Έντυπη Έκδοση

«Καρδιά μου πάψε να πονάς...»

Από τα νήπια ακόμη είχα καταλάβει πως έχω καρδιά, όταν με σήκωνε η δασκάλα στον πίνακα κι εκείνη σταματούσε.

Επειτα στο Δημοτικό, που έτρεμε επειδή δεν ήξερα το μάθημα, και μετά στο Γυμνάσιο, που βροντοχτυπούσε επειδή ήμουν ερωτευμένος. Χρόνια ολόκληρα με βοηθούσε να μη χάνομαι και με προειδοποιούσε. Νόμιζα ότι έτσι θα ζω μέχρι το τέλος, εγώ να χοροπηδώ κι εκείνη να με νταντεύει, ώσπου κάποια μέρα βαρέθηκε τα χούγια μου και με ταρακούνησε. Τότε κατάλαβα πως όποτε θέλει μπορεί και να με σκοτώσει.

Είχα ζήσει ήδη μισόν αιώνα κι όλα τα μέσα μου ήταν μέλι-γάλα. Και τα έξω μου πρέπει να ήταν στην ίδια κατάσταση, γιατί στο Μιλένιουμ πήρα τη φίλη μου και πήγαμε να γιορτάσουμε στην Υδρα. Την τρίτη μέρα κατάλαβα ότι κάτι παράξενο συμβαίνει με την καρδιά μου. Χτυπούσε άτσαλα, όπως χτυπάει κι ο τυμπανιστής για να τεντώσουν οι συγχωριανοί τον λαιμό τους και να δούνε κάτι καινούργιο.

Η φίλη μου έφυγε, εγώ έμεινα και σε δυο μήνες έγραψα το «Γκας ο γκάνγκστερ». Μάζεψα τα μπαγάζια μου και πήρα το δρόμο για το λιμάνι με τα πόδια. Στο δρόμο έκανα διάφορες σκέψεις. Σκεφτόμουν, ας πούμε, ποια ζώα ξεμοναχιάζονται για να γεννήσουν, ποια χρειάζονται δυο μήνες, πότε εγκαταλείπουν τα νεογνά τους και για πού τραβάνε μετά. Εγώ πάντως τραβούσα για τον εκδότη, για να εγκαταλείψω το παιδί μου στα χέρια του.

Είχα φτάσει ήδη στο λιμάνι, όταν είκοσι μέτρα μακριά από το βαπόρι ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει σαν να έπεσε κάτω. Φοβόμουν και να κοιτάξω μήπως τη δω ανάμεσα στ' άλλα ψάρια που ξεφόρτωναν τα καΐκια και σπάραζαν στο έδαφος. Νόμιζα πως αν κάνω ένα βήμα ακόμη, θα πέσω να σπαράζω κι εγώ στο μουράγιο. Σκέφτηκα να συρθώ μέχρι απέναντι, στο χρυσοχοείο του φίλου μου του Λάκη, αλλά το είδα κλειστό. Σίγουρα θα πετάχτηκε στο σπίτι για να ταΐσει τη γαϊιδουρίτσα του την Μπουμπούκα, που τέτοια ώρα είχαν ραντεβού για να φάνε. Επιασα την καρδιά μου και σύρθηκα μέχρι το πλοίο. Σε όλο το ταξίδι την κρατούσα και τη μάλαζα απαλά, έτσι όπως μαλάζουν οι άνθρωποι ό,τι πολυτιμότερο βρίσκουν σε κάποιον άλλο· κι όπως ο Λάκης αυτή την ώρα τάιζε την Μπουμπούκα για να μείνει ήσυχη, έτσι κι εγώ χάιδευα την Μπουμπούκα τη δική μου, για να μείνει ήσυχη.

Στην Αθήνα παρέδωσα το βιβλίο στον «Καστανιώτη» να το μεγαλώσει κι εγώ πήγα στη Θεσσαλονίκη και παραδόθηκα στον καρδιολόγο.

- Δεν βλέπω τίποτε παράξενο... είπε, αφού με εξέτασε. Αν θες όμως, έλα αύριο να σε ψάξουμε καλύτερα στο χειρουργείο. Θες;

- Θέλει, θέλει, γιατρέ!... απάντησαν και οι τρεις φίλοι μου, που είχαν περάσει από το χειρουργείο και οι δύο φορούσαν ήδη μπάι πας.

- Αν βρούμε κάτι, να προχωρήσουμε; συνέχισε ο γιατρός.

- Να προχωρήσουμε, να προχωρήσουμε, γιατρέ!... συνέχισαν κι οι άλλοι.

Ευτυχώς για μένα και δυστυχώς γι' αυτούς, δεν βρέθηκε τίποτε. Εγώ όμως συνέχισα ν' ανησυχώ. Πολλές φορές με το που πάω να πάρω μια χορταστική ανάσα, σταματάει η καρδιά μου και τότε σκέφτομαι: «Μα είναι τρελή; Δεν ξέρει πως άμα πεθάνω εγώ, θα πεθάνει κι εκείνη; Εκτός κι αν ανήκει σ' εκείνους, τους αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων».

Μου 'χει γίνει συνήθεια πια να επισκέπτομαι καρδιολόγους. Μ' έχει φοβίσει κι ο πατέρας μου, που μου 'λεγε: «Το μόνο που έχω 'γώ είναι η μεγάλη καρδιά, αυτή θα σε αφήσω κληρονομιά». Μετά πολλά χρόνια με ειδοποίησαν από τη Γερμανία ότι «ο μπαμπάς έπαθε έμφραγμα» κι έτρεξα. «Ο πατέρας σας έχει μεγάλη καρδιά κι αυτό είναι το πρόβλημα», μ' ενημέρωσε ο γιατρός. «Σου τα 'λεγα εγώ, θυμάσαι;»

Γέλασε κι εκείνος. Την περασμένη εβδομάδα που έκανα καρδιογράφημα, γέλασε κι ο γιατρός μου. «Ολα εντάξει». Γύρισα σπίτι περιχαρής κι άνοιξα την τηλεόραση ν' ακούσω ειδήσεις. Ολόκληρη την κρατική οθόνη κάλυπτε μια διαφήμιση που έλεγε: «Οι καρδιές των Ελλήνων χτυπούν στους ρυθμούς της Γιουροβίζιον». Ορίστε, αυτή είναι διάγνωση, σκέφτηκα. Τι θέλω εγώ και τρέχω ακόμα στους αλμπάνηδες;

ΧΙΡΟΣΙΜΑ,

ΑΓΑΠΗ

ΜΟΥ

Υ.Γ. Καημένε Νακαγκάβα... Ακούω τις ειδήσεις στην τηλεόραση, διαβάζω τις εφημερίδες και απορώ, πώς τόσοι πολλοί ευφυείς και οξυδερκείς άνθρωποι βάλουν εναντίον του. Δεν ξέρουν από καταστροφές και μεθύσι; «Η εικόνα του μεθυσμένου Ιάπωνα υπουργού Οικονομικών έκανε τον γύρο του κόσμου...», γράφοι οι εφημερίδες . Γιατί να μην τον κάνει; Αυτός είναι ο πιο ειλικρινής, ο πιο πονεμένος υπουργός Οικονομικών στον πλανήτη. Ποιοι είναι, οι δικοί μας; Που κάθονται στις καρέκλες ξεμέθυστοι χρόνια τώρα και μας παραμυθιάζουν; Αμα βγουν οι Ρωμαίοι αύριο και φωνάξουν «Ποιος είναι ο Νακαγκάβα», αντί «Ποιός είναι ο Σπάρτακος», πρώτος εγώ θα φωνάξω: «Εγώ είμαι ο Νακαγκάβα». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Μερόνυχτα Σαββάτου
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Άλλες ειδήσεις
Οι νέοι ηθοποιοί δεν έχουν τη σπιρτάδα των παλιών
Οι Ινδοί ξανάρχονται
«Σήμερα μπερδεύουν το διαμάντι με το γυαλί»
Πέρα από τις στέγες στον ήλιο
Με θαυμασμό και φθόνο
Πέντε σάουντρακ για Οσκαρ
Ο Ινδός, ο Ελληνας και οι άλλοι
Δεν θέλω να παίζω τον χαβαλέ, που λέει αστειάκια
Μπολερό με τον θάνατο στη Λισαβόνα
Ο γνήσιος πόνος ξανακάνει τη ζωή πραγματική
Σαν άλλος Λιρ μέσα στο χιόνι
Από τον πρωθυπουργό μέχρι τον δήμαρχο, όλοι ένα ρόλο υποδύονται
Ο,τι έμεινε ατόφιο...