Έντυπη Έκδοση

Χρόνος: εκείνο που η έλλειψή του μας το φανερώνει

Αντόνιο Ταμπούκι

Ο Χρόνος γερνάει γρήγορα, και

Λογοτεχνίας Εγκώμιο

(δίγλωσση έκδοση)

μτφρ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης

εκδόσεις Αγρα, σ. 199, 14 ευρώ

«Ξέρεις, γιε μου, έχεις τη διάθεση να αφηγηθείς τις αναμνήσεις σου στους άλλους, εκείνοι ακούνε την αφήγησή σου και πιθανώς να καταλαβαίνουν ακόμα και την πιο μικρή λεπτομέρεια, αλλά εκείνη η ανάμνηση παραμένει δική σου και μόνο δική σου, δεν μετατρέπεται σε ανάμνηση κανενός άλλου μόνο επειδή την αφηγήθηκες σε άλλους, μπορείς να αφηγηθείς τις αναμνήσεις σου αλλά όχι και να τις μεταδώσεις».

«Το Βουκουρέστι δεν άλλαξε καθόλου»

Στο Λογοτεχνίας Εγκώμιο, ο πολυβραβευμένος Ιταλός συγγραφέας Antonio Tabucchi (1943-) γράφει: «Μόλις τέλειωσα ένα βιβλίο με διηγήματα τα οποία, παρότι μιλάνε για πρόσωπα, καταστάσεις και διαφορετικές μεταξύ τους ιστορικές στιγμές, επικεντρώνονται όλα στο θέμα του Χρόνου. Θα μπορούσα να προσθέσω ότι πρόκειται για ένα αντιπρουστιανό βιβλίο, που ταυτόχρονα περικλείει μέσα του τον Proust. Με την έννοια ότι ο Προυστ θέλησε να αναζητήσει τον χαμένο χρόνο κι ύστερα έφτασε να γράψει ένα συμπερασματικό βιβλίο με τον τίτλο "Ο ξανακερδισμένος χρόνος"... Στο ερώτημα "Τι είναι, λοιπόν, ο Χρόνος;" ο Άγιος Αυγουστίνος απάντησε: «Αν δεν με ρωτήσει κανείς το ξέρω, αλλά αν κάποιος μου ζητήσει να του εξηγήσω, δεν ξέρω πια τίποτα».

Η συλλογή διηγημάτων στην οποία αναφέρεται ο συγγραφέας είναι το Ο Χρόνος γερνάει γρήγορα. Κείμενα στιβαρά και μαζί λεπτοφυή, που αναδεικνύουν τη χαρακτηριστική λειτουργία της λογοτεχνίας: όχι να περιγράφει, αλλά να επικαλείται εκείνο που η γραφή μπορεί μεν να αφηγηθεί, όχι όμως απαραιτήτως και να μεταδώσει. Πραγματεύονται την προσωπική σχέση με τον χρόνο κάποιου που βρίσκεται να περιπλανιέται στα πιο βαθιά λαγούμια του. Κυρίως, όμως, επικαλούνται εκείνο που ξέρουμε εφόσον δεν ερωτηθούμε επ' αυτού, δηλαδή μια διαισθητική μορφή γνώσης χωρίς την οποία η καθαρή λογική δεν αρκεί ούτε καν για την επιστημονική γνώση (Λογοτεχνίας Εγκώμιο).

Ιδού, για παράδειγμα, μερικά από τα αναπάντητα ερωτήματα επάνω στα οποία αρθρώνεται (στροβιλίζεται, κατά κυριολεξία) το πρώτο διήγημα της συλλογής, «Ο κύκλος»: Πώς είναι δυνατόν να έχει κανείς μια ξεκάθαρη παιδική ανάμνηση από ένα πρόσωπο που δεν έχει δει ποτέ, και που το γνωρίζει μόνο μέσα από διηγήσεις; Και πώς γίνεται ένα συναίσθημα για έναν τόπο όπου δεν έχεις ζήσει ποτέ, παρά μόνον τον έχεις φανταστεί, να μπορεί να σε τρέψει σε φυγή από ένα καλοπροαίρετο και καθ' όλα φιλόξενο παρόν; Και μετά, αυτή η ίδια ψεύτικη ανάμνηση να καταλαμβάνει το σώμα, να γίνεται απτή σαν μουσική που «έβγαινε από το χώμα, λες και η γη σκιρτούσε, το ένιωθε, πριν φτάσει στα αυτιά ανέβαινε από τις πατούσες στις γάμπες, στον θώρακα, στην καρδιά, στο μυαλό». Μήπως, τέλος, είναι ο Χρόνος όπως ο αέρας μέσα σ' ένα φουσκωμένο μπαλόνι που διαρρέει από μια τόση δα τρυπούλα, αδύνατον να την εντοπίσεις παρά μόνον όταν είναι πολύ αργά;

Το ζητούμενο, όπως ελέχθη, δεν είναι οι απαντήσεις αλλά οι ευρηματικές, απροκατάληπτες ερωτήσεις που έχουν για καύσιμο την ευχαρίστηση της επινόησης. Και αυτή είναι μία από τις λιγοστές βεβαιότητες που ο συγγραφέας υπερασπίζεται σθεναρά στο εγκώμιό του: «Σκέφτηκα, για παράδειγμα, αν είμαι εγώ αυτός που διασχίζει τον Χρόνο ή αν είναι ο Χρόνος που διασχίζει εμένα. Το ερώτημα έχει μείνει να αιωρείται και σίγουρα δεν θα λυθεί, με έκανε όμως να γράψω κάποια διηγήματα. Τα οποία, με τη σειρά τους, δεν φτάνουν σε κανένα συμπέρασμα, αλλά απλώς θέτουν ερωτήματα».

Η κύρια λειτουργία, εξάλλου, της λογοτεχνίας δεν είναι «να διασκεδάζει τα καλλιεργημένα και ανέμελα πνεύματα». Παρότι δεν επενδύει σε συμπεράσματα, η λογοτεχνία είναι για τον Ταμπούκι μια μορφή γνώσης και, ως τέτοια, οφείλει να συνδιαλέγεται κριτικά με το ανησυχητικό πρόσωπο των καιρών της, να προκαλεί και να αφυπνίζει.

Ταυτόχρονα, αυτή η ενεργά πολιτικοποιημένη τοποθέτηση δεν αποκλείει τη λεγόμενη «παρηγορητική» λειτουργία της λογοτεχνίας, αν και όχι με την έννοια του εύκολου αναγνώσματος που λειτουργεί σαν αντιπερισπασμός στις καθημερινές σκοτούρες. Ο Ταμπούκι σαφώς επιλέγει να λειτουργεί και παρηγορητικά στα διηγήματά του, έστω και αν το κάνει υπαινικτικά, έστω και αν φτάνει εκεί περνώντας από τσουχτερά διόδια.

Οι διαδρομές, για παράδειγμα, του δεύτερου διηγήματος, του πολυδαίδαλου «Πλαφ, πλοφ, πλαφ, πλοφ», αφορούν: 1) Την έντονη σωματική οδύνη (και μάλιστα τον πολύ ιδιαίτερο, σαν ηλεκτρισμό, πόνο που προκαλεί μια βλάβη στη σπονδυλική στήλη). 2) Τη λειτουργία της μνήμης («ένας χαρταετός που πηγαίνει παντού κρατημένος από μια κλωστή») μπροστά στον επερχόμενο θάνατο. 3) Ανεκπλήρωτες προσδοκίες (ένα μυθιστόρημα που δεν γράφτηκε, ένα τηλεφώνημα που δεν έγινε.) Στην τέταρτη και τελευταία ενότητα, ωστόσο, όλα αυτά τα περιδινούμενα σπαράγματα εκβάλλουν σε μια στιγμή ήσυχης αποκάλυψης, όταν ο αφηγητής συνειδητοποιεί ότι ένα μικρό κορίτσι σε ένα αναπηρικό καρότσι έχει την απάντηση (που εκείνου του διαφεύγει) στο κρισιμότατο ερώτημα «Ποιο είναι το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο;».

Ακόμα πιο έκδηλη είναι η συμφιλίωση που πραγματεύεται το διήγημα «Σύννεφα» ανάμεσα στο βάρος της γνώσης ενός σαρανταπεντάχρονου άνδρα και στις αυθόρμητες βεβαιότητες ενός δεκατριάχρονου κοριτσιού. Εκείνος είναι ένας ιταλός αξιωματικός που δέχτηκε στο Κόσοβο ακτινοβολία από απεμπλουτισμένο ουράνιο, εκείνη είναι κόρη γονιών σε διάσταση. Με ασήμαντες κουβέντες και άπειρη διακριτικότητα ο άνδρας παίρνει μαλακά από τους ώμους του κοριτσιού φορτία που δεν της αναλογούν. Στη θέση τους, προσφέρει μια μύηση στην αρχαία τέχνη της νεφελομαντείας. Ισως εκείνη δεν καταλαβαίνει ακριβώς τις προθέσεις του, ο αναγνώστης, όμως, είναι απολύτως ενήμερος.

Επονται άλλες έξι ιστορίες, ευέλικτες και συνειρμικές στη δόμηση, που μιμούνται τον «λογικά αυθαίρετο» παλμό του χρόνου, τις αρρυθμίες, τις συσπειρώσεις, τις κρυφές διαστολές του. Η χρονική διάρκεια ως το βιολογικό υπόστρωμα της ύπαρξής μας και, μαζί, βίωμα συνδεδεμένο με τη μεταμέλεια και την αποδοχή, με τη μετουσίωση της συσσωρευμένης γνώσης και με την απαγκίστρωση από την προσωπική μας ιστορία ως την τελική μας πράξη αυτογνωσίας. («Το Βουκουρέστι δεν άλλαξε καθόλου», «Αντιχρονισμός»).

Σε αντίστιξη, στο Λογοτεχνίας Εγκώμιο μια συζήτηση για τη λογοτεχνία ως κιβωτό της ανησυχίας μας σε μια εποχή όπου το νόημα της συνύπαρξης -άρα και της ατομικότητας- γνωρίζει πρωτόγνωρους κλυδωνισμούς. Για μια λογοτεχνία, επομένως, που «όπως όλη η τέχνη, είναι η απόδειξη ότι η ζωή δεν αρκεί» (Fernando Pessoa).

Και τα δύο κείμενα υπηρετούνται υποδειγματικά από τη λεπτοδουλεμένη μετάφραση του Ανταίου Χρυσοστομίδη, ο οποίος έχει στο ενεργητικό του και το σύνολο του έργου τού Ταμπούκι (δεκαεφτά τίτλοι), που έχει εκδοθεί στα ελληνικά από την Αγρα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ερωτική διελκυστίνδα
Με σκέψη για τη ρεκλάμα
Το φύλο που ζητά
Η απόκλιση του Σπινόζα
Η Σμύρνη πάντα εμπνέει και ενδιαφέρει
Στην κρίση απαντούν τα παιδιά
Το δώρο της Αναγέννησης στον άνθρωπο
Λογοτεχνία και Bollywood: Ποια είναι η ταυτότητα της σύγχρονης ινδικής κινηματογραφικής και λογοτεχνικής παραγωγής;
Ενας πολιτικός λίβελος
Υπόκλιση στα όρια
Στον τόπο των τύψεων
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ερωτική διελκυστίνδα
Με σκέψη για τη ρεκλάμα
Το φύλο που ζητά
Η απόκλιση του Σπινόζα
Η Σμύρνη πάντα εμπνέει και ενδιαφέρει
Στην κρίση απαντούν τα παιδιά
Το δώρο της Αναγέννησης στον άνθρωπο
Λογοτεχνία και Bollywood: Ποια είναι η ταυτότητα της σύγχρονης ινδικής κινηματογραφικής και λογοτεχνικής παραγωγής;
Χρόνος: εκείνο που η έλλειψή του μας το φανερώνει
Ενας πολιτικός λίβελος
Υπόκλιση στα όρια
Στον τόπο των τύψεων
Λογοτεχνία
Σκέψεις για το έργο του Μίλτου Σαχτούρη και του Paul Celan
Διήγημα
Τα κόκκινα γοβάκια
Από τις 4:00 στις 6:00
Το έργο του Ομήρου, πηγή έμπνευσης για τους μουσικούς
Αφοσιωμένη στην τζαζ