Έντυπη Έκδοση

Αναζητώντας την ομηρική ποίηση

Ομήρου Ιλιάς

Τόμος πρώτος. Ραψωδίες Α-Μ.

μτφρ.-επιλεγόμενα: Δ. Ν. Μαρωνίτης

εκδόσεις Αγρα, σ. 296, ευρώ 25

Κάθε εποχή έχει όχι μόνον τις άξιες πρωτότυπες δημιουργίες της, μα και τις δικές της μεταφράσεις των Κλασικών. Τ' αθάνατα έργα επανεκτιμώνται, και μαζί ξαναδοκιμάζονται ο λόγος και οι εκφραστικοί τρόποι κάθε γενιάς. Στην Ελλάδα ειδικότερα, οι μεταφράσεις της αρχαίας κατεξοχήν Γραμματείας πέρασαν και απ' την επιπλέον «βάσανο» του γλωσσικού ζητήματος: άλλοι το 'βραν αφορμή να επιδοθούν σε ασύδοτη προώθηση ακραίων νεωτερισμών, εν είδει ...«δείγματος γραφής», άλλοι γαντζώθηκαν στα «ζείδωρα νάματα των μεγάλων προγόνων» για να νεκραναστήσουν κώδικες παρωχημένους. Λίγοι δούλεψαν νηφάλια, ενώ στους άστοχους συγκαταλέγονται μυριάδες -καθώς εκείνος ο λόγιος Γ. Ρουσιάδης, για τον οποίο μόνο το σατιρικό τετράστιχο έμεινε, που του 'βγαλαν, σαν κυκλοφόρησε αρχές του 19ου αιώνα, μια ομηρική μετάφρασή του:

Τον Ομηρον τυφλόν ιδών,

ηρώτησεν ο Αδης:

«Και ποίος σε ετύφλωσεν;»

«Ο Γ. Ρουσιάδης»!..

Εχουν ήδη περάσει 50 χρόνια απ' την περιώνυμη Ιλιάδα των Κακριδή-Καζαντζάκη και μισόν αιώνα ανακάτευε το στομάχι γενεών ολόκληρων ο κονταροκατεχάρης Διομήδης, η ανθρωποθροφούσα Φθία, ο κρανοσείστης Εκτορας, ο καλοφόραδος Αδης, οι φαρδιοκουτελάτοι, οι βροντοσκούταροι, οι αλογατάδες και δεκάδες άλλοι τερατώνυμοι της ιδιότυπης αυτής... «Ερωτοκριτιάδας» - μα ποιος τόλμαγε να τα βάλει ανοιχτά με δυο τέτοιες «αυθεντίες»;.. Κι έτσι μείναμε με τη ναυτία! Κάθε νέα προσπάθεια, λοιπόν, καλοδεχούμενη!

Ο Δ. Μαρωνίτης προσφυώς εξαγγέλλει στα Επιλεγόμενά του πως ανάμεσα στα διλήμματα: «πιστή ή ωραία», «φιλολογική ή λογοτεχνική», «δημοτική ή καθαρεύουσα», «ποιητική, σ' ελεύθερο στίχο, ή τυχόν και σε ρυθμικό πεζό», απέφυγε συνειδητά τ' άκρα των «συμπληγάδων», καθώς τις λέει, προτιμώντας την «υποβρύχια διάβαση». Μια τακτική γενναία, αρκεί να διαθέτει κανείς γερά πνεμόνια... (Κι εδώ θα πρέπει να κριθούν τα πνεμόνια, αφού απ' τ' άκρα, όντως, τίποτε μέχρι στιγμής δεν βγήκε...). Ρητά εγκαταλείπει την παραδοσιακή μετρική, καταφεύγοντας στον εσώτερο ρυθμό των στίχων και ηθελημένα κινείται σ' ένα ευρύ γλωσσικό φάσμα, υπό τον όρο, φυσικά, τα ποικίλα στοιχεία «να χωνεύονται», καθώς λέει, μες στο νέο περιβάλλον τους.

Αν οι εξαγγελίες όμως μας βρίσκουν σύμφωνους κατ' αρχήν, τα πράγματα δείχνονται διαφορετικά: Ενώ μ' ανακούφιση αντιμετωπίζει κανείς σε πρώτη ματιά την απαλλαγή απ' τα μετρικά καλούπια, ποίηση πραγματική δεν αρδεύει το γραφτό, που πεζολογεί, χάνοντας την ισχύ του, κι αν πετυχαίνει έναν ρυθμό για μερικούς στίχους, σύντομα δυστροπεί στην εσωτερική απαγγελία, και απρόσμενες μεταπτώσεις από ένα φυσικό και ρέον ύφος σ' αγκυλωμένες, λόγιες φράσεις γραφείου, δείχνουν την αδυναμία τού μεταφραστή να πάει ώς το τέρμα τις προτάσεις που άρχισε μοναναπνιάς! Η δε θεμιτή γλωσσική πολυφωνία, αντί της χορωδιακής μελωδίας, καταλήγει σ' ενοχλητικές παραφωνίες: Στο Α 149, λ.χ., βρίζει ο Αχιλλέας τον Αγαμέμνονα: «Ξετσίπωτε απ' την κορφή ώς τα νύχια, υπόδουλε στο ατομικό συμφέρον»! Μα αν η πρώτη φράση εκτοξεύεται βαριά προσβλητική παλικαριού προς άντρα, σωστά δοσμένη, η δεύτερη ξεθυμαίνει σε κούφιο ρητορικό διαξιφισμό γραβατωμένων στα κοινοβουλευτικά έδρανα, καταστρέφοντας τη σκηνή! Υστερα, εκείνο το «ατομικό συμφέρον» τι χρειαζόταν; Αν ήταν στο σ υ λ λ ο γ ι κ ό συμφέρον υπόδουλος, δεν θα 'ταν προσβολή για όποιον αρχηγό, αλλ' ίσως κι έπαινος! Χάθηκε τ' απλούστατο: «συμφεροντολόγε»; Παρακάτω, στο Β 277, χαίρεται ο στρατός που στραπατσάρισε για τα καλά ο Οδυσσέας τον βρομερό εκείνο Θερσίτη, γιατί έτσι δεν θα 'χει άλλην ευκαιρία «να βρίζει βασιλιάδες με λόγια επονείδιστα»! Μα «επονείδιστα λόγια» έλεγε ο Θερσίτης; Με τέτοια μουχλιασμένα, χιλιοχρησιμοποιημένα κλισέ-πασπαρτού των γυμνασιακών δασκάλων αποδίδονται τα ομηρικά έπη; Αλλά και ο Νέστορας, αμέσως μετά, προσπαθεί να στυλώσει τους μπουχτισμένους κι αποκαρδιωμένους με τον δεκάχρονο πόλεμο Αχαιούς, που σκέφτονται να τα παρατήσουν, και τους λέει: «Πού πήγανε στ' αλήθεια οι συμβάσεις σας;» Και πράγματι, συνθεσίαι γράφει το πρωτότυπο (Β 339), είν' όμως δυνατόν να μιλάει στη σημερινή Νεοελληνική για «συμβάσεις» σε στρατιώτες, λες και πρόκειται για «συμβάσεις» του Δημοσίου; Χάθηκαν οι «συμφωνίες»;

Επειτα, ναι, ν' αποφεύγονται οι επιδεικτικές εκείνες λεξιπλασίες των προηγουμένων, και η κουραστική για τους σημερινούς επανάληψη των ίδιων και των ίδιων ολοένα επιθέτων, αλλ' αν είναι ν' αποδίδεται, χάριν «ποικιλίας», ο κελαινεφής Δίας με την ανοικονόμητη περίφραση: «Δία περιβαλλόμενε με νέφη μελανά» (Β 412), η γλαυκώπις Αθήνη ως: «η Αθηνά λάμποντας τα μάτια», όπου το «λάμπω» στρεβλώνεται σε μεταβατικό (πού ακούστηκε;), και οι χαλκοχίτωνες (Β 47): «Αχαιοί με τα χάλκινα πουκάμισα»(!!!), χίλιες φορές προτιμότερη η απαράλλαχτη επανάληψη ξανά και ξανά του «μελανοσύγνεφου», της «γλαυκόματης» και των «χαλκοθώρακων» του Καζαντζάκη!

Ας δούμε όμως τη γενικότερη εικόνα: Είν' αλήθεια πως δύσκολα θα πιάσει κανεις τον μεταφραστή αδιάβαστον. Γνωρίζει τ' ομηρικό κείμενο και δεν πέφτει σε λάθη, συχνά όμως τα προβλήματα, αντί να τα λύνει, τα προσπερνάει, και πολλές απ' τις ερμηνευτικές προτάσεις της εγκυρότατης εξάτομης έκδοσης του κορυφαίου Kirk λ.χ., (Κέμπριτζ, 1985-93) δείχνει να τις αγνοεί, ενώ η πένα του άλλοτε δεν είν' ακριβής κι άλλοτε περιττολογεί: Η στερεότυπη φράση: «παρά θίν' αλός ατρυγέτοιο» στο μεν Α 316 αποδίδεται: «στο περιγιάλι του ατρύγητου πελάγου», ενώ στο 327: «στον ατρύγητο γιαλό». Παραμένει ασαφές αν ο γιαλός ή το πέλαγο είν' εντέλει ατρύγητο, μα και αδυνατεί κανείς να κατανοήσει τι σημαίνει «ατρύγητος» εδώ - δυσκολία που αίρεται με την καλά τεκμηριωμένη και πολύ πιο εύλογη εν προκειμένω εξήγηση του Kirk: «loud roaring sea (=πολύβουη)»!

Στο Β 103 ο Ερμής χαρακτηρίζεται «αργοφονιάς»! Ομως τι πάει να πει αργοφονιάς; Για τ' ομηρικό αργεϊφόντης κάμποσες ερμηνείες έχουν δοθεί. Αν δεν ακολουθήσουμε εκείνην που τον θέλει «ταχέως εμφανιζόμενο» ή «καθαρώς δεικνύοντα», παρά: «φονέα του μυθικού Αργου», τότε δεν θα 'πρεπε το νεοελληνικό επίθετο να τυπωθεί τουλάχιστον με κεφαλαίο: Αργοφονιάς; Αλλιώς πρόκειται γι' ...αργό δολοφόνο!..

Μα κι άτυχες αποδόσεις: Τι θα πει «καλοξυσμένο αμάξι»; Εγώ μόνο καλοξυσμένο μολύβι ξέρω! Το εύξοον άρμα είναι «τορνεμένο», «λεπτοδουλεμένο», «μαστορεμένο», «φινιρισμένο» ή ό,τι άλλο, αλλ' όχι καλοξυσμένο! Στο Ε 46 και 794 παρουσιάζεται «ένιππο αμάξι»! Αν ήταν με δασεία, θα πίστευε κανείς πως πρόκειται γι' αμάξι μ' ένα άλογο (μόνιππο), αλλά γράφεται με ψιλή! Οπότε ένιππο θα πει: «με άλογα»; Ποιο το νόημα; Υπήρχαν κι άρματα δίχως άλογα; Μα και το «ψαρίσιο πέλαγος» (Ι 4), τι σας λέει;..

Στο Ε 722-3, η Ηβη «αρμόζει γύρω από την άμαξα δυο ρόδες κυκλικές». Μα πώς «γύρω»; «Ζερβά-δεξιά απ' τ' αμάξι», όπως μεταφράζει ο Καζαντζάκης, μπορεί! «Γύρω» από ένα αμάξι πώς ν' αρμόσει κανείς ρόδες; Και τα καμπύλα κύκλα μεταφράζονται «κυκλικές ρόδες»; Χρειαζόταν κάτι παραπάνω απ' το σκέτο: «ρόδες»; Υπάρχουν και τετράγωνες;.. Και παραπέρα, στην ίδια πρόταση: «ασήμι καθαρό τα κεφαλάρια, περιφερόμενα στις δυο μεριές». Μα το κεφαλάρι είν' ο αφαλός, το κέντρο της ρόδας, κι ο ποιητής εννοούσε πως ήταν δεμένος ολόγυρα μ' ασημένια στεφάνη, ασημωμένος. Πώς μπορεί να «περιφέρονται» τα κεφαλάρια; Και σε ποιες «δυο μεριές»; Οι λέξεις δεν κυριολεκτούν, η εικόνα -τόσο σημαντική στ' ομηρικό έπος πάντα- θολώνει, χάνεται και ο αναγνώστης μοιραία προσπερνάει όσα δεν πιάνει... Ακόμη, στο Ι 134, ο Αγαμέμνων διαβεβαιώνει πως δεν άγγιξε τη Βρισηίδα: «δεν έσμιξα μαζί της όπως νομίζεται πως κάνουν άντρες και γυναίκες»!.. Μα στέκει τέτοια κουβέντα; Ο Ομηρος λέει: «όπως κάνουν συνήθως άντρες και γυναίκες» (ή θέμις ανθρώπων πέλει, ανδρών ηδέ γυναικών), και η διαφορά εν προκειμένω ουσιώδης! Γιατί αλλιώς εμφανίζεται ο Ατρείδης ν' ανοηταίνει ισχυριζόμενος πως ν ο μ ί ζ ε τ α ι -κι άρα δεν είν' αλήθεια- ότι άντρες και γυναίκες πάνε στο κρεβάτι!... Και πάντως, με τέτοιες δύσκαμπτες, άτεχνες, αδούλευτες εκφράσεις πώς να υπηρετηθεί ποιητικός παλμός;...

Τέλος, αν από θεωρητική άποψη συμφωνεί κανείς με την τάση να διασώζεται, κατά το δυνατόν, τ' αρχαίο κείμενο -έστω και μια του λέξη (αντί οποιασδήποτε αμφιλεγόμενης νεόπλαστης)- και χαίρεται αναμφίβολα το μυημένο αφτί ακούγοντας εδώ κι εκεί ατόφιους ομηρισμούς μες στο νεοελληνικό, σύντομα γεννιέται η απορία: Ποιος τους καταλαβαίνει; Ποιος μ έ σ ο ς αναγνώστης γνωρίζει τι θα πει: «πολύστονος» (Α 445), ή «καλόσελμα» (Β 75), «ωκύπους» (Γ 129), ή «κορυθαίολος Εκτωρ» (Ε 680), ή τι είν' το «σάκος» (Θ 331); Μήπως, δηλαδή, αγόμαστε σε μια μετάφραση που θέλει λεξικό από δίπλα - και δη Ομηρικό, ή της Αρχαίας;.. Μήπως θα 'πρεπε, αν μη τι άλλο, να μπουν υποσημειωματικές εξηγήσεις;

Κι ακόμα, η Ποίηση -και η νεοελληνική κατεξοχήν- αποφεύγει συστηματικά τις χασμωδίες ή τα καταληκτικά -ν όταν, αντί ευφωνίας, καθαρευουσιανίζουν, εμποδίζοντας την εκφορά του λόγου. Πώς βοηθάνε το φτέρωμα του στίχου τα: «στον μαύρο χάρο» (Δ 396), «τον γδούπο» (Δ 455), «οπότε εκείνη» (Ζ 163), «στο όμορφο» (Λ 352) και κάμποσα παρόμοια;...

Αδικό θα 'ταν, μένοντας κανείς στις αδυναμίες μόνο του βιβλίου, να παραβλέψει την πρώτιστη προσφορά του: ότι βάζει οριστικά κατά μέρος τις γλωσσικές ακροτήτες των προγενεστέρων, επαναβεβαιώνοντας το αυτονόητο: πως δεν είν' ανάγκη, δηλαδή, μέσω του μαλλιαρισμού να ξαναβρούμε τον Ομηρο, και πως υπάρχει γλώσσα κοινολεκτούμενη, ικανή και πλούσια, ώστε να υπηρετήσει και τα κράτιστα της αρχαίας Λογοτεχνίας. Εξίσου άδικο να παραγνωριστεί η αναμφισβήτητη δουλειά που καταβλήθηκε και το επίτευγμα ενός διαβαζούμενου σε γενικές γραμμές κειμένου, καθώς και η επιμελημένη του έκδοση. Ενας νέος που θα ζητούσε Ομηρο, ίσως δεν θα 'βρισκε εύκολα κάτι πιο προσιτό. (Ο παλιός Πολυλάς, βέβαια, διατηρεί πάντοτε την αξία του...) Τώρα, την ποιητική εμορφιά, τη χάρη των περιγραφών, την τελεία αίσθηση του ελληνικού ρυθμού, το μεγαλείο του έπους, τις συγκλονιστικές κορυφώσεις των διαλόγων, αυτά τα δύσκολα και τ' ανεκτίμητα, μάταια θα τ' αναζητήσει στις σελίδες της. Κι όσοι προσβλέπουν σε μια μετάφραση-ορόσημο, θα πρέπει να κάνουν υπομονή ώς την επόμενη...

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ανέσπερες λέξεις
Ο κοσμοπολιτισμός ως αρετή
Η αλληλογραφία δύο σημαντικών προσωπικοτήτων
Αφήγηση σε πολλαπλά επίπεδα
Το ηθικό πρόβλημα σήμερα
Στον βαρύ ίσκιο του Ομήρου Ο διδακτικός Ησίοδος
Το λυρικό πάθος της συγκίνησης
Ταραξίες στον κόσμο, στα νησιά, με δώρα, μάγους και πολύτιμους ελέφαντες
Πολλαπλές αναγνώσεις
Στη λειτουργία των αισθήσεων
Ευαισθησία και βαναυσότητα
Η ζώσα ηδυπάθεια του Πάτρικ Γουάιτ
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Εικαστικά
Το πρόβλημα του έργου τέχνης
Από τις 4:00 στις 6:00
Τα φιλιά φέρνουν επιτυχίες...
20 χρόνια χωρίς τον Stevie Ray Vaughan
Ζάππειο
33η Γιορτή Βιβλίου στο Ζάππειο, 17-30 Μαΐου
Η 33η Γιορτή Βιβλίου στο Ζάππειο, αφορμή για φιλοσοφικό περίπατο
Κριτική βιβλίου
Ανέσπερες λέξεις
Ο κοσμοπολιτισμός ως αρετή
Η αλληλογραφία δύο σημαντικών προσωπικοτήτων
Αφήγηση σε πολλαπλά επίπεδα
Το ηθικό πρόβλημα σήμερα
Αναζητώντας την ομηρική ποίηση
Στον βαρύ ίσκιο του Ομήρου Ο διδακτικός Ησίοδος
Το λυρικό πάθος της συγκίνησης
Ταραξίες στον κόσμο, στα νησιά, με δώρα, μάγους και πολύτιμους ελέφαντες
Πολλαπλές αναγνώσεις
Στη λειτουργία των αισθήσεων
Ευαισθησία και βαναυσότητα
Η ζώσα ηδυπάθεια του Πάτρικ Γουάιτ
Μουσική
Απόστολος Χατζηχρήστος
Ορχάν Παμούμ
Ο Ορχάν Παμούκ στο Βερολίνο και το «Μουσείο της Αθωότητας»
Η ευρωπαϊκή Κωνσταντινούπολη παλεύει με τις ανατολίτικες δεισιδαιμονίες
Ποίηση
Ποιήματα της Αγάπης
Συνέντευξη
Αλέξανδρος Μανωλάκης - Εκδόσεις Οκτώ
Συνέντευξη: Irvine Welsh
«Λατρεύω να βγάζω τους ανθρώπους από την ασφάλειά τους»
Συνέντευξη: Παναγιώτης Παπαϊωάννου
Τα ζώα αγαπούν περισσότερο
Άλλες ειδήσεις
Δοκίμια και τυφλά σημεία
Τα βραβεία του Ελληνικού Κέντρου Ρ.Ε.Ν.
Στα μονοπάτια με προφητείες και σημάδια