Έντυπη Έκδοση

Το μυθιστόρημα στη μάχη της πρώτης γραμμής

Κοιτάζω τη «Συνάντηση» του Μίλαν Κούντερα, που κυκλοφορεί σε μετάφραση Γιάννη Η. Χάρη από την «Εστία»: δοκίμια για τον Ντοστογέφσκι, τον Σελίν, τον Μάρκες, τον Ραμπελέ, τον Μαλαπέρτε, αλλά και για τον Μπετόβεν, τον Ξενάκη, τον Σένμπεργκ και τον Γιάνατσεκ. Ο Κούντερα βάζει πάντα τη μουσική δίπλα στη λογοτεχνία, προκειμένου να βρει αναλογίες που θα τον βοηθήσουν να μιλήσει για τη δική του δουλειά, την τέχνη του μυθιστορήματος.

Ο Μίλαν Κούντερα απέναντι στη δύναμη μιας τέχνης που «σπινθηροβολεί από ειρωνεία» Ο Μίλαν Κούντερα απέναντι στη δύναμη μιας τέχνης που «σπινθηροβολεί από ειρωνεία» Σ' αυτή την τέχνη θέλω να σταθώ κι εγώ σήμερα, ψάχνοντας τον τρόπο με τον οποίο την αντιλαμβάνεται ο Κούντερα, που ανασκαλεύει εδώ και πολλές δεκαετίες την ιστορία της, προσπαθώντας να ορίσει την ταυτότητα και τους κανόνες της.

Ο Κούντερα δεν είναι θεωρητικός της λογοτεχνίας, αλλά τα δοκίμιά του οδηγούν τις περισσότερες φορές σε μιαν υπόρρητη θεωρία μυθιστορήματος. Στη «Συνάντηση» του αρέσει να τονίζει μια διπλή έλλειψη του σύγχρονου μυθιστορήματος: την κατάργηση του αυθεντικού γέλιου (τα πάντα είναι ένα γέλιο χωρίς χιούμορ) και την άρνηση της φανφάρας -του δικαιώματος της συγγραφικής αυταρέσκειας όχι μόνο να επιδειχθεί, αλλά και να ψέξει με δηλητηριώδη γλώσσα τον περίγυρό της. Πρόκειται για την ανάστροφη ίσως όψη της λειτουργίας του τραγικού στην τέχνη, όπως την περιγράφει ο Κούντερα στα δοκίμια του «Πέπλου» (μετάφραση Γιάννης Η. Χάρης, «Εστία», 2005), αφού το χιούμορ είναι, όπως και το τραγικό, μια εναντίωση στη σοβαροφάνεια και την ηθικολογία. Εκείνο το οποίο επίσης δεν διαθέτει σήμερα το μυθιστόρημα είναι ο έρωτας: υπάρχει πολύ και αμείλικτο σεξ, αλλά όχι έρωτας. Ο έρωτας μπορεί να εμφανιστεί μόνο με τη μορφή της νοσταλγίας, με τη μορφή της ανάμνησης μιας σχεδόν αρχετυπικής κατάστασης, η οποία έχει αποχωρήσει διά παντός από το παρόν.

Η κοινοτοπία της καθημερινότητας και το δράμα της Ιστορίας

Το μυθιστόρημα δεν αποτελεί, ωστόσο, έναν κατάλογο απουσιών. Οντας εγκατεστημένο στην καρδιά της νεωτερικότητας (χάρη σ' αυτό ανεβαίνει ο άνθρωπος στη σκηνή της Ευρώπης ως άτομο), είναι σε θέση (απαλλαγμένο ευθύς εξαρχής από το ρόλο του ταγού, τον οποίο επωμίστηκε κάποτε η ποίηση) να πάει μέχρι τα μύχια της σύγχρονης ύπαρξης και να αγγίξει τις πιο λεπτές χορδές της. Το μυθιστόρημα μπορεί να διασώσει τις προηγούμενες ηλικίες μας, που χάνονται με αστραπιαία ταχύτητα στον κύκλο της ζωής, να αναδείξει και να αποθεώσει την ανεξαρτησία της ατομικής συνείδησης και, πρωτίστως, να ανακατέψει την κοινοτοπία της καθημερινότητας με το δράμα της Ιστορίας σε «μια συγκατοίκηση που σπινθηροβολεί από ειρωνεία».

Ποιο ακριβώς είναι, όμως, το στίγμα του μυθιστορήματος στο πλαίσιο της μοντέρνας τέχνης; Η πίστη στη μοντερνιστική επανάσταση του 20ού αιώνα και η πίστη στο μυθιστόρημα, γράφει με έμφαση ο Κούντερα στη «Συνάντηση», δεν είναι δυνατόν να συμβαδίζουν. Η αβανγκάρντ, ο ιδεολογικός προμαχώνας του μοντέρνου, πρώτα εξόρισε το μυθιστόρημα από το μοντερνισμό, θεωρώντας το εξωφρενικά συμβατικό, και εν συνεχεία έστησε ένα δικό της μυθιστορηματικό μοντερνισμό (το αντιμυθιστόρημα), που έπνιξε εκ νέου το μυθιστόρημα, αυτή τη φορά αφαιρώντας όλα τα ζωτικά του όργανα: πρόσωπα, πλοκή, μυθοπλασία, στίξη.

Τι είναι το αρχιμυθιστόρημα;

Απρόσμενη περιχαράκωση και ανεξήγητος συντηρητισμός; Μάλλον επίγνωση των ιστορικών ορίων του μοντερνιστικού εγχειρήματος. Ο Κούντερα θα βιαστεί να υπενθυμίσει ότι ακόμη και ο Μπρετόν αναγνώρισε κάποια στιγμή την αδήριτη αναγκαιότητα του μυθιστορήματος, η σημαντικότερη όμως επισήμανσή του αναφέρεται αλλού: στο ότι για τον ίδιο το κρίσιμο δεν είναι το αντιμυθιστόρημα της αβανγκάρντ, αλλά το σύγχρονο μυθιστόρημα ως αρχιμυθιστόρημα -ως είδος που έχει κατορθώσει να αναβιώσει στους κόλπους του «όλο το παραμελημένο και λησμονημένο υλικό το οποίο συσσώρευσε η τέχνη του κατά τους τέσσερις αιώνες της ιστορίας του»: από τον Βοκάκιο, του οποίου το «Δεκαήμερο» διάβαζαν οι παραμυθάδες στις συντροφιές, και τον Ραμπελέ ή τον Λόρενς Στερν, στων οποίων το έργο ακούγεται ακόμη η φωνή του παραμυθά, μέχρι την επανεκκίνηση του 19ου αιώνα, που εξαφάνισε το λόγο του μυθιστοριογράφου πίσω από τη γραφή του.

Είναι δύσκολο να μη θυμηθώ σ' αυτό το σημείο το αίτημα για πολυφωνία, διαλογικότητα, αλλά και πολλαπλή συνύπαρξη μέσα σε ένα μη ιεραρχικό μυθιστορηματικό όλον, όπως το διατυπώνει ο Κούντερα στις «Προδομένες διαθήκες» (μτφρ. Γιάννης Η. Χάρης, «Εστία» 1996). Μόνο με έναν τέτοιο οπλισμό μπορεί το μυθιστόρημα να αποφύγει τη συντριβή του στις μυλόπετρες της ιδεολογίας, όπως έχει προειδοποιήσει ο συγγραφέας ήδη από την «Τέχνη του μυθιστορήματος» (μετάφραση Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής, «Εστία», 1996), ζητώντας για τη δουλειά του το μέγιστο της ελευθερίας της.

Μια ελευθερία εντελώς απαραίτητη, θα έλεγα, στα χρόνια του μεταμοντερνισμού, που επιβάλλουν ενισχυμένη κρίση και σωστά υπολογισμένη (με το μοιρογνωμόνιο και το υποδεκάμετρο, αν χρειαστεί) ευχέρεια κινήσεων, προκειμένου το μυθιστόρημα όχι μόνο να μη σπάσει τον σβέρκο του κάτω από τη μέγκενη του ιδεολογικού ακτιβισμού, αλλά και να συγκεράσει λειτουργικά την πολυμέρεια των ειδολογικών του πηγών με μιαν αυξημένη πολιτικοκοινωνική όραση: όραση ικανή να ανταποκριθεί στον αναβρασμό μιας ιστορικά εξαιρετικά ανήσυχης εποχής, που νιώθει να ασφυκτιά στο στενό κοστούμι του οποιουδήποτε φορμαλισμού -ακόμη και αν ο φορμαλισμός κηρύσσει (με κρυφό ναρκισσισμό) τον παραμερισμό κάθε φόρμας. *

Η ομορφιά διά της φρίκης

Τεχνίτης που παρακολουθεί με άγρυπνο βλέμμα τον κόσμο, ο Κούντερα δεν παγιδεύεται ποτέ σε παραδοσιοκρατικές θεωρήσεις, ξέροντας πως το μυθιστόρημα είναι το απαύγασμα του παρόντος.

Εξακολουθεί, παρ' όλα αυτά, να πιστεύει στο σκληρό πυρήνα μιας παλαιάς ιδέας, που έχει μπει ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα (από τα χρόνια της γέννησης του μοντερνισμού) στο στόχαστρο θεωρητικών, καλλιτεχνών και συγγραφέων. Ο λόγος είναι για την καντιανή ιδέα της ομορφιάς στην τέχνη: η τέχνη μάς συγκινεί γιατί αποτελεί μιαν επιτέλεση του υψηλού και του ωραίου, που εξάπτει το πνεύμα και αγλαΐζει την ψυχή μας. Ο Κούντερα ξέρει πως για να επανέλθει κανείς στις ημέρες μας σε μια τέτοια συζήτηση, χωρίς να του πουν πως διολισθαίνει στον αισθητισμό, επαναφέροντας από την κεντρική πύλη το σύνθημα «η τέχνη για την τέχνη», οφείλει να επινοήσει ένα στρατήγημα. Και το στρατήγημα το οποίο επινοεί στη «Συνάντηση» είναι ο άγριος, πανικόβλητος κόσμος του Φράνσις Μπέικον, που έχει χαρακτηριστεί «ένα διαρκές ουρλιαχτό».

Μεταπηδώντας από το μυθιστόρημα στο χώρο των εικαστικών, ο Κούντερα λέει πως η φρίκη του Μπέικον (μια σειρά από κορμιά που μοιάζουν με ζωντανά σφαχτά) είναι γεμάτη εκτυφλωτικά χρώματα και σπαραχτικές εικόνες. Κι εκείνο το οποίο κυριαρχεί εδώ δεν είναι παρά το οπτικό σοκ, το κενό του Μπέκετ, αλλά ο πλούτος του Σέξπιρ. Η ομορφιά διά της φρίκης, λοιπόν, ή η φρίκη ως έργο τέχνης. Και για να μη μας μείνει η παραμικρή αμφιβολία, ο Κούντερα συμπληρώνει: «Είναι φριχτά τα κρεοπωλεία, αλλά όταν μιλάει γι' αυτά ο Μπέικον δεν ξεχνά να παρατηρήσει ότι "για έναν ζωγράφο υπάρχει εκεί η μεγάλη ομορφιά που έχει το χρώμα του κρέατος"».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Μουσική
Κανάβεραλ θα κάνουν το ΟΑΚΑ
Απολογισμός Φεστιβάλ Αθηνών 2010
Φέραμε στην Επίδαυρο το κοινό τής «Πειραιώς 260»
Τα best of με τα μάτια των φανατικών
Κινηματογράφος
Ο Τζιμ Μόρισον όπως δεν τον είδαμε ποτέ
Θέατρο
Η Ψυχή στον Δρόμο
Βιβλίο
Το μυθιστόρημα στη μάχη της πρώτης γραμμής
Κριτική θεάτρου
Η Ερωφίλη στον «άδειο χώρο» του σύγχρονου θεάτρου
Οι γυναίκες της ποπ αρτ
Η χαμένη τιμή των γυναικών της ποπ αρτ
Οι φεμινίστριες την καταδίκασαν ως σεξιστική
Κομικςοδρόμιο
Μπαλάντες χωρίς λόγια...