Έντυπη Έκδοση

Δεν θέλω να παίζω τον χαβαλέ, που λέει αστειάκια

Ακούει στο όνομα Ευτύχης. Η τύχη του όμως σταματάει εκεί. Γιατί στη ζωή του τον τρώει η γκίνια, τόσο πολύ που θα μπορούσε να γραφτεί στο βιβλίο Γκίνες. Εναν τέτοιο κινηματογραφικό χαρακτήρα δεν μπορείς παρά να τον συμπαθήσεις. Ειδικά αν τον παίζει ο Γιώργος Πυρπασόπουλος.

Ο Γιώργος Πυρπασόπουλος και η Μαρκέλλα Γιαννάτου, σε σκηνή από την ταινία «Γκίνες» Ο Γιώργος Πυρπασόπουλος και η Μαρκέλλα Γιαννάτου, σε σκηνή από την ταινία «Γκίνες» Αυτός είναι ο πρωταγωνιστής της ταινίας «Γκίνες» του Αλέξη Καρδαρά, μιας «γκανγκστερικής» ταινίας δράσης με στοιχεία κωμωδίας (στις αίθουσες 26 Φεβρουαρίου).

Στην καριέρα του Γιώργου Πυρπασόπουλου, πάντως, όλα δεξιά πάνε. Από τους πιο δραστήριους ηθοποιούς της γενιάς του, παίζει στο θέατρο, («Πελεκάνος» του Νίκου Μαστοράκη, «Δόκτωρ Φάουστους» του Δημήτρη Λιγνάδη, «Δαίμονες και Δαιμονισμένοι» της Μάγιας Λυμπεροπούλου), στο σινεμά («Τέλος εποχής» του Αντώνη Κόκκινου) και σε σίριαλ. Κάνει διαφήμιση και ραδιοφωνικά σποτάκια. Εσχάτως τον βλέπουμε και σε ρόλο παρουσιαστή στο τηλεπαιχνίδι «Μια τρύπα στο νερό» («ΜΕΓΚΑ»).

Τι τύπος είναι ο Ευτύχης, εκτός από γκαντέμης;

«Είναι χαρτοπαίχτης, τυχοδιώκτης και άτυχος. Παρ' όλα αυτά, είναι συμπαθής γιατί έχει μια αφέλεια. Προσπαθεί να ανακαλύψει έναν κρυμμένο θησαυρό, ο οποίος υποτίθεται ότι βρίσκεται σε μια ταβέρνα στη μέση του πουθενά πάνω στα βουνά. Στην πορεία συναντάει διάφορους περίεργους τύπους, που του προκαλούν ένα σωρό κακοτυχίες. Στο τέλος, όμως, γυρνάει η τύχη του. Το χρώσταγε στον εαυτό του. Η ζωή δεν χρωστάει σε κανέναν. Εμείς την ορίζουμε, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν εμπλέκεται η... ανωτέρα βία».

Εσείς αισθάνεστε τυχερός ή... γκαντέμης;

«Θα απαντήσω με ένα παράδειγμα: συνήθως πηγαίνω στο σουπερμάρκετ Σάββατο μεσημέρι και βρίσκω να παρκάρω! Δεν είναι τύχη αυτό;».

Και στη δουλειά σας; Σας έχει βοηθήσει η τύχη;

«Ισως να έχει βάλει το χεράκι της, αλλά δεν έχει παίξει τον πρώτο ρόλο. Οσα έχω καταφέρει οφείλονται σε αγώνα, κόπο και επιμονή. Την κυνήγησα τη δουλειά. Ημουνα τέσσερα χρόνια σε γραφείο κομπάρσων και έκανα περάσματα σε διαφημιστικά ή σίριαλ. Παράλληλα έκανα την πρώτη μου επαγγελματική δουλειά σε ένα θεατρικό στην ΕΡΤ1. Πήγαινα ακόμα Γυμνάσιο. Ηθελα να γίνω πάση θυσία ηθοποιός, ήδη από το Δημοτικό. Στην αρχή το έβλεπα σαν παιχνίδι. Κάναμε με τα αδέρφια μου θεατρικές soirees στη γειτονιά. Αργότερα έπαιζα σε παραστάσεις στο Αλσος της Νέας Σμύρνης με την Κάρμεν Ρουγγέρη και τη Λία Χατζοπούλου. Ηταν το μόνο πράγμα που με ένοιαζε. Δεν με ενδιέφερε ούτε να κάνω φοιτητική ζωή ούτε να έχω ελεύθερο χρόνο».

Επαιξε ρόλο το ότι η γιαγιά σας, Μαρίκα Νέζερ, ήταν ηθοποιός;

«Αυτό μάλλον συνέβαλε στο ότι οι γονείς μου ήταν δεκτικοί με την απόφαση να γίνω ηθοποιός. Κατά τα άλλα, δεν με βοήθησε η γιαγιά μου. Είχε σταματήσει το θέατρο χρόνια. Ηταν στο κρεβάτι κατάκοιτη. Οι ηθοποιοί της δικής της γενιάς άλλωστε έφευγαν σιγά σιγά. Σίγουρα όμως υπήρχε το μικρόβιο στην οικογένεια. Οταν ήμουν μικρός, χάζευα τα κοστούμια της γιαγιάς μου, χειρόγραφους ρόλους, παλιές φωτογραφίες. Θυμάμαι φορούσαμε με τον αδερφό μου τα κοστούμια της και παίζαμε».

Πώς και δεν πήγατε σε δραματική σχολή;

«Δούλευα ως ηθοποιός πριν τελειώσω το σχολείο. Επίσης, όταν σπουδάζεις ηθοποιός, δεν μπορείς να δουλεύεις. Προτίμησα λοιπόν την εμπειρία. Βρέθηκα κοντά σε καταξιωμένους ανθρώπους που με έμαθαν πολλά, όπως οι Γιώργος Αρμένης, Ντίνα Κώνστα, Ιάκωβος Ψαράς, Μιχάλης Μητρούσης, Ελένη Ανουσάκη, Κάρμεν Ρουγγέρη. Αργότερα έκανα κάποια σεμινάρια στο Λονδίνο στο Royal Academy, γιατί ένιωσα ότι ήθελα τεχνική κατάρτιση. Εκατσα ενάμιση χρόνο στο Λονδίνο. Δούλεψα σε μια ταινία χωρίς καθόλου budget που δεν βγήκε ποτέ, ανεβάσαμε με την Αναστασία Ρεβή ένα θεατρικό του Γιώργου Ηλιόπουλου, έπαιξα σε διαφημιστικά και πήγα σε αρκετές οντισιόν».

Κάνετε διαφημιστικά, ραδιοφωνικά σποτάκια, σινεμά, σίριαλ, θέατρο, εμπορικές και καλλιτεχνικές δουλειές. Η γενιά σας δεν έχει ταμπού ως προς τις επιλογές της.

«Φυσικά. Στην Ελλάδα μάς λείπει ο επαγγελματισμός. Εχουμε διαχωρίσει την κουλτούρα από το εμπορικό, την τηλεόραση από το θέατρο. Δουλειά είναι και η υποκριτική και οι επαγγελματίες ζούνε από αυτή. Σε καλούν να παίξεις σε σαπουνόπερα ή σε κωμωδία, σε θεατρικό του Ντοστογιέφσκι αλλά και σε μια ταινία των Ρέππα-Παπαθανασίου. Ρόλοι είναι όλοι. Μην ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα έχουμε μικρή αγορά. Κακώς έχουμε βάλει ταμπέλες. Παλιότερα υπήρχε η άποψη ότι ο ηθοποιός πρέπει να πρεσβεύει το ηθικόν, όπως το ορίζει η ετυμολογία της λέξης. Ο καθένας έχει τη δική του ηθική. Αυτή η αξία όμως έχει χαθεί γενικά στην κοινωνία».

Ακούγεστε απαισιόδοξος.

«Είμαι ρεαλιστής. Βλέπω ότι κυριαρχεί η φιλοσοφία της πάρτης μας. Οι Ελληνες δεν έχουν εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον και δεν συνεργάζονται. Ετσι βρεθήκαμε σε αυτά τα χάλια. Δεν ισχύει η δημοκρατία. Δεν έχουμε κυβέρνηση, ούτε πολιτικούς. Είναι δύσκολο να βγούμε από το μπάχαλο όπου ζούμε».

Πανηγυρίσατε στο σπίτι, με την Αμερικανίδα σύζυγό σας, τη βραδιά που εξελέγη ο Ομπάμα;

«Εννοείται! Μου αρέσει πολύ αυτός ο τύπος. Δεν ξέρω τι θα καταφέρει, γιατί η Αμερική είναι συντηρητική χώρα. Ελπίζω τουλάχιστον να μη μιλάει με τα πιστόλια και τους πυραύλους. Ο Ομπάμα είναι εμπνευσμένος και λέει και πέντε σωστές κουβέντες. Γιατί να μην έχουμε κι εμείς έναν ικανό πολιτικό αντί για όλα αυτά τα γκαβά;»

Να γυρίσουμε στην ταινία. Είναι κωμωδία;

«Είναι και κωμωδία. Το προσόν της είναι ότι έχει κινηματογραφική αφήγηση, κάτι που σπανίζει στα σενάρια που περνάνε από τα χέρια μου. Φέτος μου έδωσαν έξι και είπα "όχι" σε όλα, γιατί είχαν διάλογο από την αρχή μέχρι το τέλος. Είναι κουραστικό και φλύαρο. Η πρόκληση είναι να μπορώ να αξιοποιήσω εκφραστικά μέσα, να ρίξω ένα βλέμμα, να κάνω μια αντίδραση. Ο κινηματογράφος, για μένα, είναι ατμόσφαιρα».

Τι προσόντα χρειάζονται για να παρουσιάσεις ένα τηλεπαιχνίδι; Το γεγονός ότι είστε ηθοποιός βοηθάει;

«Μα, στην πραγματικότητα υποδύομαι τον ρόλο του παρουσιαστή. Το σημαντικότερο όμως προσόν είναι το επικοινωνιακό χάρισμα. Ο Φερεντίνος, για παράδειγμα, δεν είναι ηθοποιός. Ούτε ο Αρναούτογλου ή η Μενεγάκη. Η Ευγενία Μανωλίδου, η οποία παρουσιάζει την απαράδεκτη εκπομπή "Η στιγμή της αλήθειας", ήταν μουσικός. Αποφάσισα φέτος να κάνω τηλεόραση για οικονομικούς λόγους, επειδή είμαι πρόσφατα παντρεμένος και θέλω ν' ανοίξω σπίτι. Τα προς το ζην βγαίνουν από την τηλεόραση και τη διαφήμιση. Και στην τηλεόραση, βέβαια, χρήματα βγάζουν οι αναγνωρίσιμοι ηθοποιοί. Οι υπόλοιποι είναι στο ξεροκόμματο. Επίσης, αν έκανα και θέατρο και δούλευα από τις 8 το πρωί έως τις 12 το βράδυ, θα το έκλεινα το σπίτι μου. Αποφάσισα λοιπόν να το θυσιάσω φέτος, αλλά του χρόνου θα παίξω στο θέατρο».

Εχετε την εικόνα του καλού παιδιού. Σας προτιμούν σε τέτοιους ρόλους;

«Το θέατρο δεν έχει κλισέ. Εχω παίξει το καλό παιδί αλλά έχω κάνει και τον ντίλερ, τον υποχθόνιο, τον συνωμότη, τον Μεφιστοφελή, ενώ οι περισσότερες τηλεοπτικές προτάσεις που μου έχουν γίνει είναι για να παίξω τον χαβαλέ που λέει αστειάκια. Τελευταία όμως κάνω και κόντρα ρόλους και έχω ανατρέψει αυτή τη στερεότυπη εικόνα».

* Στο «Γκίνες» παίζουν ακόμα: Μαρκέλλα Γιαννάτου, Στέλιος Μάινας, Αντώνης Καφετζόπουλος, Δημήτρης Αλεξανδρής, Ακης Σακελλαρίου, Κωνσταντίνος Κορωναίος. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Άλλες ειδήσεις
Οι νέοι ηθοποιοί δεν έχουν τη σπιρτάδα των παλιών
Οι Ινδοί ξανάρχονται
«Σήμερα μπερδεύουν το διαμάντι με το γυαλί»
Πέρα από τις στέγες στον ήλιο
Με θαυμασμό και φθόνο
Πέντε σάουντρακ για Οσκαρ
Ο Ινδός, ο Ελληνας και οι άλλοι
Δεν θέλω να παίζω τον χαβαλέ, που λέει αστειάκια
Μπολερό με τον θάνατο στη Λισαβόνα
Ο γνήσιος πόνος ξανακάνει τη ζωή πραγματική
Σαν άλλος Λιρ μέσα στο χιόνι
Από τον πρωθυπουργό μέχρι τον δήμαρχο, όλοι ένα ρόλο υποδύονται
Ο,τι έμεινε ατόφιο...