Έντυπη Έκδοση

Οι σκιές των ειδώλων

Μωρίς Μαίτερλινκ

Ο θάνατος του Τενταζίλ

μτφρ.: Δαμιανός Κωνσταντινίδης

εκδόσεις Αιγόκερως, σ. 112, ευρώ 8,04

«Ο θάνατος του Τενταζίλ» του Μωρίς Μαίτερλινκ (1862-1949) αποτελεί μέρος μιας συνολικά εκθαμβωτικής θεατρικής παραγωγής, που επέφερε επανάσταση στην εξέλιξη του σύγχρονου δράματος, καθώς ο συμβολισμός και η εσωτερικότητα των θεατρικών του κειμένων επέδρασαν καταλυτικά, ώστε να καθιερωθεί -αν όχι να εισαχθεί για πρώτη φορά- στο θεατρικό στερέωμα η μορφή του σκηνοθέτη-δημιουργού. Από αυτή την άποψη -την καθιέρωση δηλαδή του σκηνοθέτη-δημιουργού, τον έντονο συμβολισμό αλλά και την απουσία ουσιαστικής πλοκής-, θα τολμούσαμε να υποστηρίξουμε ότι το έργο του αποτελεί εν μέρει το θεατρικό ανάλογο του γαλλικού νέου κύματος στον κινηματογράφο.

Καταληκτικό κείμενο μιας τριλογίας με τον γενικό υπότιτλο Τρία μικρά δράματα για μαριονέτες (1894), Ο θάνατος του Τενταζίλ ξεχωρίζει ως ένα από τα σημαντικότερα, όψιμα αριστουργήματα της πρώτης και πλέον αξιομνημόνευτης θεατρικής παραγωγής του βέλγου νομπελίστα (1911).

Η ποίηση και οι αισθητικές εξαγγελίες των Μπωντλαίρ και Μαλαρμέ υπήρξαν σημεία αναφοράς στο συγγραφικό του έργο, ενώ η διαλεκτική των θεατρικών του κειμένων επηρεάζεται άμεσα από τον γερμανικό ιδεαλισμό. Η χεγκελιανή αισθητική διαποτίζει το έργο του Μαίτερλινκ, μέσα από το οποίο ο βέλγος νομπελίστας αποπειράται να αναδείξει την επικυριαρχία του πνεύματος έναντι της ύλης.

Στον Θάνατο του Τενταζίλ τα αντικείμενα και τα ανθρώπινα σώματα εξαϋλώνονται, αποτελούν μέρος μιας πλασματικής οντολογίας και μετατρέπονται σε σύμβολα που αναπαριστούν επί σκηνής τους απόκρυφους νόμους των φαινομένων της ζωής. Η προσχηματική υπόθεση του έργου, άμεσα επηρεασμένη από μεσαιωνικούς θρύλους, τίθεται σε απροσδιόριστο χωροχρόνο και περιγράφει το χρονικό θανάτου του μικρού Τενταζίλ από μια ζηλόφθονη και αδιόρατη επί σκηνής γριά βασίλισσα, που νιώθει την εξουσία της να απειλείται.

Ο βέλγος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας μάς μεταφέρει στο σκοτεινό βασίλειο της σιωπής και των πνευμάτων, όπου οι αντανακλάσεις και οι σκιές αποκτούν οντότητα διακριτή, με τα ανθρώπινα σώματα και τον λόγο να εξοβελίζονται στο περιθώριο μιας πλασματικής και ήσσονος σημασίας αναπαράστασης. Η ζοφερή πλην παραμυθένια υπόθεση του έργου συντείνει στη διαμόρφωση μιας τρομακτικής ατμόσφαιρας -βασική μέριμνα των συμβολιστών- και αποτελεί την αριστοκρατική απαξίωση του συγγραφέα στην αληθοφάνεια και στον κοινωνικό προβληματισμό των νατουραλιστών.

Υγκραίν: Ούτε ο αέρας δεν κατεβαίνει τόσο χαμηλά... Ερειπώνει, καταρρέει, και κανείς δεν δίνει σημασία... Τα τείχη ραγίζουν, νομίζεις πως το κάστρο διαλύεται μες στα ερέβη... Μόνο έναν πύργο του δεν αγγίζει καθόλου ο χρόνος... Είναι τεράστιος. Και το σπίτι δεν βγαίνει από τη σκιά του.

Ο Μαίτερλινκ χλευάζει τη ζωή και τα «παράγωγά» της, υμνεί τον θάνατο και εστιάζει στο άφατο, το αθέατο, το αμετάκλητο και ασύλληπτο επέκεινα.

Ο τίτλος του έργου προδιαγράφει τη μοίρα του πρωταγωνιστή και απαξιώνει την πλοκή, ενώ δεν αφήνει κανένα περιθώριο για το δραματικό στοιχείο της έκπληξης. Ο συγγραφέας διαμηνύει έμμεσα στον αναγνώστη την ασημαντότητα της υπόθεσης, της πλοκής και των χαρακτήρων και τον καλεί να ακολουθήσει το άχρονο χρονικό ενός συμβολικού θανάτου, να αφουγκραστεί το ανατριχιαστικό πέρασμα των σκιών και να αισθανθεί τον ψυχισμό των πρωταγωνιστών, μέσα από μια διαδικασία που προϋποθέτει την ακύρωση ή τον επαναπροσδιορισμό των αισθήσεων.

Η όραση και ο λόγος συνοψίζονται ως οι πλέον παράδοξοι οδηγητές για τη σύλληψη της πραγματικότητας και αντικαθίστανται από την ακοή και την παρατεταμένη σιωπή. Αντίθετα με τη νύχτα της νατουραλιστικής γραφής, που καθορίζεται από τους φυσικούς νόμους του ηλιακού συστήματος, η νύχτα στο έργο του Μαίτερλινκ διακρίνεται από ακαθόριστη διάρκεια και τίθεται σε χρόνο άχρονο. Η όραση εν πολλοίς ακυρώνεται καθώς οι εσωτερικοί χώροι συσκοτίζονται ή φωτίζονται ελλειπτικά, ενώ η σπάνια περιγραφή των εξωτερικών χώρων ακολουθεί τη δύση του Ηλίου. Οι μισοφωτισμένοι χώροι και η παρατεταμένη νύχτα αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία του έργου, καθώς εντείνουν την εξωλογική ατμόσφαιρα και εξυπηρετούν την αλλοίωση ή την εξαΰλωση της εξωτερικής επιφάνειας. Η διαίσθηση ισοσκελίζει τη μερική απώλεια των αισθήσεων, και καθιστά τον θεατή πιο δεκτικό στον συμβολισμό των σωμάτων που, εγκαταλείποντας τη φυσική τους φόρμα, μετατρέπονται σε σκιές και ανδρείκελα. Οι ήρωες δε που μετέρχονται το φως και δεν υπόκεινται τη συμβολική παραμόρφωση, κινούνται κατά ομάδες, εν είδει χορού αρχαίας τραγωδίας, γεγονός που τους αφαιρεί κάθε στοιχείο ατομικότητας και αληθοφάνειας.

Ο λόγος του, ανεπιτήδευτος, αλλά ιδιαίτερα λυρικός, έχει ως πρότυπο την οικουμενικότητα της μουσικής, την οποία ο συγγραφέας χαρακτήριζε «την ύψιστη Τέχνη», καθώς επιτυγχάνει μέθεξη και εκφράζει το άρρητο.

Η έντονη δράση δεν λείπει, αν και εκπηγάζει από την αδράνεια των πρωταγωνιστών, που αναμένουν παθητικά την επέλαση του αδιόρατου κακού, της μοίρας, του θανάτου, του επονομαζόμενου και ως «τρίτου ή ύψιστου προσώπου», που εφορμά και καρατομεί τον εκάστοτε «εκλεκτό» του. Τα πρόσωπα του δράματος στέκουν έκθαμβα - παθητικά ή φαντάζουν σαν να περιφέρονται αδιάλειπτα μεταξύ δύο σημείων, δίχως να διανύουν δηλαδή μια ουσιαστική πορεία διαφυγής· αναμένουν μοιρολατρικά τον χαμό τους ή εκλιπαρούν μάταια και με εθελοτυφλία τη μεγαλοθυμία του «τρίτου προσώπου», που στο παρόν έργο ενσαρκώνεται στον ρόλο της γριάς βασίλισσας.

Τα βήματά της, σταθερά και προμελετημένα, χλευάζουν κάθε ανθρώπινη απόπειρα διαφυγής - παράτασης του αναπότρεπτου, το οποίο τελικά εκπληρώνεται στην τελευταία πράξη του έργου. Ο μικρός Τενταζίλ σύρεται πίσω από μια επτασφράγιστη πόρτα, όπου επικρατεί το απόλυτο σκοτάδι -στερεότυπο σύμβολο της μετάβασης από τη ζωή στον θάνατο- και θανατώνεται από τα αδυσώπητα χέρια της γριάς βασίλισσας - της μοίρας. Ο θάνατός του δεν γίνεται ορατός, αλλά περιγράφεται εξ ακοής, καθώς το επέκεινα δεν είναι ορατό από τον άνθρωπο. Ο Τενταζίλ μεταφέρεται στην πλευρά του θανάτου και της επίγνωσης, όπου επικρατεί σκοτάδι, ενώ το φως -σημάδι άγνοιας- διαχέεται άπλετο στην πλευρά της ζωής, όπου στέκεται εκλιπαρούσα η αδελφή του Υγκραίν, με τη συγκεκριμένη αντιπαραβολή να συναντάται και στην αρχαία ελληνική τραγωδία (βλ. Οιδίποδα και τυφλούς μάντεις). Ο Μαίτερλινκ επηρέασε έντονα τους μεταγενέστερους δραματουργούς και ιδιαίτερα τον Χάρολντ Πίντερ με τη διαμόρφωση ενός «διαλόγου δεύτερου βαθμού», κατά τον οποίο δεν προέχει ό,τι εκφέρεται, αλλά ό,τι παραμένει ανείπωτο.

Ο βέλγος νομπελίστας μεταβάλλει το κλασικό δράμα, που εστίαζε πρώτιστα στις ανθρώπινες σχέσεις, και διαμορφώνει ένα θεατρικό κείμενο ακραιφνούς εσωτερικότητας, μυώντας τον αναγνώστη σε μια καινοφανή εμπειρία, κατά την οποία η επιφάνεια δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από ένα σύμβολο - τον φορέα των μύχιων λογισμών του.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Το τίμημα της τόλμης
Περιπέτειες ενηλικίωσης
Στον τόπο του Αλλου
Λογιοσύνη χωρίς εγκεφαλισμό
Πρωτοπόροι με ζωές σε ανάριθμους δρόμους
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Το τίμημα της τόλμης
Περιπέτειες ενηλικίωσης
Στον τόπο του Αλλου
Λογιοσύνη χωρίς εγκεφαλισμό
Οι σκιές των ειδώλων
Πρωτοπόροι με ζωές σε ανάριθμους δρόμους
Οψεις της ανάγνωσης
Ο καλύτερος φίλος τού καλύτερού μας φίλου
Διήγημα
Ψάρια έξω απ' το νερό
Ανέκδοτη συνέντευξη με τη Μαργαρίτα Καραπάνου
Ο Αγγελος Τιμωρός της Μαργαρίτας Καραπάνου
Μουσική
Οταν η Φλέρυ Νταντωνάκη ερμήνευσε τα «Δώδεκα τραγούδια Γιώργου Ποταμιάνου»
Ο διάλογος με την παράδοση
Από τις 4:00 στις 6:00
Η Marilyn Monroe στα τραγούδια
Ενας αληθινός superstar
Εκθεση
Τα καπέλα
Άλλες ειδήσεις
Μνήμη Ούγο Φώσκολο
Ενα γράμμα από την Αργεντινή για τον Οράσιο Καστίγιο