Έντυπη Έκδοση

Λογοτεχνία και Bollywood: Ποια είναι η ταυτότητα της σύγχρονης ινδικής κινηματογραφικής και λογοτεχνικής παραγωγής;

Λέγεται ότι «η ποίηση δεν φέρνει χρήμα, αλλά και το χρήμα δεν φέρνει ποίηση».

Ωστόσο, το εξιδανικευμένο, ρομαντικό φινάλε της ταινίας «Slumdog Millionaire», που σάρωσε τα φετινά Οσκαρ, αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο: ο νεαρός πρωταγωνιστής, ύστερα από πολλές δοκιμασίες, κερδίζει την αγαπημένη του, αλλά γίνεται και εκατομμυριούχος, απαντώντας σε όλες τις ερωτήσεις στο ομώνυμο τηλεοπτικό παιχνίδι. Ο ήρωας ανταμείβεται, ποιητική αδεία, για την αθώα και ανιδιοτελή αγάπη του, την αγνότητα και ακεραιότητα του χαρακτήρα του, κερδίζοντας όχι μόνο το κορίτσι, αλλά κι ένα εξωφρενικό χρηματικό ποσό.

Οπως ήταν αναμενόμενο, το happy-end της ταινίας έγινε αντικείμενο επικριτικών σχολίων, που χαρακτήρισαν το φιλμ «ποταπό», εξαιτίας του εξοργιστικού τρόπου που παρουσιάζει τη φτώχεια στην Ινδία. Κάνοντας κριτική στο μυθιστόρημα πάνω στο οποίο βασίστηκε το σενάριο της ταινίας, ο συγγραφέας των Σατανικών Στίχων, Σαλμάν Ρουσντί, ισχυρίζεται ότι το «κοινότοπο αυτό ρομάντζο» μετατρέπει την οικονομική εξαθλίωση, τη θρησκευτική μισαλλοδοξία και την κοινωνική ανισότητα εκατοντάδων εκατομμυρίων Ινδών σε ανώδυνο καταναλωτικό προϊόν του διεθνούς, πολιτιστικού σουπερμάρκετ. Αλλοι διαφωνούντες με την ιδεολογική θέση του μυθιστορήματος συγκεντρώνουν τα πυρά τους στην προνομιακή ζωή του δημιουργού του, Βίκας Σουαρούπ, ο οποίος, όντας διπλωμάτης καριέρας, δεν γνωρίζει τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης στις πολύβουες ινδικές μεγαλουπόλεις. Τι μπορεί να ξέρει ο Σουαρούπ -ισχυρίζονται οι επικριτές του-, που κατάγεται από οικογένεια δικηγόρων, αποφοίτησε από ένα από τα αρχαιότερα ιδιωτικά ιδρύματα της χώρας και ταξιδεύει ως διπλωμάτης από τα 23 του χρόνια, για την πείνα, τη δυστυχία και τους εξευτελισμούς που έχουν υποστεί τα παιδιά των παραγκουπόλεων, ώστε να έχουν την ευκαιρία, πόσω μάλλον την ψυχική δύναμη, να λάβουν μέρος σε τηλεπαιχνίδι ερωταπαντήσεων του τύπου «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος»; Το μυθιστόρημα Q&Α (πρωτότυπος τίτλος Questions and Answers, που στα ελληνικά κυκλοφορεί στις εκδ. Μίνωας με τίτλο «Slumdog Millionaire») στερείται αυθεντικότητας και αληθοφάνειας, καταλήγουν οι επικριτές του. Ο ίδιος ισχυρισμός της έλλειψης αυθεντικότητας βαραίνει και την ταινία, που, ως υπερπαραγωγή, βασίζεται σ' ένα διεθνές σύνολο συντελεστών με πρωτεργάτη τον Αγγλο σκηνοθέτη Ντάνιελ Μπόιλ, που κι αυτός με τη σειρά του κατηγορήθηκε για τη «δυτική» ματιά του, δηλ. για επιδερμικό και νεο-αποκιοκρατικό τρόπο αναπαράστασης της τριτοκοσμικής Ινδίας.

Ωστόσο, δύο είναι τα ερωτήματα που ανακύπτουν μέσα από μια τέτοια προβληματική: Πρώτον, πού βασίζει η Ινδία τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή της, αν όχι στους διασπορικούς συγγραφείς της, δηλαδή τους Ινδούς εκείνους που ζουν και δημιουργούν εκτός Ινδίας; Το δεύτερο και πιο γενικό ερώτημα συνδέεται με τη δυνατότητα «κατοχύρωσης» της πολιτισμικής αυθεντικότητας στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, και της ύπαρξης αμιγώς εθνικών πολιτισμικών προϊόντων (π.χ. μουσικής, φιλμ, λογοτεχνίας), χωρίς την παρείσφρηση ξένων στοιχείων. Η Ινδία του 1,2 δισεκατομμυρίου κατοίκων, με γλωσσική πολυμορφία (23 διαφορετικές γλώσσες) και θρησκευτική ποικιλότητα (ινδουισμό, ισλαμισμό, χριστιανισμό, σιχ, βουδισμό) και, πρόσφατα, με αλματώδη οικονομική ανάπτυξη, αποτελεί ιδανικό παράδειγμα χώρας με σύνθετη πολιτισμική ταυτότητα, οριζόμενη από τον πολιτισμικό τοπικό πλουραλισμό σε συγκερασμό με επιδράσεις από την επαφή με άλλους λαούς.

Είναι γεγονός ότι με εξαίρεση τη βραβευμένη με Booker 1997 για το βιβλίο Ο θεός των μικρών πραγμάτων (εκδ. Ψυχογιός) Αρουντάτι Ρόι, που είναι γέννημα-θρέμμα της Ινδίας, ζει και εργάζεται στο Νέο Δελχί, ελάχιστοι είναι οι ινδοί συγγραφείς που γράφουν στα αγγλικά και διαμένουν στη χώρα καταγωγής τους. Από την εποχή του Σαλμάν Ρουσντί, ο οποίος το 1981 βραβεύτηκε με Booker για Τα παιδιά του μεσονυχτίου (εκδ. Ψυχογιός), και ο οποίος θεωρείται απελευθερωτής της ινδικής λογοτεχνικής παραγωγής από τα αποικιοκρατικά δεσμά, το Λονδίνο, η Νέα Υόρκη, το Τορόντο ή ακόμη η αγγλική επαρχία είναι οι αγαπημένοι τόποι διαμονής των σημαντικότερων ινδών συγγραφέων. Ετσι, ο Β.Σ. Νάιπουλ, βραβευμένος με Νομπέλ Λογοτεχνίας 2001, και ο συμπατριώτης του Βίκραμ Σεθ (Μια θεία μουσική, εκδ. Καστανιώτη) ζουν στην αγγλική ύπαιθρο του Wiltshire, ενώ ο γεννημένος στην Καλκούτα Αμιτάβ Γκος, του οποίου το μυθιστόρημα Sea of Poppies (2008) αφηγείται την αποικιοκρατική ιστορία της Ανατολικής Ινδίας λίγο πριν από τον πόλεμο του Οπίου, είναι μόνιμος κάτοικος της Νέας Υόρκης. Οσο για τη νεότερη γενιά ινδών λογοτεχνών, η Τζούμπα Λαχίρι, που τιμήθηκε με Pulitzer 1999, για το πρώτο της βιβλίο Διερμηνέας ασθενειών (εκδ. Ελλ. Γράμματα) είναι κόρη ινδών μεταναστών στην Αγγλία και διαμένει στη Νέα Υόρκη, ενώ η Κιράν Ντεσάι, βραβευμένη με Man Booker 2006, γεννήθηκε στην Ινδία, αλλά σπούδασε στην Αγγλία και ζει στις ΗΠΑ.

Στον μακροσκελή κατάλογο των καταξιωμένων ινδών λογοτεχνών της διασποράς μπορεί κανείς να αντιπαραβάλει δυτικούς συγγραφείς που έγραψαν για την πατρίδα τους ενώ βρίσκονταν μακριά της: Δεν αποτελεί ο Οδυσσέας, το κορυφαίο μυθιστόρημα του Τζέιμς Τζόις, την πιο αυθεντική ανάπλαση του Δουβλίνου κι ας γράφτηκε στην Τεργέστη; Τον 20ό αιώνα, πολλοί ήσαν οι συγγραφείς που έζησαν σε (αυτο)εξορία, χωρίς η γεωγραφική απόσταση να σταθεί εμπόδιο στην πιστή και ειλικρινή αναπαράσταση της χώρας προέλευσής τους. Ωστόσο, διακρίνει κανείς μια προκατάληψη απέναντι στους μη δυτικούς συγγραφείς, τους οποίους βαραίνει η επιλογή της μεταναστευτικής εμπειρίας με τρόπο που δεν συμβαίνει στους ομότεχνούς τους Δυτικούς. Ενώ δηλαδή, συχνά οι συγγραφείς του Τρίτου Κόσμου «χάνουν» την επαφή με τη χώρα τους, και κατά συνέπεια το «δικαίωμά» τους να την απεικονίσουν μυθοπλαστικά εφόσον μεταναστεύσουν, το ίδιο δεν συμβαίνει με εκπατρισμένους δυτικούς συγγραφείς, όπως ο Χένρι Τζέιμς, ο Κόνραντ, ο Χέμινγουεϊ, ο Ναμπόκοφ, ο Γκράχαμ Γκριν ή ο Γκορ Βιντάλ, για να ονομάσουμε μερικούς, οι οποίοι έζησαν μεγάλα χρονικά διαστήματα μακριά από τη χώρα τους.

Ενας σοβαρός λόγος που εξηγεί την ινδική λογοτεχνική αναγέννηση εκτός των εθνικών συνόρων είναι η δυνατότητα των συγγραφέων που γράφουν στα αγγλικά να έχουν ευκολότερη πρόσβαση σε διεθνές αναγνωστικό κοινό. Ωστόσο, το άνοιγμα στην αγγλόφωνη αγορά συχνά προϋποθέτει αλλεπάλληλους συμβιβασμούς. Ο Ρουσντί αντιστάθηκε στην προτροπή του εκδότη να συμπεριλάβει εντός εισαγωγικών ινδουιστικές λέξεις. Αλλά και η Αρουντάτι Ρόι αρνήθηκε να συνδράμει στην εξοικείωση του ξένου αναγνωστικού κοινού με τις ιδιαιτερότητες της ινδικής κοινωνίας. Οπως ο Απντάικ δεν αισθάνθηκε υποχρεωμένος να εξηγήσει στους συμπατριώτες της τους αμερικανισμούς για το μπέιζμπολ, έτσι και η Ρόι αντιστάθηκε στην παράθεση ερμηνευτικών σχολίων για τα τοπικά έθιμα της Κεράλα (ΝΔ Ινδία) στο αμερικανικό κοινό. Η πλειονότητα, όμως, των συγγραφέων δεν έχουν την πολυτέλεια της επιλογής, καθώς γίνεται προφανές ότι η σύγχρονη ινδική λογοτεχνία δεν περιορίζεται στην εγχώρια κατανάλωση αλλά στοχεύει στην παγκόσμια αγορά. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αναλφαβητισμός ξεπερνά το 35% του συνολικού πληθυσμού, ενώ υπολογίζεται ότι το 80% του λαού ζει με λιγότερα από 2,50$ ημερησίως, είναι βέβαιο ότι ούτε οι λογοτέχνες θα βγάζουν τα προς το ζην ούτε η λογοτεχνία θα καταλάβει ποτέ την ιδιαίτερη θέση που κατέχει ο κινηματογράφος στην καρδιά των Ινδών.

Bollywood (Bombay +Hollywood) ονομάζεται η κινηματογραφική βιομηχανία της Ινδίας, που, μαζί με την πληροφορική, αποτελεί μία από τις πιο επικερδείς βιομηχανίες στη γοργά αναπτυσσόμενη Ινδία. Ωστόσο, αντίθετα με τη γιγάντωση εταιρειών πληροφορικής τις δύο τελευταίες δεκαετίες, το Bollywood δεν θεωρείται καινοτομία. Για την Ινδία, ο κινηματογράφος αποτελεί μια πραγματική λαϊκή τέχνη, συνέχεια και προέκταση των διαφόρων μορφών παραδοσιακού πολιτισμού. Γι' αυτό, άλλωστε, από την αρχή του 20ού αιώνα έως σήμερα έχει γίνει αναπόσπαστο στοιχείο του ινδικού πολιτισμού, διαδραματίζοντας πολλαπλό κοινωνικό ρόλο: το σινεμά για τους Ινδούς δεν αποτελεί μόνο διασκέδαση, αλλά συμμετοχή του κοινού, ανεξαρτήτως ηλικίας, κάστας ή φύλου, «σ' ένα τελετουργικό όπου μέσα από κωδικοποιημένες μυθοπλασίες επιχειρείται η αποτροπή των κοινωνικών εντάσεων». Το happy-end, οι σεναριακές παρεμβάσεις και οι υπερβολές γίνονται ανεκτές υπό τον όρο να μην παραβιαστούν οι παραδοσιακές ιεραρχίες μιας κουλτούρας, όπου καθετί έχει την προκαθορισμένη του θέση. Ακόμη και φιλμ που καταπιάνονται με κοινωνικά θέματα, δεν φαίνεται να οφείλουν την εμπορική τους επιτυχία στην ανάλυση των κοινωνικών συνθηκών αλλά στη «συγκινησιακή γοητεία» που ασκούν στο κοινό η φτώχεια, η πείνα και άλλες κοινωνικές πληγές.1

Το «Mother India» (1957), π.χ., άφησε εποχή στην ινδική κινηματογραφική ιστορία περισσότερο για την πετυχημένη εμφάνιση της ηθοποιού Nargis και λιγότερο για την πατριωτική του θεματολογία, που εξυμνεί την ινδική ανεξαρτησία. Στο φιλμ η διάσημη Nargis υποδύεται μια ηλικιωμένη γυναίκα που πρόκειται να εγκαινιάσει ένα φράγμα στην ιδιαίτερή της πατρίδα. Οι αναμνήσεις της την οδηγούν στην εποχή της αποικιοκρατίας, τότε που νιόπαντρη ακόμα προσπαθούσε να κρατήσει τη γη και την οικογένειά της μακριά από τα χέρια επιτήδειου τοκογλύφου. Οταν χάνει τον άντρα, το νεογέννητο παιδί και το κτήμα της, όχι μόνο δεν ενδίδει στις ερωτικές πιέσεις του τοκογλύφου, αλλά αργότερα η ίδια σκοτώνει τον γιο της, επειδή αυτός εκδικείται τον διώκτη της. Το δικαιολογημένο μίσος του νεαρού εξεγερμένου, όχι μόνο δεν επιβραβεύεται, αλλά του στοιχίζει τη ζωή του από το χέρι της ίδιας του της μάνας, επειδή με την εκδικητική του πράξη έθεσε σε κίνδυνο την τιμή της οικογένειας. Σύμφωνα με κοινωνιολογικές μελέτες, ενώ το δυτικό κοινό απολαμβάνει τον λαϊκό κινηματογράφο ως διασκέδαση, ο ινδός θεατής «παρακολουθεί ένα τελετουργικό για να επικοινωνήσει με το Θείο». Δεν πρόκειται δηλαδή για «πάλη του Καλού με το Κακό», αλλά για επιβεβαίωση της καθεστηκυίας τάξης, όπου ο καθένας κάνει το καθήκον του.

Ειδικό ενδιαφέρον για το ελληνικό κοινό θα είχε η μελέτη των λόγων επιτυχίας ινδικών ταινιών, όπως το «Mother India» στην Ελλάδα, όταν παίχτηκε στη δεκαετία 1960 με τίτλο «Γη ποτισμένη με ιδρώτα». Η δημοφιλία της Ναργκίς κορυφώθηκε με τη συμμετοχή της, το 1968, στα γυρίσματα της ταινίας «Τόσα όνειρα στους δρόμους» (του Παν. Κωνσταντίνου), με συμπρωταγωνιστές τους Κατράκη, Αυλωνίτη και Γεωργία Βασιλειάδου. Πέρα, όμως, από τις ερμηνευτικές προεκτάσεις που κάθε εθνικό κοινό δίνει στα κινηματογραφικά έργα, μία ακόμη διάσταση του Bollywood που συγκίνησε το ελληνικό κοινό ήταν η ινδική μουσική, την οποία γνώρισε μέσα από τον κινηματογράφο (εκτός από το μουσικό θέμα του «Mother India», γνωστό στα ελληνικά ως «Δεν με πόνεσε κανείς», διασκευάστηκαν και αφομοιώθηκαν απόλυτα στο ύφος του ρεμπέτικου αμέτρητα ινδικά τραγούδια, όπως τα «Λίγο-λίγο θα με συνηθίσεις», «Αυτή η νύχτα μένει», «Οσο αξίζεις εσύ», «Είσαι η ζωή μου», «Μαντουβάλα» κ.ά.).2

Λαμβάνοντας υπόψη την υποτιθέμενη ιδεολογική ουδετερότητα του Bollywood, δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει, λοιπόν, η αντιπαράθεση που ακολούθησε την προβολή του «Slumdog Millionaire», με μια μερίδα Δυτικών να το κατηγορεί ότι προβάλλει ένα είδος πορνογραφίας της φτώχειας, ενώ στην πατρίδα του να γίνεται δεκτό με διθυράμβους, σε σημείο που ύστερα από 5 χρόνια διακυβέρνησης το κυβερνών κόμμα, όχι μόνο να μην αισθάνεται υπεύθυνο για τη διαφθορά και τη συνέχιση της εξαθλίωσης όπως απεικονίζονται στο φιλμ, αλλά να υιοθετεί το σάουντρακ της ταινίας για την προεκλογική του καμπάνια έως τις εκλογές του Μαΐου. Τίθεται όμως το ερώτημα: Ως πότε θα θεωρείται η ουδετερότητα των ινδικών ταινιών δεδομένη; Κι αν η οικονομική έκρηξη που συντελείται στην Ινδία (τουλάχιστον έως την έναρξη της κρίσης) επηρεάσει τη στάση των ανθρώπων απέναντι στη ζοφερή καθημερινή πραγματικότητα; Τι θα συνέβαινε αν περισσότεροι ινδοί διανοούμενοι ένωναν τη φωνή τους με την Αρουντάτι Ρόι, που βλέπει τη σύγχρονη Ινδία, όμοια με την προ-επαναστατική Γαλλία, να βράζει στα πρόθυρα του εμφυλίου; Τι θα γινόταν αν τα εκατομμύρια των επαιτών, αστέγων και ανέργων που καθρεφτίζονται στους γυαλιστερούς ουρανοξύστες που αναγείρονται καθημερινά στις ινδικές μεγαλουπόλεις εγκατέλειπαν την απαθή τους στάση και απαιτούσαν αλλαγή; Αυτό το ευαίσθητο θέμα, τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην «Ινδία του Φωτός», του πλούτου και της υπερκατανάλωσης και την «Ινδία του Σκότους», της φτώχειας και της εξαθλίωσης, θίγει με τρόπο πρωτότυπο και σαρκαστικό Ο λευκός τίγρης (εκδ. Μοντέρνοι Καιροί), το μυθιστόρημα του πρωτοεμφανιζόμενου Αραβίντ Αντίγκα, που βραβεύτηκε με Man Booker 2008.

Πρωταγωνιστής του, ο Μπαλράμ Χαλβάι, ένας ακόμη μπουφετζής που ονειρεύεται να ξεφύγει από τη λάσπη του Γάγγη και να φτάσει ψηλά. Ομως, αντίθετα με τους ήρωες του Bollywood, ο Μπαλράμ δεν μένει απαθής, αλλά επιχειρεί να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα, όπως άλλωστε προέβλεψαν οι δάσκαλοί του γι' αυτόν: «Σ' αυτή τη ζούγκλα είσαι το πιο σπάνιο ζώο. Το πλάσμα που εμφανίζεται μόνο μία φορά σε κάθε γενιά.... Ο λευκός τίγρης». Εργατικός και οπλισμένος με θάρρος, ο Μπαλράμ προάγεται από μπουφετζής σε υπηρέτη και από υπηρέτης σε σοφέρ ενός πλούσιου Ινδού. Από το καθρεφτάκι του οδηγού ρίχνει κλεφτές ματιές σ' έναν κόσμο χλιδής και διαφθοράς που τον εκμεταλλεύεται και σκοπίμως τον κρατά «μισοψημένο» και ημιμαθή. Η σταδιακή αφύπνισή του τον οδηγεί στην ανατροπή της διαλεκτικής αφέντη-δούλου, το ύστατο βήμα προς την ελευθερία, που συνεπάγεται τη δολοφονία του Κυρίου του.

Βέβαια, η ταξική πάλη που καταλήγει σε βίαιη σύγκρουση, είναι προσφιλές θέμα της δυτικής λογοτεχνίας. Από τη βικτοριανή εποχή έως σήμερα, οι συγγραφείς δεν έπαψαν να ανιχνεύουν τις κοινωνικο-ιστορικές συνθήκες ενός μυθοπλαστικού φόνου. Ωστόσο, Ο λευκός τίγρης είναι ένα ινδικό μυθιστόρημα, και η εστίαση στην ατομική ανέλιξη, πολλώ δε μάλλον όταν αυτή συνοδεύεται από φόνο, παραβιάζει προκλητικά την παραδοσιακή ηθική. Φταίει, άραγε, ότι ο συγγραφέας είναι Ινδός της διασποράς; Οτι μετανάστευσε σε νεαρή ηλικία και απέκτησε δυτική εκπαίδευση; Ακόμη μια φορά, η εγχώρια κριτική κατηγορεί τον Αντίγκα για έλλειψη αυθεντικότητας και αληθοφάνειας, για προβολή δυτικών προτύπων σε μια χώρα που παρά την οικονομική ανάπτυξη αρνείται τη δυτικοποίηση.

Τι συμβαίνει πραγματικά στη σύγχρονη Ινδία; Τόσο το «Slumdog Millionaire» όσο και Ο λευκός τίγρης, δύο έργα που προβάλλουν διαμετρικά αντίθετες ιδεολογικές θέσεις, βραβεύτηκαν σχεδόν ταυτόχρονα στη Δύση. Ομως, ποιο από τα δύο αναπαριστά πιο πειστικά την πραγματικότητα και τη δυναμική της χώρας, ας αφήσουμε τους ίδιους τους Ινδούς να αποφασίσουν.

1. Elisabeth Lequeret, Le Monde, Αύγ. 2004, σελ. 21.

2. Ελένη Αμπατζή & Μανουήλ Τασούλας «Ινδοπρεπών αποκάλυψη: Από την Ινδία του εξωτισμού στη λαϊκή Μούσα των Ελλήνων» (εκδ. Ατραπός, 1998).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Λογοτεχνία
Κινηματογράφος
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ερωτική διελκυστίνδα
Με σκέψη για τη ρεκλάμα
Το φύλο που ζητά
Η απόκλιση του Σπινόζα
Η Σμύρνη πάντα εμπνέει και ενδιαφέρει
Στην κρίση απαντούν τα παιδιά
Το δώρο της Αναγέννησης στον άνθρωπο
Χρόνος: εκείνο που η έλλειψή του μας το φανερώνει
Ενας πολιτικός λίβελος
Υπόκλιση στα όρια
Στον τόπο των τύψεων
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ερωτική διελκυστίνδα
Με σκέψη για τη ρεκλάμα
Το φύλο που ζητά
Η απόκλιση του Σπινόζα
Η Σμύρνη πάντα εμπνέει και ενδιαφέρει
Στην κρίση απαντούν τα παιδιά
Το δώρο της Αναγέννησης στον άνθρωπο
Λογοτεχνία και Bollywood: Ποια είναι η ταυτότητα της σύγχρονης ινδικής κινηματογραφικής και λογοτεχνικής παραγωγής;
Χρόνος: εκείνο που η έλλειψή του μας το φανερώνει
Ενας πολιτικός λίβελος
Υπόκλιση στα όρια
Στον τόπο των τύψεων
Λογοτεχνία
Σκέψεις για το έργο του Μίλτου Σαχτούρη και του Paul Celan
Διήγημα
Τα κόκκινα γοβάκια
Από τις 4:00 στις 6:00
Το έργο του Ομήρου, πηγή έμπνευσης για τους μουσικούς
Αφοσιωμένη στην τζαζ