Έντυπη Έκδοση

Η συγγραφική τέχνη του Γιώργου Χειμωνά

Μικρές ιστορίες και μεγάλοι μύθοι

Γρηγόρης Πεντζίκης

Το τέλος του μύθου

Οι μικρές εξιστορήσεις του Γιώργου Χειμωνά

εκδ. Μικρή Αρκτος, σ. 140, ευρώ 22,21

Ο μοντερνισμός στην Ελλάδα υπήρξε ένα υπόγειο, όμως αδιάπτωτο αίτημα, μια ασυνείδητη, να το πω αλλιώς, ανάγκη που λάνθανε σε κείμενα, καταχωρισμένα από γραμματολογικό αλληθωρισμό είτε στον ηθογραφικό τρόπο γραφής είτε σε μεικτές ή αμφιλεγόμενες για την ειδολογική τους ταυτότητα ποιητικές συνθέσεις. Εννοούμε φυσικά τα δυσδιάκριτα εκ πρώτης όψεως προνεωτερικά στοιχεία, που μπορεί, ωστόσο, κανείς να ψηλαφήσει σε κάποια διηγήματα του Παπαδιαμάντη. (Ελεύθερος πλάγιος λόγος που ανελίσσεται στις παρυφές του εσωτερικού μονόλογου και προεξαγγέλλει δειλά και άτολμα τη μεταγενέστερη ροή συνείδησης, αυτοαναφορικά σχόλια που αφορούν την κατασκευαστική μηχανή του έργου, ρωγμές στη συνοχή και την ενότητα με τη χρήση της περιοδολογίας). Τέτοια στοιχεία ανιχνεύονται στη Γυναίκα της Ζάκυθος, όπου το πατριωτικό ή αλληγορικό στοιχείο απορροφάται από τους όρους μιας ψυχαναλυτικής ανάγνωσης, στον Βιζυηνό με την αριστοτεχνική συμπλοκή ηθογραφικής ιστορίας και αστυνομικής ίντριγκας. Ωστόσο, ο μοντερνισμός, ντυμένος με τα άμφια ενός επίσημου κινήματος και μιας μεστής καλλιτεχνικής συνείδησης, θα έρθει αργότερα, με το έργο του Ν.Γ. Πεντζίκη, της Μ. Αξιώτη, της Μ. Κρανάκη, του Γ. Σκαρίμπα, του Α. Κοτζιά ώς την υποτιθέμενη καθίζησή του με τη μορφή της μεταμοντερνιστικής αμαύρωσής του!

Ο Γ. Χειμωνάς ανήκει grosso modo στον νέο αυτόν μανιερισμό, με την έννοια της ανορθοδοξίας των εκφραστικών μέσων, αλλά αποτελεί μια εντελώς ξεχωριστή, ιδιάζουσα και ανεπανάληπτη περίπτωση. Από τη γενέθλια στιγμή που εγκαινιάζεται με τον Πεισίστρατο έως τον ακροτελεύτιο αυτής της αυτοτροφοδοτούμενης σπείρας Εχθρό του Ποιητή, η κριτική αναγνώρισε στο πρόσωπό του μια πρωτότυπη φωνή, χωρίς όμως σαφείς προγονικές επιρροές, αν εξαιρέσουμε τη δαιμονόληπτη και αποκαλυπτική παράδοση, τη λογοτεχνία του κακού, χωρίς τον εξωστρεφή και επιδεικτικό ερωτισμό της, και βέβαια το ντοστογιεφσκικό θηριοτροφείο με τα οικόσιτα monsters, αυτό που κάποιοι θεωρητικοί αποκάλεσαν «αρρώστια της συνείδησης» (disease of consciencousness). Παρά το ξένισμα της γραφής του, η δεξίωση που του επιφυλάχτηκε υπήρξε εγκωμιαστική, σχεδόν λατρευτική, με πολλή όμως (όπως συμβαίνει σ' αυτές τις περιπτώσεις) μυθοποιητική και ειδωλολατρική σος. Τα άρθρα, οι μελέτες, οι συνεντεύξεις, τα διδακτορικά (κάποια μείζονος φορμαλιστικής στειρότητας) έδειχναν πως το φαινόμενο Χειμωνά είχε εξονυχιστεί πλήρως και δεν έμενε παρά να λαξευτεί ο ανδριάντας του στο ηρώον της εθνικής μας παλιγγενεσίας! Παρά ταύτα, το δοκίμιο του Γρηγόρη Πεντζίκη Το τέλος του μύθου και με υπότιτλο Οι μικρές εξιστορήσεις του Γιώργου Χειμωνά, υπήρξε μια απροσδόκητη έκπληξη. Αυτό που εισάγει και αποσαφηνίζει με πληρότητα είναι οι μικρές εξιστορήσεις του Χειμωνά, στιγμιότυπα καθημερινής ζωής, τυχαίες δράσεις, ασήμαντες, τετριμμένες ή φευγαλέες για το αδιάφορο μάτι, που τις αποκαθιστά στο τραγικό μεγαλείο τους, με σκοπό να στήσει το ικρίωμα για τον μεγάλο μύθο και το προφητικό του όραμα. Γράφει ο Γ. Πεντζίκης: «Εχω την αίσθηση ότι αυτή η γείωση του Χειμωνά στο σώμα της καθημερινότητας και στο σώμα του ανθρώπου πυροδοτεί την έκρηξη της απογείωσης, που με τη σειρά της καθορίζει τα όρια της γλώσσας και τα όρια της αφήγησης», για να προσθέσει: «οι μικρές εξιστορήσεις, τουλάχιστον οι περισσότερες, λειτουργούν ως σύντομες μερικές αλληγορίες του όλου έργου. Ή ως συνεκδοχές, αφού με την υλική τους υπόσταση εκπροσωπούν τον άυλο μύθο. Ως μερικές πραγματώσεις του όλου». Στην ουσία, πρόκειται για μια μεταμόρφωση στο εσωτερικό ή στη ροή της αφηγηματικής ακολουθίας, που αποκαλύπτει, εκτός από την τεχνική του συγγραφέα να γλιστράει από το επί μέρους, το αποσπασματικό ή το τυχαίο προς τη γενική σύλληψη ή την ολότητα, και τη λαϊκή συνάμα θεματογραφία του, την άγρα των μοτίβων του από τον χθαμαλό κοινωνικό περίγυρο. Απ' τη σκοπιά αυτή, δεν ανήκει στο μυθιστόρημα ή αφήγημα της «συνείδησης», αλλά στο λαϊκό είδος. Στην ιδέα αυτή, όσο κι αν ηχεί προκλητική και σκανδαλώδης, συνηγορεί και η συντακτική διαταραχή της γλώσσας του με τις αντικανονικές παύσεις ή συγκοπές, τις ημιτελείς δηλαδή προτάσεις που εκκρεμούν, όχι για να ξιπάσουν, αλλά γιατί συν-άδουν κυριολεκτικά με τον προφορικό, ακουόμενο λόγο.

Ο Πεντζίκης δεν παύει να τονίζει αυτή τη θεατρικότητα, την παραστατική έκθεση ιδεών που καθιστούν την έκφραση κρουστή. «Η προφορική εκφορά του λόγου που μιμείται την ανθρώπινη ομιλία υπονομεύει (αργότερα μάλιστα καταργεί) την ομαλή χρονικότητα, που με τη σειρά της επιτείνει την αποσπασματικότητα και προσθέτει το στοιχείο της ελλειπτικότητας. Η μίμηση της ανθρώπινης ομιλίας και η παράταξη ορίζουν τον ρυθμό της αφήγησης, τις παύσεις, τις επιταχύνσεις ή επιβραδύνσεις. Ιδίως τις αρρυθμίες. Ο ανθρώπινος ρυθμός ανασαίνει». Επιστρέφοντας στην έννοια της «μικρής ιστορίας», που αποτελεί τη θρυαλλίδα για τη μυθοπλαστική ανάφλεξη, ο μελετητής θα παραπέμψει σε κάποια έργα του Χειμωνά, όπως για παράδειγμα στους Χτίστες. Η (αυτοναφορική) εκτός κειμένου, αιφνίδια βιωμένη ιστορία του ταξιτζή, στο πρόσωπο του οποίου ο Χειμωνάς είδε το πρόσωπο του κήρυκα· ο εντός και εκτός κειμένου θάνατος του πατέρα· η μάνα και τα παιδιά· οι οικογένειες των ανθρώπων· το «άθλιο κουφάρι»· και η «θαμπή ακαθαρσία» - το πολύτιμο έκκριμα «είναι κομμάτια μιας ιστορίας, μέρος και αυτό ενός ευρύτερου μυθοπλαστικού πλαισίου». Τα περιστατικά, μάλιστα, της καθημερινής ζωής (ενταντανέ μιας φωτογραφικής απεικόνισης) αποκτούν το βαθύτερο νόημά τους όταν εστιάζονται στις πιο στοιχειώδεις λειτουργίες του οργανισμού, όπως το περίττωμα, το οποίο, ωστόσο, λαμπρύνεται και ακτινοβολεί, εξαιτίας ακριβώς της αποκηρυγμένης μιασματικής, βδελυρής, δυσώδους φύσης του. Ιδού το απόσπασμα από τους Χτίστες, που παραθέτει ο Πεντζίκης. «Τότε διέκρινε πλάι στο άθλιο κουφάρι. Σαν τα σφιγμένα κόπρανα των πεινασμένων, αλλά εφέγγιζε. Ενα μικρό πράγμα στρογγυλό κι άστραφτε ολοφώτιστο πλάι σ' εκείνη τη θαμπή ακαθαρσία, που ήταν τώρα ο πατέρας. Παρά την άθλια ζωή του, ο θάνατός του έλαμπε. Πολύτιμο έκκριμα και λαμπερό περίττωμα του άθλιου πεθαμένου». Πρόκειται για την πιο ωμή αναβίωση του νατουραλισμού που αποκορυφώθηκε στον Ζολά (Ζερμινάλ), όμως εδώ δεν κατευθύνεται στον καθαγιασμό του εξαθλιωμένου ανθρώπου αλλά στην εξιδανίκευση της σωματικής λειτουργίας, αφού το δράμα παίζεται όχι στην ψυχή ή τη συνείδηση, αλλά στο ανθρώπινο σώμα. «Αλλά εκείνο που από πολύ νωρίς έμαθα είναι ότι το ανθρώπινο σώμα, ολόκληρο το ανθρώπινο σώμα δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να μιλάει ακατάπαυστα για όλα τα πάθη των ανθρώπων», γράφει ο συγγραφέας του Αδελφού. Αν θέλουμε, μάλιστα, να ερμηνεύσουμε τις ψυχαναγκαστικές εμμονές του Χειμωνά, την ανασκαφή του κορμιού, την αρχαιολογία της ανατομίας του, τον διαμελισμό, την εξάρθρωση, τη σκέβρωσή του (πέρα από τον μετα-αναγεννησιακό μανιερισμό), πρέπει να θεωρήσουμε το σώμα ως τη σκηνή που θεατρίζεται στην πιο αποτρόπαιη όψη του, η ανθρώπινη μοίρα. Ο Πεντζίκης πολύ σωστά συμπεραίνει πως κάπου εδώ ελλοχεύει ο θάνατος. «Σ' αυτό το ανθρώπινο έκκριμα συμπυκνώνεται μια νέα συνείδηση του θανάτου, με την οποία ο γιος υπερβαίνει και το όριο της μητέρας του. Ο θάνατος ως ολικό φαινόμενο συμπτύσσεται σε μια ευτελή συνεκδοχή του: το περίττωμα». Περίττωμα ή έκκριμα, ό,τι δηλαδή αποβάλλει το σώμα στον κύκλο της φυσιολογίας του, δεν είναι το μιαρό, που εξοβελίστηκε από την κοινωνική αιδημοσύνη και αυτασφάλιση, αλλά η πύκνωση -η έσχατη δραματική έκφραση- της ανθρώπινης έκπτωσης, αλλά και αναστήλωσής της.

Συνοψίζω: ο Πεντζίκης επιχειρεί στο δοκίμιό του να ερμηνεύσει και να ταξιθετήσει το πολύπτυχο και δύστροπο έργο του συγγραφέα: να τοποθετήσει στη βάση της μυθοπλαστικής του βούλησης, τις μικρές ιστορίες εν είδει θεματικών πυρήνων ή μορφοπλαστικής ζύμης, να φωτίσει την έννοια του αποσπάσματος, εντάσσοντάς το στο σολωμικό και ρομαντικό προηγούμενο. Να υπαγάγει τη δυστροπία της γλώσσας του, που εκτραχύνεται με τις συντακτικές και γραμματικές εκτροπές της, στη λειτουργική φύση του ακουόμενου λόγου. Τέλος, να ξαναδεί τη σχέση ή την αλληλο-ύφανση βίου και έργου, που τόσο είχε παραγκωνίσει η στρουκτουραλιστική προκατάληψη. Λαμπρό το αποτέλεσμα. Ισως η ωριμότερη και περιεκτικότερη αποτίμηση του έργου του Χειμωνά, ώς αυτή τη στιγμή. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Η βαριά σκιά του Παρθενώνα
Η μετάφραση του Κυρίλλου Λουκάρεως
Μια σκοτεινή πλευρά του ερωτισμού
Ανύπαρκτη ήπειρος, ψευδής πατρίδα
Ο Ντιλτάυ και οι προϋποθέσεις των επιστημών του πνεύματος
Μετά το πνεύμα, τι;
Ο νεοφιλελευθερισμός ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας
Ενα κείμενο για τον κόσμο
Γραφέας αντοχής
Μπλε οδηγός για έναν χαμένο κόσμο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Ο Δον Κιχώτης και η μουσική
Η μουσική κληρονομιά της γενιάς του '70
Βιβλιοθήκη μυστηρίου
Ενα σύνθετο σύγχρονο θρίλερ
Κριτική βιβλίου
Η βαριά σκιά του Παρθενώνα
Μικρές ιστορίες και μεγάλοι μύθοι
Η μετάφραση του Κυρίλλου Λουκάρεως
Μια σκοτεινή πλευρά του ερωτισμού
Ανύπαρκτη ήπειρος, ψευδής πατρίδα
Ο Ντιλτάυ και οι προϋποθέσεις των επιστημών του πνεύματος
Μετά το πνεύμα, τι;
Ο νεοφιλελευθερισμός ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας
Ενα κείμενο για τον κόσμο
Γραφέας αντοχής
Μπλε οδηγός για έναν χαμένο κόσμο
Λογοτεχνία
Το «Σάββατο» στην Κω
Αντίο, κυρία Σοφία
Οι μικρομεσαίες πόλεις του Νότου
Αντί προλόγου στο νέο του βιβλίο Αγιοι δαίμονες
Η τυφλή
Ιδιομορφή, Θαλασσί, Φίλντισι, Στάσει εκπίπτοντες: Νέοι εκδοτικοί οίκοι!
Οντα και μη όντα
Συνέντευξη: Μέμη Σπυράτου
«Σκηνοθετούσα τη ζωή μου γράφοντας το «σενάριο»»
Συνέντευξη:Δημήτρης Στεφανάκης
«Ο Λεωνίδας δεν είναι από τα χαϊδεμένα παιδιά της Ιστορίας»
Τηλεόραση
Οι δανεικές «Κεραίες της εποχής μας»