Έντυπη Έκδοση

Το φύλο που ζητά

Γαλάτεια Καζαντζάκη

Ο κόσμος που πεθαίνει και ο κόσμος που έρχεται

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 224, 15,68 ευρώ

Το 1963, περίπου έναν χρόνο μετά τον θάνατο της Γαλάτειας Καζαντζάκη, κυκλοφορεί η ανά χείρας συλλογή διηγημάτων της, των οποίων τη συνάθροιση είχε επιμεληθεί η ίδια η συγγραφέας. Η επανέκδοση των εν λόγω πεζών λειτουργεί σαν υπόμνηση της συγγραφικής της ιδιοπροσωπίας, αναδεικνύοντας, μέσα από τη συνοχή του συνόλου, τη μαχητικότητα, την παραφορά, την αυστηρότητα και οπωσδήποτε τη διεισδυτικότητα των γραπτών της. Στα υπό συζήτηση διηγήματα την πρωτοκαθεδρία της οπτικής γωνίας έχουν οι γυναίκες, φορείς των ιδεών, συνήθως, της συγγραφέως. Ο λόγος των γυναικείων χαρακτήρων είναι πρόδηλα εμβαπτισμένος στη ρητορική του φεμινισμού, χωρίς ωστόσο να ακούγεται αποστεγνωμένος ή στυφός. Κάποιες φορές μόνον ίσως μοιάζει παρωχημένος, ενώ άλλες ηθικοπλαστικός. Οπωσδήποτε, όμως, το απαραγνώριστο πάθος της αφήγησης συχνότερα συγκινεί παρά απωθεί. Αμυνόμενες οι περισσότερες γυναίκες των διηγημάτων, αν και έχουν σαφή επίγνωση ότι οφείλουν να λογοδοτούν στην ανώτατη αρχή του ανδρικού λόγου, είτε ρητού είτε άρρητου. Στον κόσμο τους η εξουσία είναι αποκλειστικά γένους αρσενικού. Η απόπειρα εναντίωσης στο θηλυκό τους πεπρωμένο αποδεικνύεται μάταιη, αν όχι μοιραία. Υπάρχουν, βέβαια, γυναίκες που τολμούν να τσακιστούν πάνω στους αρράγιστους, τότε ακόμα, τοίχους της ανδροκρατούμενης κοινωνίας και είναι αυτές ακριβώς που αποσπούν το ενδιαφέρον της Καζαντζάκη. Το ενδεχόμενο της αποτυχίας υποσκελίζεται από την αναγκαιότητα του εγχειρήματος. Η δειλία αναμετριέται με την ντροπή και ηττάται εξακολουθητικά. Απέναντι στην προοπτική της αμαύρωσης της αξιοπρέπειας, της έσχατης, δηλαδή, ταπείνωσης, οι ηρωίδες κωφεύουν στο ανδρικό αλάθητο, αλλά τελικά είναι οι ίδιες που καταδικάζονται σε σιγή. Η τόλμη τους είναι ανάλογη του φόβου του εξευτελισμού. Ελάχιστη ηττοπάθειά τους, η προθυμία τους για αυτοθυσία. Αν και συχνά ακόμη και η αυτοθυσία αποβαίνει άκαρπη, καθότι ακυρωμένη από την ανδρική βούληση, όπως στην περίπτωση της Αργυρούλας («Ο γάμος της Αργυρούλας»), η οποία συναίνεσε σε έναν βδελυρό γάμο για χάρη της υπεσχημένης από τον μέλλοντα σύζυγο οικογενειακής χρεολυσίας. Αδίκως, όμως, καθώς εκείνος αποδείχτηκε υπεράνω υποσχέσεων.

Αν η επιθυμία της Αργυρούλας για εκδίκηση την οδηγεί στον θάνατο, στο ομότιτλο πεζό της συλλογής η προδομένη ερωτική επιθυμία καταλήγει σε απόπειρα δολοφονίας μετά αυτοχειριασμού. Η διαφυγή της ηρωίδας από τη σφαίρα του αυτόχειρα εραστή της αποκτά αλληγορική υφή, ιδωμένη «σαν μια μάχη που είχε δοθεί ανάμεσα παλιού και νέου κόσμου, και όπου αυτή με το μπράτσο της έβγαλε νικητή το νέο». Ανάλογη η ακεραιότητα της Φωτεινής, η οποία προβαίνει στο απονενοημένο, φτάνοντας την αυτοτιμωρία της στα άκρα. Η συντριβή της για το ασύγγνωστο κρίμα της αιμομιξίας τής φανέρωσε μια απόκρημνη οδό εξαγνισμού την οποία διέβη μέχρι τέλους. Εξαίροντας την «άγια ψυχή» της ηρωίδας της, η Καζαντζάκη υπογραμμίζει: «Κι ό,τι πιο πολύ την αγιάζει είναι το παλιό της το κρίμα». Από το «Κρίμα της Φωτεινής» αξίζει να κρατήσουμε τη σκηνή της υποταγής της στον άνομο πόθο, όπου η αυτοκαταστροφική μεταμέλεια προοικονομείται από τον φυσικό διάκοσμο. Στο ειδυλλιακό τοπίο, τόσο κοινότοπο για τη στέγαση της ερωτικής πλησμονής, προβάλλει αίφνης ένας γκρεμός. «Κι όταν εκεί στη σκοτεινή γωνιά παραδόθηκε πια χωρίς αντίσταση, εκείνο που πιο πολύ απ' όλα κυριαρχούσε στη θολωμένη συνείδησή της ήτανε ο γκρεμός του χαμού της, που έχασκε σκοτεινός και τη ρουφούσε».

Από τις πιο γοητευτικές διηγηματογραφικές παρουσίες, η Νίνα στα «Ναυάγια», η οποία από την εκστατική ονειροπόληση του πολύευκτου διορισμού της, συνεπαρμένη από «ένα είδος έπαρσης κουτής κι αγοραίας», προσγειώνεται άτσαλα στον ρημαγμένο της μικρόκοσμο, όπου δεν χωρά ούτε αυτή η κουτή χαρά του Δημοσίου. Ευρηματική η σκηνογραφία στα μέρη όπου λαμβάνουν χώρα οι τελικές διευθετήσεις της πρόσληψης, σκηνογραφία που αναπαριστά αίθουσα νεκροτομείου. Με την επιστροφή στην οικόσιτη μιζέρια της, η Νίνα νιώθει, πολύ περισσότερο από απογοήτευση, μια τρομακτική αίσθηση δικαιοσύνης. «[...] και τα κομμένα κεφάλια, και το φριχτό δωμάτιο με τη μυρωδιά του ανατομείου και τα ματωμένα ρούχα, όλα της φαίνουνται σα συνέχεια και σα συνέπεια της ζωής της...». Βιτριολικής εμπνεύσεως η αντιμετώπιση της δημοσιοϋπαλληλικής μακαριότητας σαν αντικείμενο ιατροδικαστικής έρευνας. Λιγότερο ελκυστική, κυρίως λόγω υπερβάλλουσας αξιοπρέπειας, η ετέρα Νίνα της συλλογής που εμφανίζεται στο διήγημα «11 π.μ. - 1 μ.μ.» και η οποία εναποθέτει επίσης τις προσδοκίες της μεταξύ των πρωτοκολλημένων ικεσιών που στοιβάζονται καθημερινά επί δύο ώρες στους διαδρόμους ενός υπουργείου. Αχρείαστες, τελικά, οι επαγγελίες της γραφειοκρατίας διά στόματος ενός εξαιρετικά υποχρεωτικού διευθυντή, καθώς η χρηστότητα απαγορεύει στη Νίνα να ανταλλάξει την παρθενία της με την προσφερόμενη θέση. Εξίσου στέρεο το αίσθημα της τιμής στην κόρη που έρχεται αντιμέτωπη με την ύποπτη γενναιοδωρία του θεράποντος γιατρού της μητέρας της στις «Καθημερινές ιστορίες». Εκείνη, βέβαια, κερδίζει αβίαστα τη συμπάθειά μας εξαιτίας μιας μικρής ρωγμής στον κώδικα ηθικής της που την κάνει να αναρωτιέται μήπως η γκαρσονιέρα του γιατρού θα είχε πράγματι γιατρεύσει τη μητέρα της.

Αξίζουν να μνημονευτούν δύο ακόμα γυναίκες, όχι μόνο για το ηθικό τους ανάστημα, αλλά και για τη συναισθηματική τους ανιδιοτέλεια. Αμφότερες πολυεύσπλαχνες, θυσιάζουν την ψυχική τους γαλήνη προκειμένου να μην ψαλιδίσουν με την ανησυχία τους την περηφάνια αγαπημένων αρσενικών. Στο υπέροχο φινάλε του διηγήματος «Ο Γιαννάκος ο Καγιαμπής», η ηρωίδα βλέποντας τον άντρα της να σχεδιάζει ακόμη μία ζωοκλοπή, ενώ θέλει να φωνάξει για να τον αποτρέψει, πνίγει τη φωνή της όταν προσέχει τις αθόρυβες κινήσεις του που θέλουν να την προστατεύσουν από αυτόν ακριβώς τον φόβο που εκείνη αποσιωπά. Οπως ο προηγούμενος σύζυγος θεωρούσε τη ζωοκλοπή «παιχνίδι παλληκαριάς σαν καθ' άλλο και πλια παρ' άλλο», ο «Φυγόδικος» περιφρουρούσε το ανδρικό του φιλότιμο με φονικά. Μαρτυρική η φιγούρα της μητέρας του που δεν επέτρεπε στον εαυτό της την απαντοχή της ανυπαρξίας, αδήριτη συχνά, καθώς η απουσία της θα στερούσε από τον γιο την άγρυπνη φύλαξή της. Η αρρενωπή αγριάδα των προστατευομένων συναιρείται και στα δύο πεζά με την τραχύτητα του ακατέργαστου κρητικού ιδιώματος.

Η ομώνυμη πρωταγωνίστρια στη «Βίλα Βικτωρία» έρχεται να επικυρώσει τις θέσεις της συγγραφέως από την ανάστροφη. Η κυρία Βικτωρία, «οπισθοδρομική από ιδιοσυγκρασία», σε τέτοιο δε βαθμό ώστε να βρει στην καβαφική «Μονοτονία» «τέλεια εκφρασμένο τον τρόπο που επιθυμούσε να διαβαίνει η ζωή», τίποτα δεν απεχθανόταν περισσότερο από την «εξόρμηση της Ελληνίδας ν' αποχτήσει την οικονομική και ατομική της ανεξαρτησία», «κοινωνικό φαινόμενο απαράδεχτο». Η Καζαντζάκη, συγχωρώντας τη για τη βιοθεωρία της, την τοποθετεί -τη σορό της έστω- σε μία από τις ομορφότερες σκηνές της συλλογής. Μία από τους παρευρισκομένους στην κηδεία παρατηρώντας την κακοκαιρία που δυσκολεύει έτι περαιτέρω τη μεταφορά του φέρετρου στον κακοτράχαλο δρόμο, σκέφτεται πως αυτή η ερεβώδης εικονογραφία της φύσης ανταποκρίνεται με πιο αυθεντικό τρόπο, απ' ό,τι το εκκλησιαστικό τελετουργικό, στο γεγονός του θανάτου. Λαγαρή η προετοιμασία της ταφής ενός γέροντα στο διήγημα «Το ξόδι», μέριμνα σοφά εναρμονισμένη με τη ροή των καθημερινών πραγμάτων. Γυναίκες «με τις ρόκες τους, κι άλλες με τα μωρά στο βυζί» μαζεύονται για να ξενυχτήσουν τον πεθαμένο, ενώ την επομένη τα μοιρολόγια μπλέκονται με τις φωνές παιδιών που «έτρεχαν, σα σε γλέντι, να δουν πώς θα κατεβάζουν το μπάρμπα-Μιχελή στον τάφο και πώς θα του ρίχνουν στη μούρη χώματα».

Παραδόξως το καλύτερο διήγημα της συλλογής ανήκει σε ανδρική φωνή. Ο «κύριος ανακριτής» του καταληκτικού πεζού, του οποίου η ζωή «διάβηκε όμοια με θάνατο» και η ψυχή του μεταβλήθηκε «σε άπατο χάος», όπου «όλα πέφτουν βουβά, χωρίς ν' αφήνουν ίχνος», ανακαλύπτει όψιμα πως η έννοια του δικαίου έχει όψη πολυέδρου. Ενας απρόσμενος επισκέπτης έρχεται να του διδάξει με το αυτοβιογραφικό του παράδειγμα την περί δικαίου συλλογιστική του. Αυτός ο αξιοθρήνητος άντρας τού εκμυστηρεύεται πως έπειτα από βασανιστική σκέψη συνειδητοποίησε ότι η γκρίνια της συμβίας του δεν ευθυνόταν για το διαζύγιο περισσότερο από τη δική του αδιαλλαξία. Αν μη τι άλλο όφειλε να σεβαστεί τη φύσει κατωτερότητα της γυναίκας του καθώς, όπως χαρακτηριστικά διατείνεται: «Ημουν εκείνος που δίνει κι ήταν εκείνος που ζητά». Μάλλον η Γαλάτεια Καζαντζάκη υπομειδιά με την επιχειρηματολογία του ήρωα. Η σκηνοθεσία των θηλυκών δραμάτων στις ανά χείρας ιστορίες δεικνύει πως θα συμμεριζόταν πολύ πιο ένθερμα την καθολικού χαρακτήρα παρατήρηση της κόρης στις «Καθημερινές ιστορίες»: «Σιγά σιγά πέφτουμε, πέφτουμε, όσο που βρισκόμαστε στο κατακάθι, και ζούμε πλέον εκεί σαν το ψάρι στο νερό». Εκεί στο «κατακάθι» έχουν πνιγεί όλες οι αλλοτινές επιθυμίες και αν κάποτε νεκραναστηθούν, θα αναρωτιόμαστε ετεροχρονισμένα, όπως η συγγραφέας για λογαριασμό του κυρίου ανακριτή: «Αλήθεια, γιατί σιγά σιγά όλα εκείνα, που τον έκραζαν, σώπασαν;»

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ερωτική διελκυστίνδα
Με σκέψη για τη ρεκλάμα
Η απόκλιση του Σπινόζα
Η Σμύρνη πάντα εμπνέει και ενδιαφέρει
Στην κρίση απαντούν τα παιδιά
Το δώρο της Αναγέννησης στον άνθρωπο
Λογοτεχνία και Bollywood: Ποια είναι η ταυτότητα της σύγχρονης ινδικής κινηματογραφικής και λογοτεχνικής παραγωγής;
Χρόνος: εκείνο που η έλλειψή του μας το φανερώνει
Ενας πολιτικός λίβελος
Υπόκλιση στα όρια
Στον τόπο των τύψεων
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ερωτική διελκυστίνδα
Με σκέψη για τη ρεκλάμα
Το φύλο που ζητά
Η απόκλιση του Σπινόζα
Η Σμύρνη πάντα εμπνέει και ενδιαφέρει
Στην κρίση απαντούν τα παιδιά
Το δώρο της Αναγέννησης στον άνθρωπο
Λογοτεχνία και Bollywood: Ποια είναι η ταυτότητα της σύγχρονης ινδικής κινηματογραφικής και λογοτεχνικής παραγωγής;
Χρόνος: εκείνο που η έλλειψή του μας το φανερώνει
Ενας πολιτικός λίβελος
Υπόκλιση στα όρια
Στον τόπο των τύψεων
Λογοτεχνία
Σκέψεις για το έργο του Μίλτου Σαχτούρη και του Paul Celan
Διήγημα
Τα κόκκινα γοβάκια
Από τις 4:00 στις 6:00
Το έργο του Ομήρου, πηγή έμπνευσης για τους μουσικούς
Αφοσιωμένη στην τζαζ