Έντυπη Έκδοση

Πολιτική

Αρθρο

  • Η Ελλάδα απέναντι στις περιφερειακές αβεβαιότητες

    Το ρευστό περιφερειακό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από την ανοιχτή πληγή της Συρίας, το φόβο εξαγωγής της κρίσης στον Λίβανο (ενδεχομένως και στην Ιορδανία), την ανησυχία για τις εξελίξεις στην Αίγυπτο, που πιθανότατα θα γεννήσουν νέα εξτρεμιστικά στοιχεία από τους κόλπους των Αδελφών Μουσουλμάνων, την άτεγκτη στάση Ιράν και Ισραήλ γύρω απ' το πυρηνικό πρόγραμμα του πρώτου, την επιστροφή του Ιράκ στην αστάθεια, την οπισθοδρόμηση της Τουρκίας και την ανησυχία για την πορεία των χωρών του ευρωπαϊκού νότου.

    Το τελευταίο διάστημα η Ουάσιγκτον αποδίδει ολοένα και αυξανόμενο ρόλο και λόγο στη γείτονα. Και ναι μεν η θέση της Αγκυρας για μια σειρά από ζητήματα (Συρία, Ιράν, Ιράκ, μουσουλμανικός κόσμος, Κουρδικό, σχέσεις με Ισραήλ) είναι δεσπόζουσα, εντούτοις, με ελάχιστες εξαιρέσεις, απέχει απ' το να χαρακτηριστεί εποικοδομητική. Τουναντίον, η δογματική τουρκική εξωτερική πολιτική έχει δημιουργήσει νέα μέτωπα για τις ΗΠΑ, σε μια περίοδο που επιθυμούν τη μερική τους αποστασιοποίηση από την περιοχή, ενώ η διαχείριση της εσωτερικής κρίσης από πλευράς Ερντογάν εγείρει εύλογα ερωτήματα για τις πραγματικές του προθέσεις.

    Η πτώση Μόρσι στην Αίγυπτο ανέδειξε τα όρια της ανάπτυξης καθεστώτων μιας δήθεν μετριοπαθούς ισλαμικής αντίληψης και συνάμα δημιούργησε δεύτερες σκέψεις στις ΗΠΑ για την αναγκαιότητα υποστήριξής τους.

    Στο Κυπριακό παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα. Η Ελλάδα οφείλει να αποσυνδέσει την εκμετάλλευση των όποιων κοιτασμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας από τη λύση του Κυπριακού. Η ωριμότητα των συνθηκών επίλυσης δεν προσδιορίζεται ούτε από την πρόσφατη οικονομική κρίση της Μεγαλονήσου ούτε από την εξεύρεση υδρογονανθράκων (που είναι αποκλειστικό θέμα της Κύπρου πώς θα τους διαχειριστεί) ούτε από την αναγκαστική συνεκμετάλλευση, όπως επιδιώκει η Τουρκία, ούτε πολύ περισσότερο από τη δημιουργία κλίματος δυνητικής αποσταθεροποίησης λόγω των εκβιασμών της Αγκυρας.

    Εντός ενός ασφυκτικού περιφερειακού πλαισίου, η «προβληματική» και δοκιμαζόμενη Ελλάδα, παρ' ότι δεν φαντάζει πια ως ένας χρήσιμος εταίρος, εντούτοις, αποκτά αξία πρωτίστως από το ότι νοείται ως μία ταλαντευόμενη περίπτωση, η τύχη της οποίας μπορεί να γύρει την πλάστιγγα είτε προς δυσμενέστερες εξελίξεις, με τη δημιουργία κενού ασφαλείας στην περιοχή, είτε προς τη σταδιακή αποκλιμάκωση της κατάστασης, τουλάχιστον στο ευρωπαϊκό κομμάτι της Μεσογείου.

    Παράλληλα, παρά την προφανή αδυναμία της χώρας μας, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, να εμπλακεί ενεργά στο περιφερειακό γίγνεσθαι, οι τελευταίες εξελίξεις σε αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο την καθιστούν παράγοντα σταθερότητας. Προ δεκαετίας στα Βαλκάνια ήμασταν μέρος της λύσης του προβλήματος, πλέον πασχίζουμε να μη μετεξελιχθούμε σε μέρος του ίδιου του προβλήματος σε μια περιοχή (της Ανατολικής Μεσογείου) που «φλέγεται», με τις αβεβαιότητες να υπερκερούν τις βεβαιότητες.

    Το επόμενο διάστημα πρέπει, με απόλυτο ρεαλισμό, να εντοπίσουμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, να διακρίνουμε τα περιθώρια διαπραγμευτικών ελιγμών, να αξιολογήσουμε το νέο ρόλο μας στον απόηχο των πρόσφατων γεγονότων, να αναλάβουμε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής και εν τέλει να κατασταλάξουμε αν η καλύτερη άμυνα (στις κλιμακούμενες εντάσεις) είναι μια επιθετικότερη εξωτερική πολιτική που θα αναδείξει την Ελλάδα ως ένα «εποικοδομητικό» εταίρο.

    Αυτό, με τη σειρά του, θα μας προσδώσει εθνικό κεφάλαιο, που είναι απαραίτητο και μπορεί να αξιοποιηθεί για τη θωράκιση και την προώθηση των εθνικών μας θέσεων σε μια σειρά από ζητήματα.

  • Ευρώπη του «αφηγήματος» ή ενός ποιήματος;

    Σαν «έτος κρίσιμης σημασίας» για το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι εκτιμάται η επόμενη χρονιά, τούτο δε εξαγγέλλεται σε κάθε ευκαιρία από το κέντρο των Βρυξελλών.

    Η διάγνωση περικλείει όμως τη μισή αλήθεια, καθότι σχεδόν όλα τα τελευταία χρόνια ήταν το ίδιο κρίσιμα για την Ευρώπη.

    Οταν τούτο λέγεται επίσημα, οι λόγοι είναι προφανείς καθώς ο χρόνος κυλάει αμείλικτα και οι διάφοροι «ευρωμάγοι» δεν κατάφεραν ακόμη να βγάλουν το χρησμό για το πολιτικό μέλλον και τη μοίρα της Ενωσης.

    Τουθ' όπερ αναλυόμενο σημαίνει πως δεν κατέληξαν στο «σχήμα» εκείνο, μέσα από το οποίο θα προκύψει μια μορφή ευρωπαϊκής διακυβέρνησης. Με τη προϋπόθεση πως το τέρας της κρίσης δεν θα έχει καταπιεί τελικά την Ευρωζώνη, αν όχι και την ίδια την Ενωση, η τελική μορφή μιας ευρωπαϊκής κυβέρνησης «υπερυπουργών» (;) μπορεί να είναι γνωστή πριν από τη διεξαγωγή των ευρωεκλογών στα τέλη Μαΐου του 2014.

    Φυσικώ τω λόγω, θα μπορούσε «επ' ευκαιρία» τούτο να τεθεί στην κρίση των εκλογέων χωρών της Ενωσης, πλην όμως εδώ το σχέδιο απειλείται με πλήρη ανασφάλεια. Ανεξάρτητα του ποια εκδοχή ευρωδιακυβέρνησης τελικά θα επικρατήσει, το διακινούμενο «αφήγημα» επισύρει διαρκώς και νέα ζητήματα, λόγω των οποίων απειλούνται καίρια ρήγματα στο ευρωπαϊκό σκάφος.

    Οσο όμως η κρίση συνεχίζει να καλπάζει ανεξέλεγκτη κι ενώ τρέχει παράλληλα ο ευρωπαϊκός χρόνος ολοκλήρωσης, στενεύουν ασφυκτικά και τα περιθώρια για εξεύρεση ενός κοινού τόπου στα ευρωπαϊκά μας πράγματα. Δεν πρόκειται απλώς και μόνο για διαδικασία σύνθεσης υφιστάμενων απόψεων, διότι προς το παρόν δεν έχουν καταστεί σαφή θεμελιώδη ζητήματα, ως εκείνο της «ομοσπονδιοποίησης» της Ε.Ε. Προκειμένου δε το ζήτημα της πολιτικής ενοποίησης να οδηγηθεί σ' ένα τελικό στάδιο διαμόρφωσής του, θα πρέπει να έχει διευθετηθεί, μεταξύ άλλων ευρωπαϊκών εκκρεμοτήτων, το ζήτημα της τραπεζικής ένωσης, από το οποίο θα επηρεασθεί άμεσα το πλαίσιο διακυβέρνησης της Ε.Ε.

    Μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα είναι, πάντως, ότι το εγχείρημα της πολιτικής ενοποίησης της Ε.Ε. διέρχεται μέσα από την τελική έκβαση του γερμανικού διλήμματος, του αν δηλαδή η Γερμανία θα καταστεί περισσότερο ευρωπαϊκή ή το αντίστροφο: αν οδεύουμε προς μια γερμανική Ευρώπη.

    Το ερώτημα έχει τεθεί, ως γνωστόν, από τον Ανδρέα Παπανδρέου σε μια ιστορικά καίρια στιγμή της ευρωπαϊκής πορείας ολοκλήρωσης. Σήμερα όμως επανατίθεται με νέους όρους και με την εμπειρία της πλήρους γερμανικής κυριαρχίας επί των άλλων εταίρων μέσω του ευρώ. Το κοινό νόμισμα λειτούργησε στην πράξη σαν μετονομασμένο γερμανικό μάρκο, ενώ υπήρξε μοιραίο για οικονομίες μικρομεσαίων μεγεθών, όπως εκείνη της Ελλάδας.

    Ηευρωπαϊκή πολιτική ενοποίηση έχει να παντρέψει κατά βάσιν δύο διαφορετικής ιστορικής προέλευσης μοντέλα κρατών, τα οποία και σήμερα ακόμη εμφανίζουν αποκλίνουσες λειτουργίες: εκείνο που μορφοποιήθηκε «ηγεμονικώ δικαίω» μετά την Ειρήνη της Βεστφαλίας και στο πνεύμα υπέρβασης της ύστερης φεουδαρχίας και το άλλο που προέκυψε μέσα από κοινωνικές κι εθνικές εξεγέρσεις σε Γαλλία, Ελλάδα κ.α. Η διαφαινόμενη διάρρηξη της σχέσης έθνους-κράτους όμως δεν συνιστά μόνο θέμα πολιτικής παράδοσης, καθώς τείνει να πλήξει στον πυρήνα τους αδύναμες κρατικές υποστάσεις, ως η ελληνική.

    Η μόνιμα «επιφυλακτική» απέναντι σε κάθε μορφή εμβάθυνσης και διαδικασία ενοποίησης της Ε.Ε. Αγγλία πρόκειται κατά το επόμενο έτος να θέσει με δημοψήφισμα το ερώτημα του αν θα παραμείνει ευρωπαϊκή ή θα αποτελέσει και πάλι τη μεγάλη νήσο της Γηραιάς Ηπείρου. Το θεσμικό πλαίσιο συγκρότησης της πολιτικής ενοποίησης της Ε.Ε. φαίνεται όμως πως δεν θα «χωράει» όλους, και τους «28» πλέον, κάτι που επίσης περικλείει προφανείς κινδύνους για το κοινό ευρωπαϊκό σπίτι όλων μας.

    Απέναντι στην εκδοχή μιας Ε.Ε. των πολλών «ταχυτήτων», που θεωρείται ένα δεδομένο «αφήγημα» πλέον, προβάλλει μια άλλη προοπτική του μέλλοντος της Ευρώπης, εκείνη των ενεργών πολιτών της. Οι ευρωπαϊκά σκεπτόμενοι άνθρωποι αυτής της πολιτικής νοοτροπίας και στάσης ζωής δύσκολα μάλλον θα μπορούσαν να συμφωνήσουν σε κάτι που δεν τους εμπνέει, όπως το παγκοσμιοποιητικό είδος μιας ευρωδιακυβέρνησης.

    Το κοινό όραμα αυτών των ανθρώπων για το κοινό μέλλον της Ηπείρου θα μπορούσε να εκφρασθεί καλύτερα μέσα από ένα ποίημα, «βγαλμένο» από την πολιτισμική υφή και τη γνήσια κοινωνική παράδοση της Ευρώπης.

    Το πνεύμα ενός τέτοιου ευρωποιήματος της εποχής μας μπορεί να εμπνεύσει ανοίγοντας το δρόμο για έναν Ευρωδήμο των εθνών και των λαών της.

  • Γερμανία και ναζισμός

    Οσο κι αν ο Θεός μπορεί να κάνει τα πάντα, είναι αδύνατον, παρ' όλα αυτά, λέει ο Ακινάτης, μια κοπέλα που έχασε την παρθενία της να την κάνει να μην την έχει χάσει.

    Μπορεί, ασφαλώς, ως παντοδύναμος, να την ξανακάνει παρθένα, αλλά δεν θα ήταν ποτέ σε θέση εκείνο που έχει συμβεί να το κάνει να μην έχει συμβεί. Κάτι τέτοιο αντίκειται στη λογική, και ο Θεός, ως πάνσοφος, δεν δικαιολογείται να παραλογίζεται.

    Το παρελθόν, λοιπόν, δεν μπορεί να το αλλάξει κανείς -ούτε ο Θεός. Η ιστορία ενός λαού, εν τοιαύτη περιπτώσει, είναι συνυφασμένη με τη ζωή του έτσι, ώστε να μην παύει αυτός να είναι υπόλογος απέναντί της.

    Την αναγκαιότητα αυτή, ωστόσο, επιχειρούν να την ανατρέψουν λαοί που βαρύνονται για το επιλήψιμο παρελθόν τους αναζητώντας τρόπους αποκοπής των από αυτό.

    Ετσι, οι Τούρκοι, προκειμένου να απαλλαγούν από το άγος της γενοκτονίας των Αρμενίων, καταφεύγουν σε διεθνείς οργανισμούς ή συναλλάσσονται με άλλους λαούς, δίχως τελικά, ώς τώρα τουλάχιστον, να πετύχουν το στόχο τους.

    Αλλοι λαοί προσπάθησαν να ξεφορτωθούν το επιλήψιμο παρελθόν τους αξιοποιώντας την πανουργία της λογικής. Στη Γερμανία, που προκάλεσε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αναπτύχθηκε ο εθνικοσοσιαλισμός, ο ναζισμός. Οι Γερμανοί, «παίζοντας» με τις λέξεις «Γερμανία» και «ναζισμός», πέτυχαν να απαλλαγούν από το εγκληματικό παρελθόν τους. Η Γερμανία -και όχι ο ναζισμός- ήταν που έχασε τον πόλεμο.

    Τη Γερμανία -και όχι το ναζισμό- βοήθησαν οι νικητές με τη μεγαλοψυχία που τα πολιτισμένα έθνη οφείλουν να επιδεικνύουν στους ηττημένους και τους ανίσχυρους να σταθεί όρθια μετά την ήττα της, έτσι ώστε σήμερα να δεσπόζει ως η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη της Ευρώπης και όχι μόνο. Για τα εγκλήματα, όμως, που διέπραξαν οι Γερμανοί υπεύθυνος είναι ο ναζισμός. Οι ναζί έκαψαν, γκρέμισαν, λεηλάτησαν, δολοφόνησαν - όχι οι Γερμανοί.

    Ετσι, με το κόλπο της μετατόπισης της ευθύνης από τη Γερμανία στο ναζισμό, οι Γερμανοί κατάφεραν να ξεφορτωθούν το επιλήψιμο παρελθόν τους και στη θέση του απολογούμενου να βάλουν τους ναζί δίνοντας έτσι στην ανθρωπότητα τη δυνατότητα να ρίξει κάπου το ανάθεμά της για όσα υπέστη στη διάρκεια του αιματηρού πολέμου. Στα θύματα του ναζισμού -και όχι της Γερμανίας- αποδίδεται ο φόρος τιμής και μνήμης από τους επισκέπτες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Νταχάου ή του Αουσβιτς. Υπέρ των θυμάτων του ναζισμού -και όχι της Γερμανίας- εορτάζεται η επέτειος της θηριωδίας σε βάρος των καλούμενων μαρτυρικών χωριών. Και πάει λέγοντας.

    Εξόχως ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι στο ανάθεμα αυτό και στην μήνιν κατά του ναζισμού συμμετέχουν ισότιμα και... οι ίδιοι οι Γερμανοί - και μάλιστα όχι μόνο με λόγια ή την παρουσία τους στις τελετές μνήμης, αλλά και με χρήματα, ενισχύοντας οικονομικά χωριά και πόλεις που βύθισαν στο αίμα οι ναζί. Οχι, αυτό δεν είναι απλώς σχιζοφρένεια. Είναι και πολιτική: αήθης μεν, πλην όμως επιτυχής, αν σκεφτείς ότι εκείνοι που θα έπρεπε υπό το βάρος του παρελθόντος τους να είναι προσεκτικοί, συμπεριφέρονται με περισσή θρασύτητα και αλαζονεία κουνώντας μας το δάκτυλο - το οποίο, δυστυχώς, θα εξακολουθούν να μας κουνούν χλευάζοντάς μας, όσο εμείς, πιασμένοι στην παγίδα τους, θα συνεχίζομε να μιλάμε για θύματα και θηριωδίες του ναζισμού αποσιωπώντας τους πραγματικούς αυτουργούς, τους Γερμανούς.

    Αυτό ουδόλως σημαίνει ότι θα πρέπει να παραβλέπομε τα κακουργήματα των οπαδών του ναζισμού και να μην αισθανόμεθα την απειλή των ιδίων. Πρόκειται, όμως, για μιαν άλλη ιστορία, που δεν είναι θεμιτό να την μπλέκομε με τη συμπεριφορά των Γερμανών.

  • Το νόημα του Ντιτρόιτ

    «Το Ντιτρόιτ, απλά, δεν δύναται να εισπράξει τα έσοδα που απαιτούνται για να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις του δήμου. Πρόκειται για μια κατάσταση που μόνο χειρότερη μπορεί να γίνει χωρίς την ανακήρυξη επίσημης πτώχευσης». Με αυτά τα λόγια ο Ρίτσαρντ Σνάιντερ, Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής της Πολιτείας του Μίσιγκαν, πληροφόρησε την κοινή γνώμη για τη μεγαλύτερη, επίσημη χρεοκοπία δημοτικής αρχής στις ΗΠΑ.

    Οπως και στην περίπτωση της Ελλάδας, το Ντιτρόιτ χρεοκόπησε επειδή, κάποια στιγμή, η ροή επενδύσεων στην τοπική οικονομία, που έως τότε κρατούσε το δήμο εν ζωή, σταμάτησε - περί το 2009, κι ως αποτέλεσμα της ίδιας ακριβώς κρίσης που έφερε την ένδεια και την απόγνωση και στην πατρίδα μας.

    Οι τοπικές αρχές προσπάθησαν να πείσουν την κεντρική κυβέρνηση της Ουάσιγκτον ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη για πακέτο διάσωσης. Οπως ακριβώς συνέβη και στην ευρωπαϊκή περιφέρεια. Με δύο μεγάλες διαφορές:

    1Στην Αμερική Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί συμφωνούν σε κάτι που δεν έχει, δυστυχώς, γίνει «κτήμα» των Ευρωπαίων πολιτικών - ότι δεν αποτελεί πακέτο διάσωσης ένα μεγάλο δάνειο που δίνεται υπό τον όρο να μειωθούν τα έσοδα της πολιτείας, του δήμου, του κράτους (κάτι που προκύπτει αβίαστα από τη σκληρή λιτότητα που επιβλήθηκε στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία κ.λπ.). Οι Αμερικανοί γνωρίζουν ότι όταν μια Πολιτεία (ή, όπως στην περίπτωσή μας, μια κυβέρνηση η οποία δεν διαθέτει ίδιαν κεντρική τράπεζα) φαλιρίσει, είτε την αφήνεις να κάνει στάση πληρωμών και να κουρέψει άμεσα και δραστικά το χρέος της είτε της δίνεις βοήθεια άνευ λιτότητας και χωρίς να προσποιείσαι ότι θα πάρεις τα χρήματά σου πίσω και με τόκο (όπως προσποιήθηκε η γερμανική κυβέρνηση σε σχέση με τα ελληνικά δανειακά πακέτα). Ενώ σε άλλες περιπτώσεις η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Ουάσιγκτον έκρινε ότι πρέπει να βοηθήσει πόλεις και Πολιτείες, στην περίπτωση του Ντιτρόιτ, το οποίο το θεωρεί ημι-τελειωμένη υπόθεση (μια τέως κραταιά βιομηχανική πόλη των δύο εκατομμυρίων, που σήμερα δεν έχει ούτε επτακόσιες χιλιάδες κατοίκους), έκρινε ότι δεν πρέπει να βοηθήσει αλλά, αντίθετα, ότι το κόστος της πτώχευσης πρέπει να το μοιραστούν οι πιστωτές, οι κάτοικοι και, βασικά, οι υπάλληλοι του δήμου (συνταξιούχοι και ενεργοί δάσκαλοι, αστυνομικοί κ.λπ.).

    2 Η άλλη μεγάλη διαφορά με την πτωχευμένη Ελλάδα είναι ότι οι βασικές ανάγκες των κατοίκων δεν θα βαρύνουν την υπό πτώχευση αρχή. Τα επιδόματα ανεργίας θα τα πληρώνει η Ουάσιγκτον. Το ίδιο ισχύει για τις ελάχιστες συντάξεις των ηλικιωμένων, καθώς και για την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη. Εργα υποδομών θα συνεχίσουν να γίνονται και πάλι με ομοσπονδιακά κονδύλια, τα οποία βέβαια δεν θα προστίθενται στο χρέος της δοκιμαζόμενης τοπικής κοινωνικής οικονομίας. Οπερ μεθερμηνευόμενον, οι φόροι δεν εκτοξεύονται στα ύψη σε μια απέλπιδα προσπάθεια (αλά ελληνικά) να πιαστούν οι «στόχοι», να αποπληρωθούν οι πιστωτές κ.λπ.

    Τίποτα από τα παραπάνω δεν σημαίνει ότι οι κάτοικοι του Ντιτρόιτ δεν υποφέρουν. Και βέβαια υποφέρουν. Και βέβαια βλέπουν την πόλη τους να μαραζώνει, τα νέα παιδιά να φεύγουν, τη δυναμική της κοινωνίας να εξατμίζεται. Ομως, η ελπίδα δεν έχει πεθάνει. Και δεν έχει πεθάνει επειδή οι ιθύνοντες είχαν τη σοφία να πουν την αλήθεια: Δυστυχώς επτωχεύσαμεν και οι πιστωτές της πόλης μας θα χάσουν ένα μεγάλο μέρος των δανεικών που της έδωσαν. Και επιπλέον, επειδή οι ΗΠΑ διαθέτουν έναν πολιτικό μηχανισμό ανακύκλωσης οικονομικών ζημιών και πλεονασμάτων που υπερβαίνει την αγορά (ιδίως την τραπεζική) και στέλνει, μέσα από το φορολογικό σύστημα και το σύστημα πρόνοιας, ένα μέρος των κερδών που παράγονται σε πλεονασματικές περιοχές, όπως η Ν. Υόρκη, στις χειμαζόμενες Πολιτείες.

    Αυτός είναι ο λόγος που κανείς Αμερικανός, ακόμα και ο θυμωμένος κάτοικος του Ντιτρόιτ, δεν στρέφει το θυμό του προς την Ενωση, προς τις ΗΠΑ - την ώρα που οι θεσμοί της «ενωμένης» Ευρώπης, εξαιτίας της παταγώδους αποτυχίας τους, αντιμετωπίζονται από τους Ευρωπαίους, ελλειμματικούς και πλεονασματικούς, με την περιφρόνηση που τους αξίζει.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Πολιτική της έντυπης έκδοσης
Κυβέρνηση
Τρεις εκβιασμοί και μία λίστα
Το Μαξίμου «στρώνει» εκλογικό χάρτη...
Η κυβέρνηση, τα ζόμπι και η διαγραφή του χρέους
Από τη γερμανική «αυστηρότητα», στην αμερικανική «επανεξέταση»
ΣΥΡΙΖΑ
«Κάνει λάθος ο Σόιμπλε για τις επ ανορθώσεις, ανοιχτό το θέμα»
Υποχωρήσεις πολλές, ηττημένος κανένας...
ΚΚΕ
«Συνεργασία εντός Λαϊκής Συμμα χίας, μέσα από τις δομές της»
ΑΣΕΠ
70.000 εκτός μέσω... ΑΣΕΠ
Ελεγκτικό Συνέδριο
Και οι επίορκοι δικαιούνται σύνταξη
ΔΗΜΑΡ
Σε ασκήσεις δύσκολης ισορροπίας η ΔΗΜΑΡ
Πολιτικοί αρχηγοί
24 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974 Η Μεταπολίτευση, ο Καραμανλής και ο ναύαρχος
Κύπρος
ΚΥΠΡΟΣ Ο «Αττίλας» των δανειστών φέρνει καζινο-καπιταλισμό
ΣΕΕΔΔ
Εκπαραθυρώνουν όσους μπήκαν από το παράθυρο
Παγκόσμια Τράπεζα
Από το «βαθύ ΠΑΣΟΚ» στην Παγκ. Τράπεζα
ΠΑΣΟΚ
Ο Πάρις που έκλεψε την ωραία... Ιπποκράτους