Έντυπη Έκδοση

Τέχνες & Πολιτισμός

Ιδέες Τάσεις

  • Φτωχοί μονόδρομοι

    Στην επέκταση του πεδίου της κρίσης, στο χρονικό και ποιοτικό της άπλωμα, κάποια λόγια δεν είναι πια τόσο διάφανα.

    Ας πάρουμε για παράδειγμα τον τελευταίο γλωσσικό συρμό που ανακοινώνει «τέρμα πια στις πολυτέλειες», φράση που διανθίζει συχνά πυκνά τις ομιλίες αξιωματούχων και σχολιαστών. Το ερώτημα είναι ποιο νόημα αποδίδουμε σε αυτή τη φράση, πώς δοκιμάζεται η ευλογοφάνειά της. Αν καταλαβαίνω καλά, για μια ορισμένη ελληνική εκδοχή, το σύνθημα σημαίνει το αντίθετο από αυτό που θα περίμενε κανείς: σημαίνει συγκεκριμένα ότι η κατάσταση έκτακτης ανάγκης της κρίσης κάνει περιττή πολυτέλεια κάθε στοχασμό ή πρακτικό σχεδιασμό ο οποίος λοξοδρομεί από την πεπατημένη του οικείου τρόπου ανάπτυξης. Αντί να εννοεί μια διάθεση εγκατάλειψης χρεοκοπημένων λογικών, αποκαλύπτει τη δογματική προσκόλληση στον πυρήνα των αντιλήψεων και νοοτροπιών της προηγούμενης δεκαπενταετίας. Πρόσφατο δείγμα μιας τέτοιας ερμηνείας, η περισσή οργή του δήμαρχου της Αθήνας για όσους εγείρουν αντιστάσεις στο περίφημο σχέδιο της διπλής ανάπλασης στον Βοτανικό ή στην προοπτική του γκαράζ της Κύπρου και Πατησίων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η κακή πολυτέλεια χρεώνεται σε κάποιο μέτωπο της ακινησίας και της βίας, στις πάντοτε ύποπτες μειοψηφίες που, όπως ειπώθηκε, δεν θέλουν την πρόοδο και την ευημερία των πολλών. Οι «επαγγελματίες της διαμαρτυρίας» επιδεικνύονται άλλη μια φορά στην κοινή γνώμη ως η κύρια πηγή της στασιμότητας και της κοινωνικής παρακμής. Και βεβαίως, η διαμαρτυρία των λίγων πρέπει να κρύβει κάτι ακόμα πιο πονηρό: υπόγεια συμφέροντα και ανομολόγητες σκοπιμότητες.

    Αναγνωρίζουμε εδώ το πάγιο τέχνασμα του κατεστημένου λόγου εν μέσω κρίσης: ότι το ξόανο της οικονομικής απαθλίωσης επιδεικνύεται για να αποθαρρύνει οποιαδήποτε διαφορετική κατανόηση και ιεράρχηση της πραγματικότητας. Το πολύπλοκο στερέωμα της οικονομικής επιβράδυνσης χρησιμοποιείται για να διεγείρει ανασφάλειες και όχι για να αφυπνίσει συνειδήσεις. Οι μεγάλες απώλειες του μέλλοντος γίνονται εργαλείο για την αποδοχή επαχθέστερων όρων στα συμβόλαια του παρόντος. Και εν τέλει, το κακό που μπορεί να έλθει αύριο φτιάχνει ένα εύχρηστο επιχείρημα υπέρ της συναίνεσης στις σημερινές «επισφάλειες».

    Δεν είναι υπερβολή αν πούμε ότι έχουμε εδώ ένα πρότυπο εύπεπτης και συγχρόνως επικίνδυνης σκέψης. Τι κάνει αυτή η σκέψη; Αποκλείει εκ προοιμίου το καλύτερο για να επιλέξει, με τη γνωστή βιασύνη, την αθωότητα του μικρότερου κακού. Ο μονόδρομος προτάσσεται ως ο μοναδικός δημοκρατικός δρόμος για τη λογική ενώ οτιδήποτε άλλο αποδοκιμάζεται ως λοξό και παράφωνο. Το παράδειγμα της ευρύτερης περιοχής του Ελαιώνα φανερώνει μια τέτοια ρηχή λογική. Το δίλημμα ανάμεσα σε παρακμιακή εγκατάλειψη και εμπορικά κέντρα, στο ρήμαγμα και στις γκλάμορους «αναπλάσεις», στην ερήμωση και στη μητροπολιτική υπερφόρτιση υποδηλώνει ένα συντριπτικό αδιέξοδο. Σαν να μη μας απομένει άλλη επιλογή πέρα από το δίπολο της παλιάς ή της μοντέρνας μόλυνσης, του σκουπιδαριού ή του ιερού τσιμέντου. Ο τόπος, η χώρα η ίδια, δεν «έχει άλλη» επιλογή: είτε παραμένει στη χαοτική παραμέληση είτε δραπετεύει στο μέλλον με υπερκατασκευές και πάρκα κατανάλωσης.

    Μοιάζει παράδοξο ότι όλα αυτά συμπίπτουν με έναν περίγυρο που υποτίθεται ότι φιλοξενεί αναθεωρήσεις και μεταστροφές στο επίπεδο ιδεών και προτύπων. Οπου ακόμα και στο εξώφυλλο του «Newsweek» διαβάζουμε ότι τώρα γίναμε όλοι σοσιαλιστές. Αυτή ωστόσο η αναθεώρηση ελάχιστα αγγίζει τον πυρήνα του φιλελευθερισμού, αυτό που ο Ζαν Κλοντ Μισεά αποκαλεί «αυτοκρατορία του μικρότερου κακού». Απεναντίας, ο συγκεκριμένος μηχανισμός δείχνει να επεκτείνεται και να επανασυνδέεται με τις ρίζες του, την υπαρξιακή και βιοτική ανασφάλεια των εξατομικευμένων ανθρώπων. Στις συνθήκες της κρίσης το κατεπείγον πάει να σκεπάσει όλες τις άλλες ποιότητες του αναγκαίου. Με αυτή την έννοια, βλέπουμε ότι η οικονομία και ο οικονομισμός αφυδατώνουν -αν δεν εκτοπίζουν πλήρως από το κάδρο- την οικολογική μέριμνα. Η με κάθε κόστος αναθέρμανση της μεγέθυνσης αντιμετωπίζει ως ιδεοληπτικές αγκυλώσεις και άκαιρες πολυτέλειες τις βάσιμες προειδοποιήσεις για τα πραγματικά όρια του επικρατούντος τρόπου παραγωγής και κατανάλωσης.

    Επιστρέφοντας όμως στο παράδειγμα των αθηναϊκών αναπλάσεων και αντιστάσεων, δεν θέλω να είμαι απαισιόδοξος. Οι ελπιδοφόρες ρωγμές πληθαίνουν, παρά το ότι η κόπωση και η αίσθηση της γενικότερης πολιτικής παρακμής λιγοστεύουν την όρεξη για «περιττές» -δηλαδή απολύτως αναγκαίες- εκδηλώσεις ευψυχίας των πολιτών. Ισως ο λόγος περί ακινησίας να μην πείθει πλέον με την ευκολία με την οποία μεθούσε άλλοτε στην πρωτο-ιστορία του εκσυγχρονισμού. Υπάρχει πια ένας κόσμος που ρωτάει περισσότερα για το τι ακριβώς κινείται, με ποιο τρόπο κινείται και αναπτύσσεται και κυρίως με ποιο κοινωνικό τίμημα. Παρά τη διανοητική οκνηρία, που ευνοείται από το τέχνασμα του μικρότερου κακού, ένα είναι γεγονός: ότι η αυτάρεσκα πομπώδης ρητορεία της προόδου και της «αξιοποίησης» δεν μπορεί πια να κρύψει τα νεύρα της... *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Άλλες ειδήσεις
Οι νέοι ηθοποιοί δεν έχουν τη σπιρτάδα των παλιών
Οι Ινδοί ξανάρχονται
«Σήμερα μπερδεύουν το διαμάντι με το γυαλί»
Πέρα από τις στέγες στον ήλιο
Με θαυμασμό και φθόνο
Πέντε σάουντρακ για Οσκαρ
Ο Ινδός, ο Ελληνας και οι άλλοι
Δεν θέλω να παίζω τον χαβαλέ, που λέει αστειάκια
Μπολερό με τον θάνατο στη Λισαβόνα
Ο γνήσιος πόνος ξανακάνει τη ζωή πραγματική
Σαν άλλος Λιρ μέσα στο χιόνι
Από τον πρωθυπουργό μέχρι τον δήμαρχο, όλοι ένα ρόλο υποδύονται
Ο,τι έμεινε ατόφιο...