωσαν τέσσερα πρωτότυπα έργα του Κοστοπράφ. Απ' αυτά ξεχωρίζει το επικό ποίημα «Λάμπος» (1932), το οποίο ήταν αφιερωμένο στον αγώνα των μπολσεβίκων παρτιζάνων της Αζοφικής εναντίον των ένοπλων «αντεπαναστατικών» ομάδων του Σκουρό και του Μαχνό. Ο Λάμπος, νεαρός Ελληνας, παρουσιάζεται στο ποίημα ως «αγωνιστής για την ευτυχία του λαού». Το καλύτερο έργο του Κοστοπράφ είναι το έπος «Λεόντης Χοναγμπέη», το οποίο εκδόθηκε το 1934. Ο κεντρικός ήρωας του έργου είναι ο Ελληνας λαϊκός ποιητής Λεόντης, ο οποίος εκφράζει το μίσος κατά των ντόπιων Ελλήνων κουλάκων των ελληνικών χωριών της Αζοφικής, που εκμεταλλεύονταν τους φτωχούς αγρότες. Η βασική αρχή που εκφράζεται από τον Λεόντη είναι: «Οταν ο λύκος λυπηθεί το αρνάκι, τότε και ο πλούσιος θα λυπηθεί το φτωχό». Παράλληλα με την καταγγελία της εκμετάλλευσης ο Γ. Κοστοπράφ περιέγραφε με πολλή τέχνη την αγάπη του Λεόντη με την ελληνοπούλα Μαρία Κοσκός. Τα πρώτα ποιήματα του ποιητή εκδόθηκαν το 1933 με τον τίτλο «Τα πρώτα βήματα». Το τελευταίο έργο του που τυπώθηκε ήταν το «Καλημέρα ζήσιμο», δηλαδή Καλημέρα ζωή, το 1937. Η γραμμή της ομάδας του «Κολεχτιβιστή» ήταν ότι: «Η ελληνιζάτσια πρέπει να ξυπνήσει».9 Στην κατεύθυνση αυτή συναντούμε πολλές φορές, σε κείμενα γραμμένα στα μαριουπολίτικα, τη χρήση ελληνικών όρων, ενώ η αντίστοιχη ρωσική ή ταταρική λέξη, που ήταν περισσότερο γνωστή στους αναγνώστες, βρισκόταν σε παρένθεση.

    Η έκδοση της εφημερίδας «Κολεχτιβιστής» είχε αρχίσει στο Ντονιέτσκ τουλάχιστον τρία χρόνια πριν από την ίδρυση του εκδοτικού οίκου στο Δονμπάς. Πιθανότατα το πρώτο φύλλο της εφημερίδας κυκλοφόρησε στις 27 Οκτωβρίου 1930. Η πρώτη έκδοση ήταν μικρού σχήματος, δισέλιδη. Το σύνθημα «Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε» βρισκόταν στο πάνω μέρος της πρώτης σελίδας, όπως ακριβώς σ' όλες τις υπόλοιπες εφημερίδες της Σοβιετικής Ενωσης. Ο υπότιτλος ήταν: «Βδομαδιάτικη ελληνική εφημερίδα της Μαριουπολίτικης Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Μπολσεβίκων Ουκρανίας». Στα πρώτα φύλλα χρησιμοποιήθηκε η δημοτική με αρκετά στοιχεία της τοπικής ελληνικής διαλέκτου. Στη συνέχεια η εφημερίδα πέρασε στη μαριουπολίτικη διάλεκτο. Στη γραφή της εφημερίδας τηρούνταν οι αρχές της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1926.

    Από το 1930-1931 η εφημερίδα ήταν εβδομαδιαία, για να γίνει δισεβδομαδιαία από το 1933. Από το 1935 κυκλοφορούσε μέρα παρά μέρα. Στη θεματολογία της περιλαμβάνονταν πολιτικά θέματα και ανταποκρίσεις από τις ελληνικές κοινότητες της Αζοφικής. Ο προβληματισμός για το εκπαιδευτικό πρόβλημα και το γλωσσικό ζήτημα απασχολούσε σοβαρά την εκδοτική ομάδα του «Κολεχτιβιστή», ενώ από τις στήλες της εφημερίδας παρουσιάζονταν στοιχεία σχετικά με τον αναλφαβητισμό των ελληνικών πληθυσμών και τη λειτουργία των ελληνικών σχολείων. Από απολογισμούς της ίδιας εφημερίδας συμπεραίνεται πως τα δύο πρώτα χρόνια της κυκλοφορίας της απασχολούνταν στη σύνταξη εννέα άτομα, ενώ στο πρώτο φύλλο απασχολούνταν μόνο δύο άτομα. Το 1934 οι εργαζόμενοι έφτασαν τους 14. Το 1930 η εφημερίδα τυπώθηκε σε 500 μόνο αντίτυπα για να φτάσει τα 3.000 το 1933 με στόχο τις 6.000. Βασικά στελέχη του «Κολεχτιβιστή» ήταν ο ποιητής Γκεόργκι Κοστοπράφ, ο Αμφικτύων Δημητρίου, που χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο «Μαρμαρινός» σε ανάμνηση της καταγωγής του από το νησί του Μαρμαρά, ο Γιάλης, ο Γ. Δ. Λεωνίδας κ.ά. Με την εφημερίδα συνεργάζονταν ευκαιριακά Ελλαδίτες και Κύπριοι, όπως ο Πλουτής Σέρβας που αργότερα έγινε γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου.

    Εν κατακλείδι!

    Ολες αυτές οι προσπάθειες, συνδυασμένες με τις αντίστοιχες πολιτικές των Ελλήνων στο πλαίσιο του δύσκολου σοβιετικού περιβάλλοντος, συνιστούν ένα μοναδικό εγχείρημα και αποτελούν την ύστατη απόπειρα του ευξεινοποντιακού Ελληνισμού να κατοχυρώσει την παρουσία του, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ελληνικού κράτους στο βαλκανικό Νότο. Τραγική όμως είναι η κατάληξη του εγχειρήματος αυτού, εφόσον οι πρωταγωνιστές του θα πέσουν θύματα του σταλινικού Μολώχ την μετά το '37 εποχή, όταν στη θέση της πολυπολιτισμικής αντίληψης εδραιώνεται η αφομοιωτική, εκρωσιστική πολιτική. Τα χιλιάδες θύματα και οι δεκάδες χιλιάδες εκτοπισμένοι στην Κεντρική Ασία -λίγα μόλις χρόνια από τη γενοκτονία που πραγματοποίησαν οι Τούρκοι εθνικιστές στα νότια παράλια της Μαύρης Θάλασσας- σηματοδοτούν το τέλος του παλιού, πολύμορφου, ελληνικού κόσμου.

  • ΕΝΑ ΠΑΖΛ ΑΠΟ ΛΑΟΥΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ

    ΟΥΚΡΑΝΙΑ Οι πηγές της σύγχρονης διαίρεσης

    ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ 5Ο-18Ο ΑΙΩΝΕΣ μ.Χ. Η ΣΤΕΠΑ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝΤΑΝ ΑΠΟ ΔΙΑΔΟΧΙΚΟΥΣ ΝΟΜΑΔΙΚΟΥΣ ΑΛΤΑΙΚΟΥΣ ΛΑΟΥΣ, ΕΝΩ ΤΑ ΒΟΡΕΙΑ ΔΑΣΗ ΑΠΟ ΣΛΑΒΟΥΣ. ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝ ΕΠΟΙΚΙΣΜΟΙ ΠΟΥ ΑΛΛΑΞΑΝ ΤΟΥΣ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΟΠΙΟ Ησύγχρονη Ουκρανία αποτελούνταν έως τους πρόσφατους αιώνες (πριν παραδοθεί σχεδόν πλήρως στην καλλιέργεια) από δύο κύριες γεωφυσικές περιοχές, τη στέπα του Νότου και τη δασώδη-ημιδασώδη περιοχή του Βορρά, κατοικημένες σχεδόν πάντα από διαφορετικές εθνικές ομάδες έως το τέλος του 18ου αιώνα.

    Πίνακας όπου απεικονίζονται Τάταροι της Κριμαίας Πίνακας όπου απεικονίζονται Τάταροι της Κριμαίας Τότε η χώρα απέκτησε ομοιογενή πληθυσμό, συντριπτικά σλαβικό. Κατά τους 5ο-18ο αιώνες μ.Χ., η στέπα κατοικούνταν από διαδοχικούς νομαδικούς αλταϊκούς λαούς (ουννικές φυλές, Αβαροι, Πρωτοβούλγαροι, Χαζάροι, Μαγυάροι, Πετσενέγκοι, Ούζοι, Κουμάνοι-Κιπτσάκ, Μογγολοτάταροι κ.ά.) ενώ τα βόρεια δάση και έλη από Σλάβους.

    Η βόρεια περιοχή μαζί με τη νοτιοανατολική Πολωνία είναι η μητρόπολη όλων των Σλάβων, διαμορφωθέντων εκεί κατά την πρώτη προχριστιανική χιλιετία. Τον 9ο αιώνα μ.Χ., οι Σουηδοί Βίκινγκς ένωσαν τους τοπικούς Σλάβους στο κράτος Ρως του Κιέβου. Τον επόμενο αιώνα, οι Ρως εκχριστιανίσθηκαν από Βυζαντινούς ιεραποστόλους και η Ορθοδοξία εμφυτεύθηκε στην περιοχή. Τον 13ο αι. οι ρωσικές ηγεμονίες υποτάχθηκαν στους Μογγόλους εισβολείς και έπειτα στη μογγολική-ταταρική Χρυσή Ορδή.

    Το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα, η βόρεια χώρα προσαρτήθηκε από την Πολωνία και τη Λιθουανία. Πρόκειται για το κύριο αίτιο της σύγχρονης διαίρεσης της Ουκρανίας σε δύο ουσιαστικά εθνότητες. Περισσότερο η βορειοδυτική Ουκρανία (Γαλικία-Βολινία, καθαυτό Ουκρανία) πέρασε οριστικά υπό την επιρροή των «Δυτικοφρόνων» και ρωμαιοκαθολικών Πολωνών-Λιθουανών, με συνέπεια την αρχή της διαμόρφωσης της ουκρανικής (δυτικοουκρανικής) εθνότητας. Αυτή η επιρροή ήταν πιο περιορισμένη στα βορειοανατολικά.

    Το 1595 η πλειονότητα των ορθοδόξων επισκόπων της Ουκρανίας σχεδόν εξαναγκάσθηκε από τους Πολωνούς στην υπογραφή ένωσης με την παπική Εκκλησία, με όρο τη διατήρηση του ορθοδόξου τελετουργικού. Ετσι προέκυψε η σύγχρονη Ουνιτική Εκκλησία της βόρειας Ουκρανίας, επιφανειακά ορθόδοξη αλλά στην πραγματικότητα καθολική. Ταυτόχρονα η τοπική ρωσική διάλεκτος άρχισε να διαφοροποιείται περισσότερο από την κοινή ρωσική, εξελισσόμενη σε ιδιαίτερη ουκρανική.

    Σήμερα η ουκρανική παραμένει ουσιαστικά διάλεκτος της ρωσικής παρά τη μεγάλη απομάκρυνση από τη μητρική ρωσική και παρά τις φιλότιμες προσπάθειες πολλών γλωσσολόγων να την προβάλουν ως ξεχωριστή γλώσσα. Ο ντόπιος πληθυσμός, αποκομμένος από την υπόλοιπη Ρωσία, υιοθέτησε βαθμιαία πολλά στοιχεία δυτικού πολιτισμού. Ετσι υπό την επίδραση των πολιτικού, πολιτισμικού, θρησκευτικού και γλωσσικού παραγόντων και λαμβάνοντας υπόψη ότι «Ουκρανία» στα ρωσικά και ουκρανικά σημαίνει «παραμεθόριος», οι «Ουκρανοί», δηλαδή οι παραμεθόριοι Ρώσοι, άρχισαν να διαφοροποιούνται εθνολογικά.

    Η Μοσχοβία και μετέπειτα Ρωσική Αυτοκρατορία, ύστερα από σειρά πολέμων εναντίον των Πολωνών και έως το 1795 (τρίτος διαμελισμός Πολωνίας) επαναπροσάρτησε τη βόρεια Ουκρανία. Ομως η διαμόρφωση της ουκρανικής εθνότητας είχε προχωρήσει. Οι Ουκρανοί δεν μπόρεσαν ποτέ να προσαρμοσθούν στο παλαιό ρωσικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα να εξελιχθούν σε έναν νέο σλαβικό λαό - εξέλιξη την οποία οι Ρώσοι αναγκάστηκαν να αποδεχθούν έως το 1900.

    Ρώσοι εναντίον Τατάρων

    Ταυτόχρονα οι Ρώσοι αποσπούσαν σταδιακά και τη νότια στέπα από το ταταρικό Χανάτο της Κριμαίας. Οι Τάταροι είναι ένας τουρανικός μουσουλμανικός λαός, διάδοχος της Χρυσής Ορδής στην Ουκρανία. Παρότι προστατεύονταν από τους Οθωμανούς συγγενείς τους, έως το 1783 οι Ρώσοι κατέκτησαν το Χανάτο τους. Οι κατακτηθείσες περιοχές, δηλαδή η σύγχρονη κεντροανατολική και νότια Ουκρανία (και η Κριμαία) εποικίσθηκαν από Ρώσους και άλλους ορθοδόξους και λιγότερο από Ουκρανούς, γι' αυτό σήμερα οι ρωσόφωνοι (ουσιαστικά Ρώσοι) επικρατούν σε αυτές.

    Οι έποικοι συμπεριελάμβαναν αρκετούς Ελληνες, ιδρυτές της Μαριούπολης και άλλων οικισμών στα νοτιοανατολικά (1778-80). Τότε ανιδρύθηκαν ως ρωσικές, σημαντικές πόλεις όπως οι Οδησσός (με ιδιαίτερη θέση στην ελληνική ιστορία), Χερσών, Νικολάεφ (Μικολάιβ), Ντονιέτσκ, Συμφερόπολη, Σεβαστούπολη κ.ά. Εως τον πρώιμο 20ό αιώνα, η συγκεκριμένη περιοχή αποκαλούνταν «Νέα Ρωσία» ενώ η βόρεια Ουκρανία αποκαλούνταν και «Μικρή Ρωσία» (Malorussia). Η καθαυτό Ουκρανία (των ουκρανοφώνων) κείται κυρίως στα δυτικά του μέσου Δνείπερου με κύριο κέντρο το Κίεβο. Το Χάρκοβο είναι το μεγαλύτερο κέντρο της ρωσόφωνης Ουκρανίας, ένα είδος «αντίβαρου» στο Κίεβο.

    Το 1920, η σοβιετική εξουσία παρέδωσε τις νεοαποκτηθείσες νότιες και ανατολικές περιοχές στη νεοσύστατη ΣΣΔ Ουκρανίας, προκειμένου να προσεταιρισθεί τους Ουκρανούς αλλά και να υπάρχει πάντα πολυάριθμος ρωσικός πληθυσμός στη ΣΣΔ. Ο εποικισμός τους συνεχίσθηκε και τον 20ό αιώνα και σήμερα οι ρωσόφωνοι συνιστούν σχεδόν το μισό πληθυσμό της Ουκρανίας. Τα επώνυμά τους λήγουν συνήθως σε -οβ, -όβιτς, -ιν και -ουκ, σε αντίθεση με την τυπική ουκρανική κατάληξη -ένκο.

    Το 19ο αιώνα οι τσάροι επιχείρησαν να εξοβελίσουν την ουκρανική γλώσσα και χαρακτήρα με σειρά διαταγμάτων, αλλά χωρίς σημαντικά αποτελέσματα. Οι (δυτικοί) Ουκρανοί συσπειρώθηκαν γύρω από την ταυτότητά τους ολοκληρώνοντας έτσι την εθνογένεσή τους. Ο μεγάλος ποιητής τους Τάρας Σεβτσένκο θεωρείται έως σήμερα η «προσωποποίηση» του ουκρανικού εθνικισμού.

    Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση (1917), η Ουκρανία κατέστη πεδίο άγριων συγκρούσεων ανάμεσα σε Ερυθρούς μπολσεβίκους, Λευκούς αντεπαναστάτες, αναρχικούς του Μάχνο και Ουκρανούς και Πολωνούς εθνικιστές. Σύντομα, κυρίως οι Πολωνοί και οι Σοβιετικοί μοιράσθηκαν τις ουκρανικές περιοχές. Το ρωσικό τμήμα κατέστη η ΣΣΔ Ουκρανίας, ελεγχόμενη πλήρως από τους τοπικούς Ρώσους και Ιουδαίους. Κατά το μεσοπόλεμο, οι δυτικοί Ουκρανοί διήγαν περιόδους ενθάρρυνσης της ταυτότητάς τους (δεκαετία 1920) και περιόδους συγκαλυμμένου διωγμού της (κυρίως τη σταλινική περίοδο). Γενικά όμως η σοβιετική ηγεσία αναγνώρισε την (δυτικο-)ουκρανική εθνότητα. Το 1939 η ΕΣΣΔ κατέλαβε τα ουκρανικά εδάφη Πολωνίας και Ρουμανίας, προσαρτώντας τα στη ΣΣΔ Ουκρανίας.

    Η ναζιστική κατοχή

    Εως το 1941 η χιτλερική Γερμανία κατέλαβε την Ουκρανία και εγκατέστησε κυβέρνηση ανδρεικέλων στο Λβοφ, το ισχυρότερο προπύργιο του ουκρανικού εθνικισμού έως και σήμερα. Αρκετοί δυτικοί Ουκρανοί ενίσχυσαν εθελοντικά τις γερμανικές στρατιές λόγω της αντιπάθειας για τους Ρώσους, αλλά γενικά η χιτλερική πολιτική προσεταιρισμού απέτυχε λόγω της βαρβαρότητας των εισβολέων. Οι Σοβιετικοί εκδίωξαν τους ναζί έως τον Οκτώβριο του 1944. Οι ρωσόφωνοι της Ουκρανίας τους δέχθηκαν ως ελευθερωτές, αλλά οι δυτικοί Ουκρανοί πρόβαλαν αντίσταση στον Ερυθρό Στρατό, συνεχιζόμενη με επίμονο ανταρτοπόλεμο έως το 1950. Ηταν ακόμη μία εκδήλωση της αντίθεσης ανάμεσα στους ρωσόφωνους της ανατολικής και νότιας Ουκρανίας και στους ουκρανόφωνους της δυτικής. Με τη διάλυση της ΕΣΣΔ (1991), η Ουκρανία ανεξαρτητοποιήθηκε κληρονομώντας την αέναη αντιπαράθεση ανάμεσα σε ουκρανόφωνους και ρωσόφωνους (και «εθνικούς» Ρώσους). Η αντιπάθεια των πρώτων για όλους τους Ρώσους εκδηλώθηκε και στους πρόσφατους περιφερειακούς πολέμους της Ρωσικής Ομοσπονδίας, όταν οι Νταγκεστανοί, Τσετσένοι και άλλοι αυτονομιστές ενισχύθηκαν από δυτικούς Ουκρανούς μισθοφόρους. Αυτή η αέναη αντιπαράθεση γνώρισε ακόμη μια έξαρση κατά τους πρώτους μήνες του 2014, την οποία μερικοί αναλυτές θεωρούν προμήνυμα μιας πραγματικής αναμέτρησης.

    *Ιστορικός συγγραφέας και ερευνητής

    http://periklisdeligiannis.wordpress.com

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Αφιέρωμα
Η γέννηση ενός αριστουργήματος
Σινεμά
Με περνάνε για άντρα
Ατζέντα Σινεμά
Κωνσταντίνος Κοντοβρακης, παραγωγός
Οπερα
Ετσι κάνουν όλες
Εικαστικά
Ατζέντα Εικαστικών
Μουσική
Ατζέντα Μουσική
Θέατρο
Ατζέντα Θεάτρου
ΚΟΑ
Ενα γερμανικό Ρέκβιεμ
Ποίηση
Στο αρχιπέλαγος της ποίησής του
Άλλες ειδήσεις
ΑΕΠ: η ιστορία ενός αμφισβητούμενου οικονομικού όρου