Έντυπη Έκδοση

Ενα βιβλίο - μάθημα ιστορίας

Ενα κείμενο για τον κόσμο

Πάουλ Βεράχεν

Omega minor

μτφρ.: Ινώ βαν Ντάικ - Μπαλτά

εκδόσεις Πόλις, σ. 830, ευρώ 26

Η συμπαντική απεραντοσύνη, που δοκιμάζει την ανθρώπινη νόηση, και η μυστικιστική επικράτεια του σώματος, φτιαγμένη επίσης από σκοτεινή ύλη και μυστήριο, κατακυριεύουν τις σελίδες του Πάουλ Βεράχεν (Βέλγιο, 1965) με τόση εκφραστική σφοδρότητα που κάθε αναγνωστική αντίσταση αποβαίνει ανεπαρκής, καθότι εξαρχής ανίσχυρη. Το μυθιστόρημα του Βεράχεν είναι απαιτητικό, κουραστικό και δύσκολο, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία πως αξίζει κάθε κόπο. Οι αριστοτεχνικές πλάνες και οι ανύποπτες ενέδρες του συγγραφέα εγκλείουν τον αναγνώστη σ' έναν συναρπαστικό λαβύρινθο, του οποίου οι διακλαδώσεις αποκαλύπτουν τις ζοφερότερες όψεις του 20ού αιώνα. Ο Βεράχεν υποπίπτει στη συνήθη συγγραφική ύβρι, θέλει να μιλήσει για όλα, αλλά η δουλειά του αποδεικνύεται ευθέως ανάλογη της φιλοδοξίας του.

Το μυθιστόρημα μοιάζει να εγκιβωτίζει πολλά βιβλία, που το ένα προϋποθέτει ή προεκτείνει το άλλο, και τα οποία αρθρώνονται γύρω από δύο δεσπόζοντες άξονες, το σώμα και τη δημιουργία. Οι πρώτες σελίδες συνθέτουν ένα έξοχο δείγμα αυτού του διπόλου. Το σώμα αποκτά μια επική διάσταση και τόσο η ηδονή όσο και η κακοπάθειά του αποδίδονται μεγαλειωδώς. Υστερα από περιπαθή, βίαια, εκβιαστικά, απελπισμένα σμιξίματα, ποταμούς σπέρματος και χορικά ψιθύρων και κραυγών, η αυλαία πέφτει πάνω σε δύο κορμιά, αχάλαστα ακόμα από τον χρόνο, που το ένα σπαράζει για το άλλο, αψηφώντας την αρρώστια που αποδεκατίζει τα κύτταρά τους. Ο Πάουλ και η Νέμπουλα διαγράφουν τη μεγάλη τους χειρονομία πάνω στα σεντόνια ενός κρεβατιού, νικημένοι από τις χειρονομίες άλλων, που θέλησαν να κρατήσουν στα χέρια τους τα ορατά και τα αόρατα αυτού του κόσμου· ενός κόσμου στον οποίο απαγόρευσαν να παραλογίζεται. Ομως κάθε μικρός θεός θα κάνει κάποτε το μοιραίο λάθος και «το άθροισμα αυτών των λαθών στο τέλος θα μας σκοτώσει». Τότε δεν θα μας έχει μείνει παρά «μια τρεμουλιαστή γύμνια».

Ο Πάουλ κάνει το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο του Πότσνταμ, με αντικείμενο τη γνωστική ψυχολογία, μια απόλυτα αγνή επιστήμη, στο μέτρο που δεν επικαλείται τη σωτηρία της ψυχής. Το ερευνητικό του ενδιαφέρον αποσπούν φαινόμενα που διαρκούν μερικά χιλιοστά του δευτερολέπτου και συνεπώς «δεν βοηθάνε ψυχή ζώσα». Ωστόσο, ο Πάουλ πιστεύει το εξής: «Δεν μπορείς να ασχολείσαι διαρκώς με τα Μεγάλα Ζητήματα. Πρέπει να κάνεις κάτι μικρό για να περνάς τη μέρα σου». Τουλάχιστον το πίστευε μέχρι που γνώρισε τον Ντε Χέιρ, την περίοδο που ο τελευταίος ανάρρωνε στο νοσοκομείο από την απόπειρα αυτοκτονίας του. Στο ίδιο δωμάτιο θα βρεθεί ο Πάουλ, ομοιοπαθής τρόπον τινά. Επιζών του Ολοκαυτώματος ο γεροντότερος, θύμα των νεοναζί ο νεότερος. Από τη στιγμή αυτή αρχίζει να εκτυλίσσεται η αφήγηση εκείνη που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος, η αφήγηση του Ντε Χέιρ, με ακροατή τον Πάουλ. Και εδώ αναφαίνεται ένα πρόβλημα, που υποσκάπτει τη δεξιοτεχνία του Βεράχεν. Ο Ντε Χέιρ μιλάει για το Αουσβιτς. Προφανώς η διήγησή του είναι σπαρακτική και φρικώδης. Ο ηλικιωμένος άνδρας βρίσκεται αντιμέτωπος με το αδιανόητο γεγονός της τυχαίας διάκρισης υπέρ του, νιώθει ότι επέζησε για να βιώνει μέχρι τέλους την αδυναμία της επανόρθωσης και, ως απότοκο αυτής της αδυναμίας, να σπαράσσεται από μια ενοχή τρομερή όσο και ανεδαφική. Είναι θυμωμένος, αλλά δεν διαθέτει «την πολυτέλεια της ηθικής αγανάκτησης», την τυφλότητα του οιονεί αναμάρτητου. Χειρίζεται επίσης με ευφράδεια τη ρητορική της βλασφημίας, αντιπαραβάλλοντας την ύπαρξη του Θεού προς το Αουσβιτς. Και εκείνος, όπως και άλλοι επιζώντες σε άλλα βιβλία, επιμένει πως είναι ηθικά ανάρμοστη η γενική εικόνα, διότι η γενική εικόνα είναι ευφημισμός ενός συλλογικού τάφου, μέσα στον οποίο οι μεμονωμένοι άνθρωποι αποσαθρώνονται και ανάγονται συλλήβδην σε Ιστορία. Είναι ύψιστο ηθικό χρέος να διασφαλιστεί η ατομικότητα, η μοναχικότητα των νεκρών, ακόμα και αν αυτό είναι ανέφικτο. Ομως γιατί ο Βεράχεν τα ξαναλέει όλα αυτά; Τι κομίζει στην «ακαδημαϊκή βιομηχανία» περί Ολοκαυτώματος; Μήπως δεν είναι παρά ένας μαθητής, πολύ καλά διαβασμένος, προετοιμασμένος να γράψει μια άριστη έκθεση; Εκ των υστέρων αποδεικνύεται ιδιαίτερα ριψοκίνδυνο, και την ίδια στιγμή αξιοθαύμαστα τολμηρό, το ότι ο συγγραφέας συντηρεί επί περίπου 660 σελίδες παρόμοιες άτοπες επιφυλάξεις, τις οποίες έρχεται να σαρώσει ένα ιδιοφυές εύρημα. Η αφήγηση του Ντε Χέιρ δεν αλλάζει. Είναι άλλωστε μια αφήγηση καθολική, καταγραμμένη και προπάντων συντελεσμένη. Δεν γίνεται να παραγραφεί. Αλλάζει όμως το πρόσωπο του αφηγητή και τίποτα πια δεν είναι ίδιο.

Τι προτείνει ο Ντε Χέιρ στον Πάουλ; Ενα μάθημα Ιστορίας; Εναν μίτο για το παλίμψηστο του Βερολίνου, μια πόλη εγγενώς μεταμοντέρνα στο βαθμό που διαρκώς εφευρίσκει τον εαυτό της; Την προφητεία του Νέου Ράιχ; Μια κίβδηλη αυτοβιογραφία που αναχαράζει άλλες βιογραφίες μόνο για να αποτίσει φόρο τιμής σ' αυτές; Ισως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, η διήγηση του Ντε Χέιρ να κατατείνει στην αμφισβήτηση της κατωτερότητας του ψεύδους έναντι της αλήθειας. Σε κάποιο σημείο αποφαίνεται: «Η Ιστορία -και αυτή είναι η μόνη αλήθεια σε ό,τι αφορά την Ιστορία- είναι το ψέμα που λέει το παρόν για να δώσει νόημα στο παρελθόν». Από το άλλο μέρος, η παραμόρφωση πάντα αντανακλά την αλήθεια που διαστρέφει. Στα ψέματα του Ντε Χέιρ, ο Πάουλ αδυνατεί να μη διακρίνει απαραγνώριστες αλήθειες. Ισως μάλιστα ο Ντε Χέιρ να μην ήταν ποτέ πιο ειλικρινής απ' όταν του εκμυστηρεύτηκε ότι μόνο μετά το Αουσβιτς έγινε Εβραίος. Στο στρατόπεδο ο εαυτός του γεννήθηκε εκ δευτέρου σαν ένας ολοκαίνουργιος γιος του Ισραήλ, που βρήκε τη γη του στο Ανατολικό Βερολίνο. Δεν ήταν δύσκολη η μεταμόρφωσή του. Πριν από τον εκτοπισμό του ζούσε κρυμμένος κάτω από μια σκηνή πάνω στην οποία θριάμβευε ένας Εβραίος ταχυδακτυλουργός, που έγινε δάσκαλός του. Η ταχυδακτυλουργική δεινότητα του Ντε Χέιρ αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία του μυθιστορήματος. Ο Βεράχεν δεν θα μπορούσε να επινοήσει πιο ιδανικό πρόσωπο για να διαπλεύσει τον 20ό αιώνα από αυτόν το βιρτουόζο της μεταμόρφωσης και της παραπλάνησης, έναν άνθρωπο χωρίς όνομα αλλά με πολλές ιδιότητες. Η ταχυδακτυλουργία, όπως σημειώνει, μέσα από την απορία και την έκπληξη σε παρακινεί να αποτολμήσεις ένα άλμα στην πίστη. Και χωρίς την πίστη τού αποδέκτη, καμία αφήγηση δεν είναι αληθινή. Ο Ντε Χέιρ έκανε, εν ολίγοις, τον Πάουλ να τον πιστέψει χάρη στο ύστατο τρικ της ζωής του.

Μετά την Ιστορία έρχεται η δημιουργία. Αυτή είναι η πρώτη ύλη από την οποία ο Ντε Χέιρ πλάθει το αριστούργημά του, την αφήγησή του. Ο Πάουλ θα παραχαράξει την πλαστή μνήμη του Ντε Χέιρ και θα μεταπλάσει το υβρίδιο σε βιβλίο, έχοντας προηγουμένως μεταστοιχειώσει τη συγγραφή σε πεδίο μάχης, Κείμενο εναντίον Κόσμου. Ξέροντας ήδη: «ο Κόσμος νικά». Υπάρχει όμως και η δημιουργία που φτιάχνει Ιστορία και εδώ εμφανίζεται ο Γκόλντφαρμπ, ο οποίος βασιλεύει σε ένα στερέωμα από ατομική ενέργεια. Υπέρ το δέον οραματιστής, φαντασιώνει το Παν, έστω κι αν το τίμημα αυτού του θαύματος θα είναι το μηδέν, ένα μηδέν καινοφανές, ασύλληπτο. Τελικά το αριστούργημα του Γκόλντφαρμπ είναι μια αδυσώπητη, φονική λάμψη, η άλως από το πυρ της κολάσεως. Και οι τρεις άνδρες του βιβλίου ανάγουν τη δημιουργία σε άφευκτο πεπρωμένο, με την υποψία ότι τα δημιουργήματά τους θα τους θανατώσουν, όπως και συμβαίνει. Υπό μία έννοια, και οι τρεις επιλέγουν μιαν υψηλόφρονα αυτοκτονία. Οπως γράφει ο Βεράχεν, κάθε αυτοκτονία «δεν είναι παρά ωδές στην πολυπλοκότητα του νου μπροστά στο τυφλό στοίχημα της ύπαρξης».

Λ ίγο πριν από το κλείσιμο του μυθιστορήματος, η Νέμπουλα και ο Πάουλ πετούν πάνω από τη φλεγόμενη από ένα δηλητηριώδες φως πόλη, αγκιστρωμένοι στα χρυσά φτερά της θεάς Νίκης, για να ξαπλώσουν αργότερα γυμνοί σε μια άγραφη σελίδα της Ιστορίας.

«Αν κοιτάξεις ένα ανοιγμένο βιβλίο με το μάτι στο ύψος του τραπεζιού (γονάτισε αν χρειαστεί), θα δεις έναν άγγελο, με τις φτερούγες απλωμένες, έτοιμο να απογειωθεί». Παρά το βάρος του, το βιβλίο τού Πάουλ Βεράχεν φτεροκοπά πάνω από την Ιστορία, με φτερά δανεικά από αγγέλους της Αποκάλυψης και άλλους που στέργουν τα επίγεια ψάλλοντας επαγγελίες και παραμυθίες. Κάτω από τα αστέρια, «τόσο μάταιοι σύντροφοι», οι ήρωές του κάνουν έρωτα και τότε δεν έχει καθόλου σημασία αν δεν είμαστε τίποτε άλλο από ένα κοσμικό αστείο. Το σώμα έχει κάτι από το Σύμπαν. Είναι και αυτό χαώδες, σκοτεινό και επίφοβο, ένας τόπος εν τω βάθει αθέατος και ακατάληπτος, κυριαρχούμενο από άδηλες δυνάμεις, που άλλοτε το απομακρύνουν από άλλα σώματα και άλλοτε, ανεξήγητα πάλι, το πλησιάζουν σε αυτά. Αυτή, μας λέει ο Βεράχεν, είναι η ουσία του ανθρώπου, και το μυθιστόρημά του είναι εμποτισμένο σε αυτή την ουσία, διατρανώνοντας την πίστη του στη μεταφυσική της σάρκας. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Η βαριά σκιά του Παρθενώνα
Μικρές ιστορίες και μεγάλοι μύθοι
Η μετάφραση του Κυρίλλου Λουκάρεως
Μια σκοτεινή πλευρά του ερωτισμού
Ανύπαρκτη ήπειρος, ψευδής πατρίδα
Ο Ντιλτάυ και οι προϋποθέσεις των επιστημών του πνεύματος
Μετά το πνεύμα, τι;
Ο νεοφιλελευθερισμός ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας
Γραφέας αντοχής
Μπλε οδηγός για έναν χαμένο κόσμο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Ο Δον Κιχώτης και η μουσική
Η μουσική κληρονομιά της γενιάς του '70
Βιβλιοθήκη μυστηρίου
Ενα σύνθετο σύγχρονο θρίλερ
Κριτική βιβλίου
Η βαριά σκιά του Παρθενώνα
Μικρές ιστορίες και μεγάλοι μύθοι
Η μετάφραση του Κυρίλλου Λουκάρεως
Μια σκοτεινή πλευρά του ερωτισμού
Ανύπαρκτη ήπειρος, ψευδής πατρίδα
Ο Ντιλτάυ και οι προϋποθέσεις των επιστημών του πνεύματος
Μετά το πνεύμα, τι;
Ο νεοφιλελευθερισμός ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας
Ενα κείμενο για τον κόσμο
Γραφέας αντοχής
Μπλε οδηγός για έναν χαμένο κόσμο
Λογοτεχνία
Το «Σάββατο» στην Κω
Αντίο, κυρία Σοφία
Οι μικρομεσαίες πόλεις του Νότου
Αντί προλόγου στο νέο του βιβλίο Αγιοι δαίμονες
Η τυφλή
Ιδιομορφή, Θαλασσί, Φίλντισι, Στάσει εκπίπτοντες: Νέοι εκδοτικοί οίκοι!
Οντα και μη όντα
Συνέντευξη: Μέμη Σπυράτου
«Σκηνοθετούσα τη ζωή μου γράφοντας το «σενάριο»»
Συνέντευξη:Δημήτρης Στεφανάκης
«Ο Λεωνίδας δεν είναι από τα χαϊδεμένα παιδιά της Ιστορίας»
Τηλεόραση
Οι δανεικές «Κεραίες της εποχής μας»