Έντυπη Έκδοση

Νίκος Χατζόπουλος

Οι νέοι ηθοποιοί δεν έχουν τη σπιρτάδα των παλιών

Αν αγαπάτε το ξέφρενο «κέντημα» του βοντβίλ, σε μια «λάιτ», ωστόσο ευθύβολη και ανησυχητικά επίκαιρη εκδοχή του, θα το ανακαλύψετε ξανά με ένα άπαιχτο στην Ελλάδα έργο τού μετρ του είδους, Ευγένιου Λαμπίς.

Ο θίασος του «Στάχτη στα μάτια». Ο Ν. Χατζόπουλος έχει μεταφέρει το έργο τού Λαμπίς στο 1950 Ο θίασος του «Στάχτη στα μάτια». Ο Ν. Χατζόπουλος έχει μεταφέρει το έργο τού Λαμπίς στο 1950 Το «Στάχτη στα μάτια» θα ανεβεί στις 7 Μαρτίου, σε μετάφραση και σκηνοθεσία Νίκου Χατζόπουλου, στο «Από Μηχανής Θέατρο». Με έναν θίασο πραγματικά εκλεκτό, που σχεδόν προδιαγράφει και την καλή του τύχη. Τους Μάνια Παπαδημητρίου, Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, Κώστα Μπερικόπουλο, Ακι Βλουτή, Νίκο Γιαλελή, Δημοσθένη Ελευθεριάδη, Σοφιάννα Θεοφάνους, Λαμπρινή Αγγελίδου και Γιώργο Ζιόβα.

Στη συνάντησή μας, στη θορυβώδη πλέον γειτονιά του Μεταξουργείου, ο Νίκος Χατζόπουλος μας εξήγησε γιατί η φάρσα είναι μακράν το δυσκολότερο είδος στο θέατρο, παρά το ότι υποτιμήθηκε, και γιατί από τα 160 και πλέον έργα τού δεξιοτέχνη Γάλλου δραματουργού επέλεξε το λιγότερο εξωφρενικό, με ήρωες ξεπεσμένους μπουρζουάδες και μικροαστούς, που υποδύονται ό,τι ακριβώς δεν είναι.

Πώς ανακαλύψατε τον συγκεκριμένο Λαμπίς;

«Εδώ στη Γαλλία θεωρείται σήμερα πάρα πολύ δύσκολος! Ολοένα και λιγότερο ανεβάζουν οι Γάλλοι Λαμπίς. Λένε ότι έχουν εκλείψει πια οι ηθοποιοί που μπορούν να τον παίξουν καλά. Ολη αυτή την ευελιξία, τη σπιρτάδα και την ελαφράδα που χρειάζεται η φάρσα, οι νέοι ηθοποιοί δεν την κατανοούν».

Αυτός είναι και ο λόγος που ανεβαίνει σπάνια και στην Ελλάδα;

«Φυσικά. Το "Στάχτη στα μάτια" το ανακάλυψα ψάχνοντας να βρω έργο για να προτείνω στο Εθνικό αντί της σεξπιρικής "Τρικυμίας" - που τελικά ανέβασα. Εψαχνα έργο του Λαμπίς, βρήκα τα άπαντά του, 160 τόσα έργα. Ποιο να πρωτοπαιχτεί; Ενα από τα πιο γνωστά του, "Το ταξίδι του κυρίου Περισόν", δεν έχει ανεβεί ίσως ποτέ στην Ελλάδα. Σκεφτείτε το!»

Και γιατί από έναν τέτοιο όγκο έργων επιλέξατε να μεταφράσετε και σκηνοθετήσετε το συγκρεκριμένο;

πό τη φάρσα ο Νίκος Χατζόπουλος θα πάει στον Τσέχοφ. Τον επόμενο χειμώνα θα είναι ο θείος Βάνιας σε παράσταση του Γιάννη Χουβαρδά στο Εθνικό πό τη φάρσα ο Νίκος Χατζόπουλος θα πάει στον Τσέχοφ. Τον επόμενο χειμώνα θα είναι ο θείος Βάνιας σε παράσταση του Γιάννη Χουβαρδά στο Εθνικό «Από τα έξι-εφτά που πρόλαβα να διαβάσω, φανταζόμουν ότι το "Στάχτη στα μάτια" μπορούσα να το καταλάβω καλύτερα και να το καταλάβουν και οι ηθοποιοί. Είναι πιο συμμαζεμένο, πιο οικονομημένο. Δεν έχει την τρέλα της φάρσας. Είναι μια κοινωνική σάτιρα. Ο Λαμπίς κάπως ξεφεύγει απ' τα βοντβίλ».

Ο σύγχρονος ηθοποιός προσεγγίζει πιο εύκολα έναν πιο... προσγειωμένο Λαμπίς;

«Ναι. Τη φάρσα την ήξεραν οι παλιοί Ελληνες ηθοποιοί πολύ καλά. Οι ηθοποιοί των παλιών κινηματογραφικών κωμωδιών την έπαιζαν στο μικρό το δαχτυλάκι τους».

Τι μεσολάβησε και χάθηκε η επαφή με το είδος;

«Αλλαξε κάτι, που το νιώθω κι εγώ ως ηθοποιός: υποτιμήσαμε τη φάρσα. Τη θεωρήσαμε ταπεινό είδος. Και έτσι ασχολήθηκαν μαζί της μόνο ηθοποιοί που με μεγάλη ευκολία πλάσαραν τα πράγματα, επιβάλλοντας την περσόνα τους».

Και «καπελώνοντας» τους χαρακτήρες που υποδύονταν;

«Εντελώς. Οι υπόλοιποι ασχοληθήκαμε με ένα πιο ψυχολογικό θέατρο, επηρεασμένοι και από μια γενικότερη τάση. Γιατί το θέατρο της δεξιοτεχνίας (βλέπε φάρσα), στο οποίο τα πράγματα δείχνονται παρά βιώνονται, θεωρήθηκε ψευτιά. Και απέναντι στην ψευτιά έπρεπε να βρούμε μια αλήθεια. Οσα χρόνια είμαι σκηνοθέτης, αυτό βιώνω. Περιφρονούσαμε τους παλιούς θεατρίνους, επειδή τους θεωρούσαμε ψεύτες, αναζητώντας την αλήθεια. Πολλές φορές, όμως, αυτή η αλήθεια δεν φτάνει για να γεμίσει μια σκηνή! Μετά, μην ξεχνάτε ότι αρχίσαμε να παίζουμε στην Ελλάδα σε θέατρα πολύ μικρά».

Αυτό πώς επηρέασε το ρεπερτόριο;

«Το πράγμα μίκρυνε σε εμβέλεια και δεν επέτρεπε στη φάρσα να "κατεβαίνει" στο κοινό. Η φάρσα έχει πολλά "κατ' ιδίαν". Ο ηθοποιός κάνει τον θεατή συμμέτοχο και συνένοχο, λέγοντάς του την αλήθεια. Με τον άλλο ηθοποιό, σε ένα άλλο επίπεδο, παίζει το ψέμα. Αυτή η ευελιξία από το ψέμα στην αλήθεια και από την αλήθεια στο ψέμα είναι κάτι που έχει χαθεί, αναζητώντας ψυχολογικά αντικρίσματα και σκέψη. Η φάρσα είναι το κατεξοχήν θέατρο που δεν θέλει σκέψη. Καμία σκέψη! Βέβαια, για να μην υπάρχει σκέψη στον ηθοποιό, προϋποτίθεται πολλή σκέψη, με την οποία έχεις υπερ-αναλύσει τα πράγματα».

Ολα αυτά όμως δεν χρειάζονται στον «γειωμένο» Λαμπίς που ανεβάζετε.

«Δεν είναι ο κλασικός τύπος της ξέφρενης φάρσας, που ξέρουμε κι από τους Βρετανούς. Είναι μια κοινωνική σάτιρα, όπου όμως τα πράγματα φτάνουν επίσης σε βαθμό παραλογισμού. Εχουμε δυο ζευγάρια με παιδιά της παντρειάς. Κάνει ο γιος πρόταση γάμου στην κόρη και τα ζευγάρια αποφασίζουν να το παίξουν πλουσιότεροι απ' ό,τι είναι. Και για να μπουν στο μάτι του άλλου και για να αποσπάσουν μεγαλύτερη προίκα. Αυτός λοιπόν ο ανταγωνισμός, η μικροαστική μανία τού να δείξουμε διαφορετικοί από αυτό που είμαστε, φτάνει σε σημείο αδηφαγίας».

Η μανία τού να δείχνουμε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε, κι αν αφορά την ελληνική κοινωνία του 2009.

«Είναι κάτι που πράγματι σήμερα βλέπουμε γύρω μας συνεχώς. Το ευνοεί το πλαστικό χρήμα. Με τις πιστωτικές κάρτες μπορούμε άνετα να πάμε εκεί που πάνε όλοι και να πάρουμε το πανάκριβο αυτοκίνητο που αποκτούν όλοι. Η διαφορά μεταξύ είναι και φαίνεσθαι υπάρχει σε ακραίο βαθμό. Η μόνη διαφορά είναι ότι στον Λαμπίς στο τέλος οι ήρωες ξεμπροστιάζονται, κάθε κατεργάρης πάει στον πάγκο του. Πράγμα που στη ζωή δεν γίνεται ποτέ. Το happy end και ο σωφρονισμός των απείθαρχων και των απολωλότων είναι στη σφαίρα της φαντασίας. Προσπαθήσαμε, χωρίς να αλλάξουμε το έργο, να μην περάσει ως διδακτικό το φινάλε. Δεν έχει νόημα να πούμε κατάματα "είστε αλαζόνες, είστε ξιπασμένοι και πρέπει να ξανάρθετε στα γράδα σας". Στον διδακτισμό το κοινό αντιδρά».

Πώς προσεγγίσατε σκηνοθετικά το έργο;

«Προσπαθήσαμε να παίξουμε με τους νόμους του. Οχι αντιγράφοντας παλαιότερες αναφορές μας στη φάρσα, αλλά ανακαλύπτοντας εξαρχής τους κώδικές της».

Σε ποια εποχή το τοποθετείτε;

«Γύρω στη δεκαετία του 1950. Πάντα φοβάμαι ότι αν τα πράγματα τα πας σε μια εποχή... παραφορτωμένη, μπορεί να γίνουν γραφικά. Οπότε κινδυνεύει να χαθεί και η σύνδεσή τους με το σήμερα».

Θέλετε να συνεχίσετε με έναν πιο σκληροπυρηνικό Λαμπίς, με μια καθαρόαιμη φάρσα του;

«Δεν είμαι σίγουρος. Γιατί η κωμωδία έχει πάρα πολύ αυστηρούς κανόνες, σου αφήνει ελάχιστο βαθμό ελευθερίας. Η δε φάρσα είναι καθαρά μαθηματικά. Ισως είναι το πιο δύσκολο πράγμα στο θέατρο. Το επόμενο βήμα που θα ήθελα να κάνω δεν είναι κωμωδία».

Ούτως ή άλλως, το επόμενο έργο σας είναι ένας Τσέχοφ: θα υποδυθείτε τον θείο Βάνια τον επόμενο χειμώνα στο Εθνικό, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά.

«Ωστόσο είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι πρέπει να έχεις μια αίσθηση χιούμορ για να μπορείς να αποδώσεις το δράμα. Παρουσιάζοντας ένα έργο με κωμικές καταστάσεις, δεν παύουν τα πρόσωπα να είναι τραγικά. Στο δράμα το γέλιο είναι μια φυσική αντίδραση απέναντι στο αναπάντεχο, το παράλογο, τη σύγκρουση. Είναι απαραίτητη η αίσθηση του χιούμορ, λοιπόν, για να αντιμετωπίσεις τους δραματικούς ήρωες. Είναι θέμα ισορροπιών. Ο Τσέχοφ χωρίς χιούμορ χάνει το βάθος και τη δραματικότητά του». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Για το ίδιο θέμα
Από τον πρωθυπουργό μέχρι τον δήμαρχο, όλοι ένα ρόλο υποδύονται
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Άλλες ειδήσεις
Οι νέοι ηθοποιοί δεν έχουν τη σπιρτάδα των παλιών
Οι Ινδοί ξανάρχονται
«Σήμερα μπερδεύουν το διαμάντι με το γυαλί»
Πέρα από τις στέγες στον ήλιο
Με θαυμασμό και φθόνο
Πέντε σάουντρακ για Οσκαρ
Ο Ινδός, ο Ελληνας και οι άλλοι
Δεν θέλω να παίζω τον χαβαλέ, που λέει αστειάκια
Μπολερό με τον θάνατο στη Λισαβόνα
Ο γνήσιος πόνος ξανακάνει τη ζωή πραγματική
Σαν άλλος Λιρ μέσα στο χιόνι
Από τον πρωθυπουργό μέχρι τον δήμαρχο, όλοι ένα ρόλο υποδύονται
Ο,τι έμεινε ατόφιο...